Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Κώστας Βραχνός

Παντού και πάντα μεταφυσική

«Τόσες φορές έθαψαν τη
μεταφυσική, που θα
πρέπει να τη θεωρούμε
αθάνατη»
Nicolás Gómez Dávila

Ουδέποτε κατάλαβα πώς μπορεί μια φιλοσοφική θεωρία να εχθρεύεται, να μάχεται ή να εξουδετερώνει δήθεν μιαν άλλη, όταν βρισκόμαστε «στην καρδιά» του Μυστηρίου. (Αλήθεια, πού δεν πάλλει το Μυστήριο;) Άλλη πολύ και άλλη λίγο, όλες οι γνωσιο- και κοσμο-θεωρίες αντιπροσωπεύουν αναπτύγματα προσωπικών ομολογιών, πλούσιες ή πτωχές συνεισφορές στην περιγραφή του Απερίγραπτου, στη μαρτυρία του Θαύματος, στη διάγνωση του Συμπτώματος, αναλόγως τα γονίδια, τον θυρεοειδή, τη συγκυρία, το βίωμα ή την απόφαση.

Μπορώ, βεβαίως, να καταλάβω το εναγώνιο πάσχισμα μιας ερμηνευτικής να συλλάβει από μόνη της το νόημα των φαινομένων ή, τουλάχιστον, να συμπεριλάβει τις άλλες απόπειρες ερμηνείας ως ακίνδυνες ή χρήσιμες υποπεριπτώσεις που επιρρωνύουν τη βασιμότητα των προσδοκιών ή των φαντασιώσεών της. Αλλά, δεν μπορώ να το κάνω αν δεν φανταστώ άλλη εικόνα για τον βαθύ ανταγωνισμό μεταξύ των φιλοσόφων και των ιδεών/συστημάτων τους από εκείνη της λυσσαλέας διεκδίκησης της αποκλειστικότητας της μητρικής αγκαλιάς από τα πολυάριθμα τέκνα της. Μα, αφού η καλή μαμά κανένα παιδάκι δεν θ’ αφήσει μονάχο ή παραπονεμένο και θα φροντίσει για όλα ανεξαιρέτως με την αστείρευτη στοργή και το ενστικτώδες της χάρισμα διάκρισης.

