Πολλές από τις σκηνοθετικές απόπειρες αναβίωσης αρχαίου δράματος θυμίζουν περισσότερο ένα σύνολο αρχών, μια διακήρυξη προθέσεων που καλείσαι να στηρίξεις ανάλογα με την προοδευτική σου ετοιμότητα ή όχι. Ακριβώς επειδή το φιλότεχνο κοινό είναι ένα εξ’ ορισμού προοδευτικό σύνολο, η αλληλεγγύη στο θεωρητικό, ιδεολογικό επίπεδο θεωρείται σχεδόν δεδομένη (όταν δεν εκβιάζεται), μετατοπίζοντας την ανάγνωση και κριτική από το συντελεσμένο έργο στο επίπεδο της σύλληψης και των προθέσεων του δημιουργού.
Το αρχαίο κείμενο σε αυτές τις παραστάσεις της λεγόμενης πρωτοπορίας, είναι απλώς ένας καμβάς πάνω στον οποίο ο σκηνοθέτης υφαίνει το προσωπικό του όραμα. Τα έργα τεμαχίζονται, σκηνές αφαιρούνται και άλλες ενσωματώνονται αυθαίρετα. Πολλές φορές το αρχαίο έργο δανείζει απλώς τη δύναμη του ονόματός του σε μια παράσταση, που διαφορετικά ίσως να έμενε μετέωρη. Παράδειγμα: Μια ακολουθία ηθοποιών που εισέρχονται σιωπηλά στη σκηνή είναι ακριβώς αυτό: μια ακολουθία ηθοποιών. Αν όμως, το έργο επιγράφεται Τρωάδες ή Χοηφόροι, η σκηνή υποβάλλει (με τα φαντασιακά της συμφραζόμενα) την αίσθηση του ιερού, του δέους. Είναι δικαιωμένη a priori. Δεν χρειάζεται να πάσχει ή να πασχίζει για τίποτα (και μαζί της ο σκηνοθέτης).
Το ελληνικό κοινό από τη μεριά του, όλοι εμείς δηλαδή, έχει επιδείξει τα τελευταία χρόνια μια απίστευτη γενναιοδωρία απέναντι σε τέτοιες πειραματικές προσεγγίσεις του αρχαίου δράματος. Μοιάζει σαν ο εγγενής συντηρητισμός μας να αντισταθμίζεται από την αμέριστη συμπαράστασή μας σε οτιδήποτε «αυθαδιάζει» προς ένα παρελθόν, το οποίο μας «καταπιέζει» με τη δεδομένη, αδιαπραγμάτευτη αξία του. Προτού συναισθανθούμε τη θέση μας στον κόσμο, στήνεται μπροστά μας, εν είδει καταναγκαστικού «πιστεύω», το πάνθεον των ηρώων, το σύνολο των ιερών και οσίων του έθνους, προς τα οποία οφείλουμε πάσα τιμή και προσκύνηση. Όταν, λοιπόν, χειροκροτούμε παρατεταμένα μια εναλλακτική παράσταση, δεν αποθεώνουμε ακριβώς την τέχνη του σκηνοθέτη (εντάξει, μερικές φορές το κάνουμε κι αυτό) όσο λύνουμε προσωπικά μας ζητήματα χειραφέτησης. Επευφημώντας ανεπιφύλακτα κάθε αποκαθήλωση ή ανατροπή των παραδεδεγμένων, διαπράττουμε τη δική μας (συμβολική) πατροκτονία. Παρά τον όποιο ενθουσιασμό του, όμως, ο μέσος θεατής ξέρει ενστικτωδώς ότι δεν ολοκληρώνεται έτσι η αποστολή της τέχνης.
