Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντώ στην προσπάθειά μου να εξηγήσω αυτό που εννοώ είναι η εξής: Τείνετε να θεωρήσετε τη διαφορά μας, τρόπον τινά, ως διαφορά γνωμών. Εγώ όμως δεν προσπαθώ να σας πείσω να αλλάξετε γνώμη. Το μόνο που κάνω είναι να συνιστώ ένα ορισμένο είδος έρευνας. Και, αν σ’ αυτή τη σύσταση παρεισφρέει κάποια γνώμη, δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη γνώμη ότι αυτό το είδος έρευνας είναι εξαιρετικά σημαντικό και πολύ αντίθετο με το βαθύτερο αίσθημα ορισμένων από σας. Αν σε αυτές τις διαλέξεις εκφράσω καμίαν άλλη γνώμη, τότε κοροϊδεύω τον εαυτό μου.
Λούντβιχ Βιττγκεστάιν
1.
Στα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων, ιδίως μετά τη λεγόμενη περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά όχι μόνο[1], οι επιθετικοί προσδιορισμοί που προτάσσονται στη λέξη «κράτος» προκειμένου να δηλώσουν τις επιδιώξεις των πολιτικών κομμάτων αναφορικά με αυτό, είναι πολλαπλές: σύγχρονο, δημοκρατικό, εκσυγχρονιστικό, αποτελεσματικό, δίκαιο, αναπτυξιακό, επιτελικό κ.τ.λ. Σε κάθε προεκλογική περίοδο επαναλαμβάνονται μονότονα οι παραπάνω και άλλοι επιθετικοί προσδιορισμοί. Λογικά, η συνεχής επανάληψη του παραλλαγμένου, αλλά ίδιου ουσιαστικά στερεότυπου, σημαίνει ότι ο στόχος εξακολουθεί να μένει ανεκπλήρωτος, ανεξαρτήτως αν μπορεί να διαπιστωθεί κάποια (φυσική) εξέλιξη (βασισμένη στην εργαλειακή και τεχνολογική ορθολογικότητα –χαρακτηριστικό παράδειγμα η επιχειρούμενη ψηφιοποίηση της τελευταίας περιόδου). Παράλληλα διαπιστώνεται ότι ο στόχος για τη δημιουργία ενός κράτους, με όποιον επιθετικό προσδιορισμό από τους παραπάνω αναφερόμενους, βρίσκεται στα χέρια του πολιτικού συστήματος και των κομμάτων που το απαρτίζουν. Είναι τα πολιτικά κόμματα που το απαρτίζουν κατά βάση πελατειακά και λαϊκίστικα, και με τις διαχρονικές ενέργειές τους έχουν κτίσει ένα κράτος που λειτουργεί κατ’ εικόνα τους και αντανακλά τα βασικά χαρακτηριστικά τους.
Συνεπώς ορθό είναι να ομιλούμε για ένα πολιτικό σύστημα υπεύθυνο για την υπάρχουσα κατάσταση. Κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο ακραίο γεγονός –και συμβαίνουν αρκετά με κόστος ανθρώπινες ζωές– επανέρχεται στο προσκήνιο το θέμα των αδυναμιών του κράτους: ο απίστευτος γραφειοκρατικισμός της δημόσιας διοίκησης, η εξαπλούμενη διαφθορά, η εκτεταμένη διαπλοκή με ολιγαρχικές οικονομικές αρχηγεσίες (παράδειγμα αντιπροσωπευτικό η κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του ποδοσφαίρου), η κατάληψη όλων των διευθυντικών θέσεων από κομματικά στελέχη του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, τα προβλήματα με τη δικαιοσύνη, τα οποία δεν αφορούν μόνο τον χρόνο απονομής της, αλλά αντανακλούν όλο και πιο έντονα φαινόμενα κομματικοποίησής της και χρησιμοποίησης του φιλελεύθερου κράτους δικαίου, μέσω συνεχών νέων και ευρηματικών «ερμηνειών», στη νομιμοποίηση όλο και πιο αυταρχικών επιλογών της εκτελεστικής εξουσίας κ.τ.λ.