Η μεταφορά της καλής μητέρας αποτελεί, σημειωτέον, την αίσια εκδοχή της υπόθεσης. Διότι υπάρχει κι αυτή της κακιάς μητριάς, που αδιαφορεί για τα αναγκεμένα για τρυφερότητα βλαστάρια και τα εγκαταλείπει στο έλεός τους. Και ποια μπορεί να είναι η μοίρα του αναγκάλιαστου παιδιού πέρα από την εγκόσμια δυστυχία; Κάπου γράφει ο Καναδός ψυχίατρος Eric Berne ότι η απουσία χαδιού προς το βρέφος μπορεί να οδηγήσει στον μαρασμό, ακόμα και στον θάνατό του. Το αντίστοιχο του χαδιού για τον ενήλικα είναι η αναγνώριση, η απουσία της οποίας επιφέρει τις ανάλογες επιπτώσεις, ασχέτως αν η κοινωνική ηθική το παραβλέπει. Ωστόσο, πέρα από τον κόσμο, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξέρουμε ποια είναι η μοίρα ούτε και των πεφιλημένων ατόμων. Και τρομάζει πόσο οι άνθρωποι αγνοούν ή λησμονούν την ασυμμετρία των επιδιώξεών τους. Με άλλα λόγια, σίγουροι για την αναλογικότητα που εμπνέει η στοιχειώδης ομοουσιότητα όντων και Όντος (ως γενική κατηγορία των επιμέρους όντων), αλλά και μεθυσμένοι από την αυτοπεποίθηση της νοητικής εξέλιξης του είδους, παρασύρονται κατά τις πίστεις ή τις έρευνές τους από ευσεβείς πόθους προσπέλασης ή ακόμα και ανακάλυψης της αλήθειας. Αν η μητέρα είναι το Είναι και η αλήθεια ο Θεός, σε κάθε περίπτωση, τα ανθρώπινα όντα φαίνεται να μην αυτοδιατίθενται παρά στον τρόπο διαχείρισης του ετεροκαθορισμού τους. Όσο και να υψωθούν η συνειδητότητα και η αντίληψη του δυτικού ανθρώπου, ουδέποτε φτάνει να νομίσει πως δύναται να ορίσει το πεπρωμένο του. Ο L. Chestov σημειώνει απελπιστικά εύστοχα: «Είτε επαινούν τον Θεό, είτε τον κατηγορούν, είτε του αναγνωρίζουν, είτε δεν του αναγνωρίζουν την αρχή της αντίφασης, είτε αμφιβάλλουν είτε όχι, για όλα, είτε υψώνονται είτε όχι πάνω από το ατομικό, είτε αναγνωρίζουν τη ζωή ως καλή ή κακή, αυτό δεν έχει σημασία, δεν ανήκει σε αυτούς η τελευταία απόφαση. Κανείς δεν ρώτησε τους ανθρώπους αν ήθελαν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν, όταν κλήθηκαν από την ανυπαρξία στη ζωή. Πολύ περισσότερο, δεν θα τους ζητήσουν τη γνώμη τους όταν θα κληθούν σε μια καινούργια ζωή, ή θα τους ξαναστείλουν στο μηδέν». Υπό μια κάπως αποτρόπαιη οπτική, τόσο η ιστορία της φιλοσοφίας όσο εν μέρει εκείνη των θρησκειών αποκτούν χαρακτηριστικά μεθοδικού παραληρήματος, απεγνωσμένης κολακείας ή πανικόβλητου στοιχηματισμού απέναντι στο Άγνωστο και τις οικείες προσωποποιήσεις του. Όμως, η συνήθης εικόνα διαφέρει πολύ. Ο φόβος της διάψευσης απουσιάζει εντελώς, αφού το ρίσκο αφορά το γόητρο και όχι το φυλλοκάρδι των πρωταγωνιστών. Σε κάθε περίπτωση, οι επαγγελματίες φιλόσοφοι παρελαύνουν στους αιώνες αξιολύπητοι με τις ανά χείρας απαντήσεις τους κι εξίσου αξιολύπητοι αλλά και αξιοπρεπείς με τις ανά χείρας ερωτήσεις τους. Μη σπεύσουμε να πιστέψουμε ότι η ταπεινή διατύπωση αποριών γλιτώνει εξ ολοκλήρου τα πρόσωπα από τον κίνδυνο ή τη γελοιοποίηση, διότι κατά κανόνα είναι το ίδιο αδικημένο πνεύμα που παραλλάσσεται στη διαπίστωση, την απόρριψη και την αμφιβολία. Εκείνο που διδάσκει το γνήσιο φιλοσοφείν, δηλαδή η καλλιέργεια της μεταφυσικής άγνοιας, είναι η εκμάθηση κάποιων πολεμικών τεχνών σε περίπτωση ήπιας απειλής και κάποιων πρώτων βοηθειών σε περίπτωση ελαφράς επίθεσης. Η σωκρατική μεγαλοφυΐα, πάντως, διαπότισε άπαξ διά παντός τη σκέψη, μετατρέποντας κάθε σκεπτόμενο σε συνειδητό ή, προπαντός, ασυνείδητο μεταφυσικό. Επί παραδείγματι, ποιος; ο Bertrand Russell προειδοποιεί πως «μόλις αρχίσουμε να φιλοσοφούμε, βρίσκουμε ότι ακόμα και τα πιο κοινά πράγματα της καθημερινής ζωής οδηγούν σε προβλήματα στα οποία μόνο ατελείς απαντήσεις μπορούν να δοθούν». Ο Kant, μέσω της μεγαλοφυούς αντίφασής του, αρθρώνει κι αυτός με τη σειρά του το ανθρωπολογικό αξίωμα της έμφυτης ανάγκης για γνώση πραγμάτων που δεν γνωρίζονται, της κυτταρικής ανάβλυσης της μεταφυσικής από μέσα μας. Κοινώς, δεν γίνεται ν’ αποφύγουμε τη μεταφυσική, γιατί ο βίος είναι μια μοναδική κι αινιγματική συνθήκη προς αποδοχή, όπου όλα της τα πληροφοριακά δεδομένα ανάγονται είτε σε επώδυνες ταυτολογίες είτε σε à la carte πιθανότητες, ενώ η νεωτερική επιστήμη, που υποτίθεται πως την εξουδετέρωσε, κατάφερε μεν να ελαχιστοποιήσει το ιστορικο-κοινωνικό της αποτύπωμα, αλλά επί της ουσίας την αποκατάστησε πανηγυρικώς, υπενθυμίζοντάς μας πλάι στις αφάνταστες επιτεύξεις της τα ανυπέρβλητα όρια της κατανόησης. Ο Νόμος των Τριών Σταδίων του Auguste Comte όσον αφορά την «πρόοδο» της ανθρώπινης σκέψης και των κοινωνιών από το θεολογικό στο μεταφυσικό και τέλος στο θετικό, αν δεν έχει αρχίσει ν’ αντιστρέφεται, σίγουρα θα το κάνει τα επόμενα χρόνια, εφόσον προηγουμένως αποκαθαρθούν οι τρεις όροι από τις επιπόλαιες σημασίες τους.

