Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Βρασίδας Καραλής

Ονειρολόγιο

«Τη νύχτα είδα τη μάνα μου, στην πόρτα λυπημένη.

Ήτανε λέει του Χριστού…»

Θόδωρος Αγγελόπουλος

Ήτανε σε τόπο χιονισμένο και είχαμε ξεχάσει τα εισιτήρια της επιστροφής. Μπήκε ο Ρόμπερτ σε κάτασπρο καθεδρικό ναό και χάθηκε εκεί μέσα. Έψαχνα, έψαχνα.

Ήτανε το παλιό μας σπίτι, ερείπιο σκοτεινό, και μέσα τους οι πατεράδες μας χειρονομάγανε πίσω από θαμπό γυαλί αλλά δεν ακούγαμε τίποτα.

Ήτανε στον δρόμο που τρέχαμε μικροί, έβρεχε συνέχεια και λιτανεία ανθρώπων με κουκούλες περπάταγε σιγά σιγά σηκώνοντας σκόνη.

Ήτανε κάποιος δίπλα σε τάφο και κοίταγε με απόγνωση, ενώ γύρω πετάγανε πουλιά και φύλλα πέφτανε από δέντρα.

Ήτανε τόπος μεξικάνικος με άλογα που λάμνανε στον αέρα και ψάχνανε να βρούνε το σύννεφό τους.

Ήτανε το σχολείο που πήγαινα στο χωριό μου και μέσα του σερνόντανε ζούδια, φίδια και κατσαρίδες. Μάγος αρχαίος αιωρήθηκε πάνω από το κεφάλι μου κοιτάζοντας με κακοβουλία.

Ήτανε πρωί, είχαμε βγει να πάμε δουλειά, και οι δρόμοι λιώνανε από τη ζέστη ενώ εμείς κρυώναμε.

Ήτανε στα Μανιάτικα του Πειραιά και αυτοκίνητα τρέχανε ξέφρενα και σκοτώνανε τις αδέσποτες γάτες του δρόμου.

Ήτανε μεγάλο χωράφι καμμένο και γιομάτο στάχτες, όπου δυο γυναίκες έγκυες σιγοπερπατάγανε ασπροντυμένες.

Ήτανε σταυροδρόμι έρημο που δυο στρατιώτες αντάμωσαν, γνέψανε με τις κεφαλές τους και τραβήξανε για αντίθετες γωνιές.

Ήτανε βαθύς ωκεανός που πλέχανε ναυαγισμένοι άνθρωποι, καθώς κάτω στο νερό προανθρώπινα πλασματα φωσφωρίζανε.

Ήτανε παλάτι σκοτεινό και σε γωνιά του έζεχνε δαίμονας φλογερός που κοίταγε χωρίς να κουνιέται.

Ήτανε το πρώτο σπίτι της μάνας μου και μέσα του πετάγανε ασώματες μορφές που κλείνανε τα παράθυρα και μανταλώνανε τις πόρτες.

Ήτανε θάλασσα κατάμαυρη και ο πατέρας μου κολύμπαγε αγκομαχώντας χωρίς να βλέπει πουθενά στεριά.

Ήτανε μεσημέρι, έκαιγε ο ήλιος, φούντωνε το χώμα και κουρνιαχτός σηκωνότανε από κάτι ζωντανό που πλησίαζε.

Ήτανε πρωί κι από τον ορίζοντα ξεπηδάγανε άγγελοι, δαίμονες και άγιοι καβάλα σε φίδια, τελώνια και δράκους.

Ήτανε το σπίτι που γεννήθηκα και πίσω από την πόρτα ορθωνότανε άγγελος τιμωρός με σπάθα και ακόντιο.

Ήτανε αλώνι τεράστιο όπου χάλκινα λιοντάρια και δαίμονες κυνοκέφαλοι κυλάγανε στον αέρα και τρώγανε τα σύγνεφα και τα πετεινά του ουρανού.

Ήτανε σούρουπο και άνθρωποι κρατάγανε αναμμένες λαμπάδες και τραβάγανε κατά μια σπηλιά βαθιά όπου φωτιά καιγότανε.

Ήτανε μεσημέρι στην γειτονιά μου στον Πειραιά, όταν ο δρόμος σχίστηκε, φωτιά πετάχτηκε από τα έγκατα της γης και αναφάνηκε ο Εωσφόρος πυρωμένος κοιτώντας τριγύρω με απληστία.