Όχι όμως τις διαχρονικές ευθύνες των κομμάτων που έχουν κυβερνήσει τον τόπο. Αυτό απαλύνεται ή και αποσοβείται με τις ρητορικές αντιπαλότητες μεταξύ των κομμάτων που επιρρίπτουν το ένα την ευθύνη στο άλλο, πολώνοντας τη συζήτηση και οδηγώντας την μακριά από τη διαχρονική ευθύνη τους. Παράλληλα, σε κάθε ευκαιρία που τίθενται ζητήματα των μεγάλων αδυναμιών του ελληνικού κράτους, κάθε κόμμα αφού ρίξει τις ευθύνες στο άλλο, δηλώνει έτοιμο να δώσει λύση στο πρόβλημα αν το εμπιστευθούν οι Έλληνες[2]. Ποιος χαρακτηρισμός είναι ο πρέπων σε αυτή τη συμπεριφορά;
Μπορούμε όμως να αφήσουμε την απογοήτευσή μας κατά μέρος, και να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τη δυσάρεστη αυτή πραγματικότητα.
2.
Η έννοια των πελατειακών σχέσεων χρησιμοποιείται κατά κόρον ως βασική ερμηνευτική κατηγορία για τον χαρακτηρισμό του ελληνικού κράτους και συγκεκριμένα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, όπως αποκρυσταλλώθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και συνεχίζει να ανιχνεύεται ποικιλοτρόπως μέχρι και τις ημέρες μας. Η χρήση της εντάσσεται στην εντεινόμενη προσπάθεια των πολιτικών επιστημόνων να διευρύνουν το αντικείμενο της πολιτικής επιστήμης, μελετώντας τα προβλήματα της εξουσίας σε χώρες ή σε περιοχές που βρίσκονται έξω από τις παραδοσιακές κοιτίδες της εμπεδωμένης κρατικής εξουσίας και της έναρθρης πολιτικής σκέψης. «Η σύλληψη των σχέσεων εξουσίας ως σχέσεων “πατρώνων- πελατών”, στο πλαίσιο ενός “συστήματος” γενικότερων “πελατειακών” σχέσεων, προέρχεται από την κοινωνική ανθρωπολογία και εδράζεται στην αναμφισβήτητη διαπίστωση ότι, στις περισσότερες πρωτόγονες ή “υποανάπτυκτες” κοινωνίες, η εξουσία αποκρυσταλλώνεται σε ένα σύστημα προσωπικών σχέσεων, έτσι ώστε οι επίσημες και θεσμοποιημένες μορφές οργάνωσης της πολιτείας –και όταν ακόμα υπάρχουν– να εμφανίζονται ως απλά νομικοθεσμολογικά επιχρίσματα που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα».[3] Ένας γενικά αποδεκτός ορισμός είναι αυτός που παρουσιάζει την πελατειακή σχέση «ως μια σχέση εκούσιας διπολικής ανταλλαγής ανάμεσα σε κοινωνικούς φορείς άνισης (πολιτικής) κοινωνικής και οικονομικής ισχύος , που στηρίζεται στην αμοιβαία ανάληψη υποχρεώσεων παροχής ορισμένων διαφορετικών υπηρεσιών, χωρίς αυτό το πλέγμα των υποχρεώσεων να εντάσσεται σε ένα δεδομένο, έννομο ή οπωσδήποτε θεσμοποιημένο σύστημα αξιολογικών κανόνων συμπεριφοράς και αντίστοιχων κυρώσεων»[4]. Ο αναφερθείς ορισμός, ο οποίος, βεβαίως, δεν είναι ο μόνος που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός[5], μας βοηθά να προχωρήσουμε στην ανάλυση της ελληνικής ιδιόμορφης περίπτωσης.