Θα άξιζε, παρ’ όλα αυτά κι εναλλακτικά, αντί να οικτίρει κανείς τους σπουδαιολόγους στοχαστές για τις θλιβερές επιδόσεις τους στις παιδαριώδεις φιλοδοξίες τους, να τους αντιμετωπίσει μ’ εκείνη την ευμένεια με την οποία παρατηρεί τα λουλούδια ενός κήπου, όπου ευφραίνεται και διαστέλλεται η ψυχή με γενναιοδωρία, χωρίς επικρίσεις και ειρωνείες αλλά μέσα απ’ την πανδαισία των ειδών ελεύθερα να προτιμά ορισμένα και να περιφρονεί άλλα κατά το δοκούν, ανάλογα με τις στιγμιαίες ορέξεις ή τις πάγιες ανάγκες της. Άνθη είναι οι θεωρήσεις και τα συστήματα, άνθη που ομορφαίνουν το σύντομο πέρασμά μας απ’ τον κόσμο, κι όχι κλειδιά που ξεκλειδώνουν το μυστικό του. Ποιο μυστικό, μωρέ; Έχει το Μυστήριο μυστικά;

Όταν δεν έχεις, λοιπόν, β΄ όρο σύγκρισης ούτε υπερ-υποκειμενικό πρότυπο, δικαιούσαι –και σε τι βαθμό– να αξιολογείς αυτό που βιώνεις; Ότι δικαιούσαι, δικαιούσαι. Τα πάντα δικαιούσαι εφόσον μετέχεις ανοικειοθελώς στο μόνο έργο. Τώρα, αν και πόσο αστοχείς στις εκτιμήσεις σου, αυτό, δυστυχώς, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υποχρεωτικότητας του μετέχειν. Υπάρχει, ωστόσο, το σοβαρό ενδεχόμενο η μετοχή να μην είναι αθέλητη ούτε το έργο να είναι το μόνο. Όμως, αυτό δεν φαίνεται να το πληροφορούμαστε εν ζωή. Το ότι δεν αισθάνεσαι την ύπαρξη μεταφυσικής ετερότητας δεν θα πει ότι η μεταφυσική αυτή ετερότητα δεν υπάρχει. Ένας άλλος κόσμος με τους δικούς του κανόνες ενδέχεται ερήμην σου να αναμένει, να σοβεί, να ελλοχεύει στη γωνία του θανάτου ή, νωρίτερα, κάποιας μυστικής εμπειρίας. Ομοίως, το να αισθάνεσαι βέβαιος ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι ο μόνος ούτε τυχαίος ή ότι επέλεξες την παρουσία σου και ότι έχεις συγκεκριμένη αποστολή, επίσης δεν αποδεικνύει τίποτα. Όλες μας οι διαπιστώσεις, όλες μας οι ενοράσεις και όλες μας οι εικασίες συνιστούν γεννήματα της σύμμειξης των προλογικών, των ανορθολογικών και των διανοητικών μας ερεθισμάτων, το κύρος των οποίων ελέγχεται.