Ήτανε στην κλινική που πέθανε ο πατέρας μου όπου ένας κακογερασμένος ηθοποιός κοιτόταν δίπλα του και προσπάθαγε να του κλέψει το πορτοφόλι.

Ήτανε χιόνι παντού και έβλεπες πουλιά να πέφτουνε χαμαί και ζώα να ψυχομαχάνε.

Ήτανε παπάς που κούναγε τα χέρια του καθώς ο αέρας του πήρε το καλυμαύχι κι έτρεχε να το πιάσει.

Ήτανε τραίνο που πήγαινε κατά τη Σκωτία και δυο ανθρώποι κοιτάγανε το χιόνι, τη θύελλα και τα δάση από το παράθυρο μαγεμένοι.

Ήτανε το δωμάτιο που γεννήθηκα, όπου μαυροφορεμένες μοιρολογίστρες περπατάγανε αμίλητες ενώ οι τοίχοι αλλάζανε χρώματα.

Ήτανε ένας καλόγερος καθισμένος σε καφενείο καπνίζοντας και παίζοντας κομπολόι, ενώ στα πόδια του σερνότανε όφις πράσινος.

Ήτανε σπίτι άδειο και νεανίσκος φόραγε το νυφικό της μάνας του κλαίγοντας και στενάζοντας.

Ήτανε φόρεμα μεταξωτό που κρεμότανε ανάερα και γινότανε κύμα λευκό που κύλαγε κατά τον θολό ορίζοντα.

Ήτανε σπίτι ρειπιοθέμελο και μια γυναίκα τυφλή έριχνε στο κακάβι βότανα και μυρωδικά.

Ήτανε μια μεγάλη σπηλιά κι από το στόμα της βγαίνανε μαζί θερία με δόντια κοφτερά και πολύχρωμα παπαγαλάκια.

Ήτανε πρόσωπο μαύρο με μάτια φωτιά που κοίταγε μοχθηρά και αναγλειφότανε με γλώσσα πράσινη δολιχωτή.

Ήτανε πόρτα που φυλάγανε πύρινοι στρατηλάτες και υψώνανε τα χέρια τους σε στάση ικετευτική.

Ήτανε νησάκι σε πέλαγο συγνεφοσκεπασμένο και γύρω του δελφίνια πηδάγανε απάνω από τα κύματα.

Ήτανε καράβι μαύρο που γλίστραγε κατά τη στρογγυλάδα του ορίζοντα και το παιδί που κοίταγε από το ακροθαλάσσι ανήσυχο καθότανε.

Ήτανε νοσοκομείο άδειο με διαδρόμους γιομάτους πεταμένα σεντόνια, μπουκάλια και παπούτσια.

Ήτανε θρόνος άδειος σε δώμα βαθύ και το φως έπεφτε πλαγιαστό και φωτοάρπαζε σκόνη στον αέρα και ζούδια ανείδωτα.

Ήτανε κήπος χλωρός και πολύχρωμος και μέσα του ένα παιδί μύριζε τα άνθια κι έκαιγε τα ξερά φύλλα.

Ήτανε κρήνη με τρεχούμενο νερό που ένα κορίτσι πούμοιαζε της αδερφής μου έσκυψε να δροσιστεί όταν ξάφνου στέρεψε.

Ήτανε δίδυμα παιδιά που πετάγανε στον αέρα πάνω σε μαύρους κύκνους κι αράζανε σε πανύψηλες φοινικιές.

Ήταν αυτοκίνητο γυαλιστερό χωρίς οδηγό, οι πόρτες ανοιχτές και μέσα γλιστράγανε σερπετά και λυσσασμένα ζαγάρια.

Ήτανε η καρέκλα που καθότανε η μάνα μου λύνοντας σταυρόλεξα και κάνοντας το σταυρό της που πέταγε ρίζες και γινότανε θρόνος θεόχτιστος.

Ήτανε το μισοχτισμένο σπίτι απ’ όπου βγήκε ο πατέρας μου και σαν πλησίαζε μίκραινε, μίκραινε ώσπου γινότανε βρέφος.

Ήτανε ο δρόμος στον Πειραιά που παίζαμε μικροί και περπατάγαμε χέρι χέρι, ενώ γύρω μας σερνόντανε σαύρες εξωγήινες, αλλόφυλα πλάσματα.

Ήτανε η νύχτα που έπεσε πέτρα εξ ουρανού κι έπιασε άγρια πυρκαγιά στα ρουμάνια που ξεφεύγαμε από το σχολείο.