Το πρώτο σημείο που πρέπει να απαντηθεί είναι ποιοι είναι οι κοινωνικοί φορείς που διαπλέκονται εκουσίως σε μια διπολική σχέση.
Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι πολιτικές και οικονομικές αρχηγεσίες και από την άλλη πλευρά το εκλογικό σώμα που ως τέτοιο έχει δικαίωμα ψήφου. Οι ελληνικές πολιτικές και οικονομικές αρχηγεσίες του νέου ελληνικού κράτους αποτελούνταν από ένα μίγμα εκπροσώπων της παραδοσιακής πατριαρχικής οργάνωσης (προύχοντες-κοτζαμπάσηδες), πρώην ηγέτες των άτακτων στρατευμάτων του Αγώνα, άτομα και ομάδες του παροικιακού Ελληνισμού (με κύριες δραστηριότητες το εμπόριο και τις τραπεζικές υπηρεσίες), και τους ασχολούμενους με τη ναυτιλία. Κοινωνικές ομάδες που πόρρω απείχαν από αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε ως αστική τάξη της Δύσης.
Από την άλλη πλευρά υπήρχε το εκλογικό σώμα, στο οποίο ο αποφασιστικός παράγοντας ήταν το πολιτικό βάρος των αγροτών, ενώ βεβαίως, συμμετοχή είχαν και τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα των πόλεων.
Το δεύτερο σημείο αφορά το πώς λειτουργεί το πελατειακό σύστημα, ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο που του επιτρέπει να υπάρχει και να δυναμώνει.
Ο δίαυλος επικοινωνίας των δύο αυτών κοινωνικών φορέων είναι ο κοινοβουλευτισμός, σε συνδυασμό με την καθολική ψηφοφορία. Η διαρκής αλληλεπίδραση των δύο φορέων, μέσω των πολιτικών και εκλογικών ανταγωνισμών, δημιουργεί το πελατειακό σύστημα, του οποίου η παρουσία, με το πέρασμα του χρόνου και την όξυνση των ανταγωνισμών, εμπεδώνεται και αποκτά μια δυναμική αυξανόμενη με γεωμετρική πρόοδο.
Το τρίτο σημείο αναφέρεται στο ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της εγκαθιδρυμένης σχέσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διακύβευμα ήταν η κατάκτηση του κράτους από τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αρχηγεσίες. Τούτο διότι υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν μετά την απελευθέρωση, ο κρατικός μηχανισμός δεν ήταν μόνον ο φορέας της πολιτικής εξουσίας αλλά και ο κυριότερος κοινωνικός μηχανισμός άντλησης και κατανομής του οικονομικού πλεονάσματος[6]. Η κατάκτηση του κράτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού και καθολικής ψηφοφορίας, δημιουργεί την ανάγκη καταβολής ενός «μικρού» αντίδωρου σε όλους όσοι συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία. Το βασικό αντίδωρο λαμβάνει τη μορφή της πρόσληψης στον κρατικό μηχανισμό[7].
«Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή τη συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες».[8] Είναι αναμφισβήτητο, ότι ο κρατικός μηχανισμός υπήρξε ότι τουλάχιστον μέχρι και τους βαλκανικούς πολέμους ο κύριος πόλος έλξης των ατόμων που εγκατέλειπαν την ύπαιθρο και εγκαθίσταντο στις πόλεις προσβλέποντας στην κοινωνική τους ανέλιξη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι όλες οι συμμετέχουσες κοινωνικές ομάδες λάμβαναν κατά καιρούς «αντίδωρα» διαφόρων μορφών. Αναφέρω, ως παράδειγμα, ότι στα μικρομεσαία στρώματα των πόλεων «επιτράπηκε» η αυθαίρετη δόμηση ή και η σχετική φοροδιαφυγή.