Κανένα ταυτολογικό μοντέλο (λογουχάριν, ο κόσμος υπήρχε από πάντα, το Είναι είναι και είναι όπως είναι γιατί έτσι γουστάρει) δεν προφυλάσσει την αυτοσυνειδησία από διάφορες μορφές διάστασης ή δυσαρέσκειας ως προς την πειθώ του οφθαλμοφανούς και αυταπόδεικτου. Τα πράγματα θα εξαντλούνταν σε επίπεδο αγώνων ή επίδειξης νοημοσύνης κι αισθητικής, εάν η θνητότητα και οι προοπτικές της δεν εισήγαν στον κόσμο τη φρίκη κι εάν ο θαυμασμός δεν μπορούσε να μετατραπεί ακόμη και σε τρόμο (P. Hadot). Εάν το υποκείμενο δεν κατακλυζόταν από την επιθυμία για προσωρινή ασφάλεια και τον πόθο για οριστική σωτηρία. Εδώ ειδικά η έννοια της μεταφυσικής αποκτά τις πλέον σοβαρές και δραματικές διαστάσεις της, καθότι δεν συναρτάται με το θάμβος για το θέαμα του κόσμου αλλά με το δέος για την εύρεση στον κόσμο. Η αίσθηση, η γλώσσα και η στάση αλλάζουν άρδην, ο ουρανός σκοτεινιάζει, το στήθος πιέζει, το μέλλον απειλεί. Ξάφνου, ολόκληρη η μεταφυσική γραμματεία φαντάζει ανόητο κι ολέθριο παιχνίδισμα εάν δεν προσφέρει εγγυημένες προτάσεις διάσωσης, οδηγίες προς ναυαγούς, παραμυθία σε τεθλιμμένους. Εδώ, στη διακύβευση της αλήθειας ή της ύπαρξης, αναδεικνύεται περίτρανα η άβυσσος μεταξύ φιλοσοφίας και θρησκείας, παρά τη στενή τους αιμομικτική συγγένεια. Εδώ, αντιστοίχως, αναδεινύεται και η άβυσσος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, όπου ο σκοπός τού φιλοσοφείν δεν είναι καθόλου η ενδελεχής περιγραφή της εντεύθεν όχθης μας αλλά η διά της μεταμορφώσεως μετάβαση στην εκείθεν (H. Zimmer). Εδώ (εκεί, δηλαδή) δεν «παίζουμε». Η φιλοσοφία στην Ινδία «δεν είναι ένα επάγγελμα» (V. Fatone) και ο ανθοκομικός εκλεκτικισμός του κήπου που λέγαμε παραπάνω θεωρείται αδιανόητος, όπως και η μέριμνα για πρωτοτυπία. Εδώ απαιτείται ένα παλαιόθεν δοκιμασμένο σύστημα, εννοείται με αποκλειστικές προδιαγραφές επιτυχίας, κάτι, άλλωστε, που χαρακτηρίζει όλες τις πνευματικές παραδόσεις και κοινότητες. Μέχρι την τελική επιτυχία, το χρέος της γνήσιας θρησκευτικότητας έγκειται στο να μας διδάσκει «πώς να είμαστε αποτυχημένοι» (L. Kołakowski).