Ήτανε ο στενός δρόμος που γεννήθηκα και πάνω κύλαγε λάβα πύρινη πούκαιγε όσα άφησε ανέγγιχτα η οργή της μάνας μου.

Ήτανε μια μέρα μετά τον αφανισμό του ήλιου σαν βυθιστήκαμε σε πηχτό σκοτάδι και ψηλαφάγαμε τις άκρες των πραμάτων για να πάμε κάπου.

Ήτανε πηγάδι βαθύ που μέσα του πέσαμε ώσπου χτυπήσαμε πάτο, βουλιάζοντας σε πράσινο υγρό παχύρευστο που μύριζε φριχτά.

Ήτανε το κρυφό δωμάτιο πίσω από το ιερό της εκκλησίας που ο παππάς σκάλιζε στον τοίχο μια λιονταρόμορφη θεότητα, και την έγραφε, ανεμοϊέρεια, ανεμοϊέρεια.

Ήτανε χωράφι αθέριστο απόπου πετάχτηκε ο πάππος μου κι άρχισε να τρέχει κατά την ανατολή με τα στρατιωτικά του, ώσπου άρπαξε φωτιά κι έγινε κάρβουνο.

Ήτανε το χωριό που γεννήθηκα όλο γιομάτο βάτα και τσουκνίδες, τα σπίτια ερείπια και οι δρόμοι σκασμένοι, ο κινηματογράφος μόνος έστεκε.

Ήτανε νύχτα πάμφωτη και από τον κύκλο του φεγγαριού βγαίνανε ψάρια ασημένια και πουλιά μαυροκύανα.

Ήτανε στον παλιό Πειραιά, σπίτι έρμο με βρωμόκλαρα και φραγκοσυκιές στην αυλή, όπου γυναίκα μαυροντυμένη λιβάνιζε και ξόρκιζε θερία.

Ήτανε το σκυλάκι που είχα σαν ήμουνα παιδί που μεγάλωνε, μεγάλωνε και άξαινε στα χέρια μου, ώσπου το πήρε άνεμος δριμύς και υψώθηκε στον ουρανό αγγελικά.

Ήτανε το δωμάτιο που κρυφοκοίταγα γδυτούς τους γονιούς μου, ώσπου έπεσε στα μάτια μου κυανόχρωμο πέπλο που έσβησε χρώματα και μορφές.

Ήτανε ένας δεινόσαυρος που σερνότανε στους δρόμους του τόπου όπου γεννήθηκα και με τα νύχια του γκρέμιζε εκκλησίες και καφενεία.

Ήτανε στην εκκλησία που βαφτίστηκα και μέσα της πλέανε φέρετρα με κόκκαλα αρχαία, ενώ το τέμπλο και τα εικονίσματα στο πάτωμα σπασμένα κείτουνταν.

Ήτανε το ματωμένο φεγγάρι του Μάρτη και πλάσματα φτερωτά βγαίνανε από μέσα του και φωλιάζανε στις σπηλιές του βουνού που τον ορίζοντα έκλεινε.

Ήτανε τότε που βγήκε ο αδελφός μου από τον τάφο του και άρχισε να σέρνεται στο χώμα κάτασπρος και χλωρός αγκομαχώντας, ώσπου ξέπνοος αναπαύθηκε.

Ήτανε άνθρωποι μισοί πρόσωπα πουλιών, πόδια ακρίδας και σώμα ψαρίσιο που σκάβανε τρύπες στο χώμα γιατί το φως δεν αντέχανε.

Ήτανε πολεμιστής αρχαίος βαβυλώνιος που έτρεχε να ξεφύγει από Ρωμαίους λεγεωνάριους που τον κυνηγάγανε.

Ήτανε το γαδουρίσιο γάλα που μου έδινε η μάνα μου μωρό χυμένο στο πάτωμα της κουζίνας που μεγάλωσα.

Ήτανε λίμνη βαθιά κι ο Ρόμπερτ πνιγότανε μέσα της και τέντωνε τα χέρια του κατά τον ουρανό.

Ήτανε λιθάρι μεγάλο ριγμένο στην πόρτα με χαραγμένο όνομα σοφού αρχαίου που πέθανε χιλιάδες χρόνια χτες.

Ήτανε κηδεία βασίλισσας σκεπασμένης με ρόδα άσπρα και πέπλα αραχνοΰφαντα ενώ πάνω της έσκυβε η θεια μου η Γιαννούλα χρόνια νεκρή, που τη λέγαμε Μαντόνα βενετσιάνικη για την εμορφιά της.