Είναι, λοιπόν, καταδικαστέα η όποια πρωτοπορία; όχι ασφαλώς. Είτε ο χορός χτυπάει κρόταλα, ηλεκτρικές κιθάρες, φλογέρες, νέυ, καραμούζες και τύμπανα· είτε ακούγονται παραδοσιακοί σκοποί, εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια, γόοι και κοπετοί, άναρθρες κραυγές· είτε, ο κορυφαίος δανείζεται τη φωνή του ιμάμη είτε του βυζαντινού ψάλτη, όλα είναι ευχάριστα και καλά ανεκτά από τον μούλτι κούλτι άνθρωπο των ημερών μας. Δεν το λέω περιπαικτικά! Σ’ αυτές μάλιστα τις σύγχρονες εναλλακτικές προσεγγίσεις όπου η εικαστικότητα είναι κυρίαρχη και οι εικόνες που στήνονται διακρίνονται για το υψηλό τους γούστο, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Αντιθέτως, κάποιες προσεγγίσεις που δεν κομίζουν τίποτε νέο είναι συχνά αφόρητες. Μπορεί τα κείμενα αυτά και οι συγγραφείς τους να ευθύνονται για τη δημιουργία του θεάτρου όπως το ξέρουμε σήμερα, ταυτόχρονα όμως είναι και κείμενα στιβαρά, ακραία, που η τεράστια «χειρονομία» τους και ο υψηλόφρων λόγος τους προξενεί μάλλον αμηχανία στο αποϊεροποιημένο παρόν μας. Πώς πρέπει λοιπόν να σταθούμε απέναντί τους; Πώς πρέπει να τα χειριστούμε;
Ο (επανα)συντονισμός μας με μια θέαση του κόσμου τόσο πρωτογενή, αρχέγονη και, αναπόφευκτα για εμάς, ξένη, απαιτεί προσπάθεια. Ακόμα και με υποδειγματική σκηνοθετική αντιμετώπιση και ευαισθησία, τα αρχαία κείμενα μετατρέπονται εύκολα σε στρακαστρούκες, καθώς το περίφημο «κοινό» δεν είναι πλέον η πόλη αλλά άνευροι καταναλωτές πολιτιστικών προϊόντων, χωρίς άλλες αγωνίες ή αιτήματα. Τα πιο μεγάλα χασμουρητά έρχονται όταν ο καθένας μας, βολεμένος στον ρόλο που του έχει προδιαγράψει η τεράστια βιομηχανία θεαμάτων ανά τον κόσμο, συρρικνώνει το επίπεδο προσδοκιών του σε μια «αισθητική» μόνο συγκίνηση, συνήθως τόσο προβλέψιμη και χλιαρή, που η εντύπωσή της σβήνει ακριβώς με την επανεργοποίηση του κινητού.
Οφείλουμε να μην ξεχνάμε πως κάθε ανέβασμα στην Επίδαυρο δεν πρέπει να εκθέτει προς διαπραγμάτευση ζητήματα του αρχαίου δράματος. Δεν πρόκειται για ανοιχτό φιλολογικό συνέδριο ούτε για εργαστήριο in progress, αλλά για πραγματικά έργα που επιγράφονται «Αισχύλου, Πέρσες», «Σοφοκλέους, Αντιγόνη» «Αριστοφάνους, Σφήκες», με πραγματικούς θεατές, πραγματικούς παππούδες και γιαγιάδες που αγκομαχούν στην ανάβαση, πραγματικά παιδάκια. Θα πρόσθετα και με «πραγματικό εισιτήριο» αν δεν φοβόμουν ότι η διατύπωση παραπέμπει σ’ εκείνη την αντίληψη που ζητά να περιστείλει τις αναζητήσεις του δημιουργού σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, το οποίο η λεγόμενη «κοινή γνώμη» θεωρεί παραδεκτό.
Μόνο μια εμπνευσμένη αυθαιρεσία, που την κινεί η αγάπη για την αρχαία πράξη μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα που θέτει η μετάθεση ενός τέτοιου λόγου στο παρόν. Μιλάμε για τη χαρά της εγκατάλειψης στις δονήσεις ενός λόγου που σε υποτάσσει στον ρυθμό του. Για τη λυτρωτική συνάντηση με την Τέχνη, που αν και τα συναρμοζόμενα κομμάτια της δείχνουν τις ραφές τους, κάτι μεγαλύτερο και συνθετότερο παράγεται εντός της, ως νέο νόημα. Ίσως να πρόκειται για τη συνάντηση με τον συμπαντικό, «Ξυνό Λόγο» του Ηράκλειτου. Ίσως να πρόκειται απλώς για το «ωραίο ταξίδι», ίδιο από τότε ως σήμερα.