Αλλά, επιστρέφουμε, η μεταφυσική δεν αφορά ούτε υπονοεί κατ’ ανάγκην την ύπαρξη οντολογικής ετερότητας. Όπως τονίζει ο Π. Κονδύλης, οι μεταφυσικές δομές σκέψης παραμένουν ζωντανές «ανεξάρτητα από το υπερβατικό ή εμμενές περιεχόμενό τους», κοντολογίς, το «Υπερεμπειρικό» δεν πρέπει σώνει και ντε να ταυτίζεται με το «Υπερβατικό». Αναφερόμαστε στη σκανδαλιστική διάσταση του εγκιβωτισμού τού προς εξοικείωση Αγνώστου σ’ ένα ευρύτερο Άγνωστο, του διαμοιρασμού του Μυστηρίου και της μαγείας ή του εφιάλτη των επάλληλων υποσυνόλων πραγματικότητας. Το να κάνουμε λόγο για άλλο κόσμο, όταν δεν έχουμε ιδέα για τούτον εδώ, φαντάζει εξωφρενικό. «Ο χωρισμένος μου εαυτός είναι που χώρισε τον κόσμο από λάθος» θα πει το στο εξαίσιο τραγούδι του ο Ορφέας Περίδης. Μα πώς, λοιπόν, να μη φερόμαστε έτσι όταν ερχόμαστε όχι απλώς εφοδιασμένοι αλλά καταδικασμένοι να μην αρκούμαστε ολότελα στην κατάστασή μας, όταν «στην καρδιά» του Είναι το ον αισθάνεται μια κάποια αφιλοξενία ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχέρεια προσαρμογής; Να πώς το καταγράφει πολύ πριν (Η Μεταφυσική, 1908) από τον Scheler και τον Heidegger ο τρομερός Αργεντινός Macedonio Fernández: «Η “αμηχανία του είναι”, η “κατάπληξη της ύπαρξης”, η κατάπληξη μπροστά σε κάθε Ύπαρξη, μπροστά στο γεγονός ότι οτιδήποτε είναι ή υπάρχει, ότι υπάρχει “ύπαρξη”, ότι το “είναι” υπάρχει, ή ότι “υπάρχει η ύπαρξη”, αυτή είναι η πηγή της Μεταφυσικής (…) Η μεταφυσική είναι η δραστηριότητα που αναπτύσσει τη νοημοσύνη που τίθεται σε κίνηση από την παράξενη ανησυχία και έκπληξη που ξυπνά μέσα μας όταν αντιλαμβανόμαστε ότι, παρά την ιδιότητά μας ως “όντων”, ως “υπαρχόντων”, η “Ύπαρξη”, το “Όν” μάς είναι ακατανόητο. Έχουμε χάσει την οικειότητα, την έμφυτη και πλήρη αποδοχή του “είναι”, και παρότι δεν είμαστε τίποτε άλλο από αυτό, το “είναι”, και τίποτα δεν θα έπρεπε να μας είναι τόσο οικείο και σαφές, και η Πραγματικότητα και η δική μας πραγματικότητα θα έπρεπε να μας είναι τόσο μύχια, διαυγής, διαφανής σαν να είχε βγει από τα ίδια μας τα χέρια, μας φαίνεται ότι η ύπαρξη τού είναι απαιτεί μια Επεξήγηση (…) Αυτή η δυσφορία από την οποία προκύπτει η μεταφυσική ερώτηση είναι η “κατάπληξη του Όντος”, η κατάπληξη της ύπαρξης». Πρόκειται για τη χαϊντεγκεριανή υπόμνηση του γνωστού πλατωνικού θαυμασμού (Erstaunen) ως αρχής της φιλοσοφίας, με την έννοια της καταγωγικής εκπόρευσης αλλά και της μόνιμης κυριαρχίας. Και, το επαναλαμβάνουμε, η εν λόγω εμπειρία δύναται να βιωθεί κι εκτός των θεολογικών συμφραζομένων. «Η μεταφυσική συνείδηση δεν έχει άλλα αντικείμενα διαφορετικά από εκείνα που έχει η καθημερινή εμπειρία: αυτός ο κόσμος, οι άλλοι άνθρωποι, η ανθρώπινη ιστορία, η αλήθεια, ο πολιτισμός. Αλλ’ αντί να δέχεται ότι όλα έχουν καλώς διευθετηθεί, αντί να δέχεται αυτά ως συμπεράσματα χωρίς προκείμενες και ωσάν να είναι αυτονόητα, αποκαλύπτει εκ νέου τη θεμελιώδη παραδοξότητά τους για μένα και το θαύμα της εμφανίσεώς τους» (M. Merleau-Ponty). Ό,τι, με άλλους όρους, ο ξεχασμένος Peter Wust στο έργο του Η ανάσταση της Μεταφυσικής (1920) ονόμαζε το «θαύμα τού Είναι» (Seinswunder) ή το «αίνιγμα τού Είναι» (Seinsrätsel), βέβαιος πως «η μεταφυσική δεν μπορεί ποτέ να εξαφανιστεί, επειδή η ουσιώδης τάση της ανθρωπότητας δεν μπορεί να εξαλειφθεί από την ανθρώπινη φύση». Το ίδιο κι ο José Ortega y Gasset: «η μεταφυσική δραστηριότητα είναι ένα αναπόφευκτο συστατικό της ανθρώπινης ζωής. Ακόμα περισσότερο: είναι αυτό που ο άνθρωπος κάνει πάντα και όλες οι άλλες δραστηριότητές του είναι αποστάγματα και κατάλοιπα αυτής». Ή, ως επί το πλείστον, της έλλειψής της.

Όταν δεν βασιλεύει πνευματική απάθεια και ολοσχερής –ζωώδης ενίοτε– απορρόφηση στην Πραγματικότητα (ωσάν να ήταν πραγματική!), μοιάζει να παρακολουθούμε μια διελκυστίνδα όπου απ’ τη μίαν άκρη τραβάει το αντιμεταφυσικό μένος του τεχνολαγνικού επιστημονισμού και του δικέφαλου ιδεολογικού υλισμού (μαρξοειδούς και καπιταλιστικού), και απ’ την άλλη η ψευδομεταφυσική παράνοια των παραθρησκευτικών και παραπνευματικών ομίλων εγχώριας ή ινδικής έμπνευσης και συμφερόντων συνήθως με ονοματεπώνυμο. Εναπόκειται πλέον στην οργανωμένη θρησκεία με τη θεολογία και τη λατρεία της, μέγιστο μολονότι αποδοκιμασμένο και διαχρονικώς αυτοχειριαζόμενο θεματοφύλακα της μεταφυσικής αλλά και της ηθικής, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία και στην τέχνη, στις ουσιαστικές εκδοχές τους, να διατηρούν σταθερή τη μεταφυσική εγρήγορση της ανθρωπότητας, από την οποία –παρεμπιπτόντως– εξαρτώνται ποιοτικώς και αυτές και η ανθρωπότητα.

Κύλιση στην κορυφή