Ήτανε η μέρα που έπεσε η Πόλη κι έτρεχα αλάφιασμένος να βρω το Ρόμπερτ και να του πω να φύγει, ώσπου τον είδα να τον πιάνουνε αιχμάλωτο και να τον ρίχνουν σε κάτεργα αγαρηνά.

Ήτανε στο Λονδίνο σα φούντωσε φωτιά μεγάλη και τρέχαμε να ξεφύγουμε κυκλωμένοι φλόγες, αλλά δεν καιγόμασταν.

Ήτανε σούρουπο Αυγούστου στο χωριό μου και από τη γη αρχίσανε να φυτρώνουνε δράκοι πάνοπλοι και διψασμένα τελώνια τρέχοντας κατά τη δύση ώσπου χανόντανε.

Ήτανε στο χωριό μου που στις σούδες και τα καλντερίμια του κυλάγανε πορτοκάλια χωρίς σταματημό και πάνω τους καβαλάρης φτερωτός ο αϊ Γιώργης.

Ήτανε στη Βενετία κι ο Ρόμπερτ έτρεχε κατά τη θύρα του Άγιου Μάρκου σαν άρχισε πλημμύρα άβυσσος να μας υγραίνει τα πόδια, τα στήθια, το κεφάλι.

Ήτανε στο μπαλκόνι που μεγάλωσα κι έβλεπα άλογα που τρέχανε με πολεμιστές αγριοπρόσωπους κρατώντας δάδες πυρφόρες, πόλεις κατακαίγοντας.

Ήτανε το σχολείο που έμαθε γράμματα ο Ρόμπερτ και στα θρανία του γλιστράγανε κίτρινα φιδάκια και στους τοίχους λιώνανε εικόνες του άγιου Φραγκίσκου και της Μαντόνας.

Ήτανε στον Πειραιά, στο θέατρο, όπου άντρας γυμνός έσκαβε με τα χέρια του τον κήπο και χώθηκε σε μια τρύπα βαθιά ψάχνοντας την εμπατή του κάτου κόσμου.

Ήτανε τη μέρα που γκρεμίστηκαν οι Πύργοι και ο Ρόμπερτ έτρεχε να γλυτώσει κρατώντας τη βιόλα του, ώσπου μπήκε σε σπίτι με πόρτα ξύλινη κατάμαυρη.

Ήτανε σαν βαφτίστηκα που έπεσε ο σταυρός από τα χέρια του παπά στην κολυμπήθρα και με χτύπησε στο κεφάλι.

Ήτανε η στιγμή που είδα την ωχροκίτρινη μάνα μου να τρώει παγωτό σε καφετέρια του Πειραιά με το ασημένιο κουταλάκι της προίκας της.

Ήτανε η νύχτα που ξαναείδα τον πατέρα μου να βγαίνει από τα σκοτάδια για να ανάψει τα λαμπάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Ήτανε η στιγμή που είδα τον Ρόμπερτ να κλαίει γιατί είχανε ξαναρχίσει οι ιδρώτες της λευκαιμίας.

Ήτανε η μέρα που αρπάχτηκα από μια φωτογραφία του Στάθη και δεν έβρισκα δρόμο να βγω από το κάδρο.

Ήτανε το πρωί που το ασθενοφόρο πήρε το Ρόμπερτ και μου είπε σιωπηλά με το βλέμμα του αντίο.

Ήτανε η αίθουσα συναυλιών που συναντηθήκαμε γιομάτη από όργανα ριγμένα στο πάτωμα νεκρά, σαν να περπατάγανε παγώνια κι όρνιθες ανάμεσά τους.

Ήτανε την πρώτη μέρα στη δουλειά σαν τα γκαργκόϋλ γλιστρήσανε από τους τοίχους και με κλείσανε σε κύκλο πύρινο με πεντάλφες και σολομωνικές.

Ήτανε το δάσος στα Ολύμπια που τρέχαμε παιδιά να παίξουμε ποδόσφαιρο μέσα σε βάτα και πουρνάρια, σαν φάνηκε ο χωροφύλακας και άρπαξε τη μπάλα.

Ήτανε το πέτρινο σπίτι της γιαγιάς και όλοι οι νεκροί της γενιάς μου απ’ έξω χτυπάγανε την πόρτα για να τελωνίσουμε τις ψυχές τους.

Κύλιση στην κορυφή