Το τέταρτο σημείο αφορά το ποιος από τους διαπλεκόμενους κοινωνικούς φορείς έχει τον καθοριστικό-κυρίαρχο ρόλο σε αυτή τη σχέση, διότι είναι περισσότερο από προφανές, ότι η εγκαθιδρυμένη σχέση είναι ετεροβαρής και άνιση. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά διότι η πελατειακή σχέση δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά η μεταφορά της πατριαρχικής σχέσης από την κοινωνία στην πολιτική, «η οποία διατηρεί το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης, είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους “ανθρώπους του” υπακοή (εμπνεόμενη λιγότερο από αφηρημένα-κοσμοθεωρητικά και περισσότερο από συγκεκριμένα-προσωπικά κίνητρα), όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να “ενεργήσει για τις υποθέσεις τους”, δηλαδή τους βοηθά να τακτοποιηθούν και τους εξασφαλίζει με την επιρροή του πλεονεκτήματα στον συναγωνισμό με τους οπαδούς άλλων κομμάτων»[9].
3.
Μια ακόμη έννοια, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές αρχηγεσίες οι οποίες, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας, την χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων πολιτικών αρχηγεσιών που αγωνίζονται να αποτελέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίες, όταν κερδίσουν την εκλογική διαδικασία και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την έννοια του λαϊκισμού εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ αντίπαλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση «λαϊκών» αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, ως «λαϊκιστική». Ό,τι είναι για το έναν «λαϊκό», είναι για τον άλλον «λαϊκίστικο», και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου. Έτσι ο λαϊκισμός είναι μια έννοια αρνητικά φορτισμένη. Δεν υπάρχει κανένας, είτε είναι πολιτικός είτε είναι διανοούμενος, που να έχει αποδεχτεί τον τίτλο του λαϊκιστή.
Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο. «Λαϊκισμός είναι ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώνεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και την (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής»[10].
Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πράξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω απόψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.
«Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τιμωρείται ανάλογα»[11].
Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανισθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως, «σπρώχνει» στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με τη δική του οπτική.
Η ιδεολογία δεν περιορίζεται απλώς στην ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά αποβλέπει και στη διαμόρφωσή της με τρόπο συστηματικό. Αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο της ιδεολογίας συνυπάρχουν η θεωρητική επεξεργασία και η κοινωνική δραστηριοποίηση, η αντίληψη και η κοινωνική παρέμβαση, η ερμηνεία και η πολιτική κινητοποίηση. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται ότι η ιδεολογία, αν θέλει να είναι αποτελεσματική, οφείλει όχι μόνο να ερμηνεύσει αλλά και να πείσει, όχι μόνο να αντιληφθεί αλλά και να παρακινήσει, όχι μόνο να προπαγανδίσει αλλά και να κινητοποιήσει. Οι διαπιστώσεις αυτές μας οδηγούν στο εσωτερικό της ιδεολογίας και καταδεικνύουν τη σημασία της εσωτερικής λογικής από την οποία διέπεται αυτή η ιδεολογία.
Η πολιτική λειτουργία της έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σαφών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρχική έννοια της ισότητας.
Η τελευταία είναι επίσης μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο εκτός αν επιλεγούν, δια συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτήρια τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα κ.τ.λ. Όμως και σε αυτή την περίπτωση η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής-νεφελώδης προσέγγιση, υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» ένα σαφέστατο συμβολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.
Στο σημείο αυτό μια επισήμανση υπό τύπον συμπεράσματος κρίνεται αναγκαία. Αυτό που συνάγεται από τα προηγουμένως λεχθέντα καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε μόνον προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν. Οι αναλυτές που επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας, οδηγούνται σε αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πολιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκισμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις αρχηγεσίες που τα εξαπατούν. Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινωνική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η δημαγωγία[12] δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου. Όμως, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας σε βασική αναλυτική κατηγορία του λαϊκισμού, διότι τότε η ιστορικά διαπιστωμένη διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας στερεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα στην έννοια του λαϊκισμού ως ειδική κατηγορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερμηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την κατ’ αρχάς πρόταξη κριτηρίων με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων κριτηρίων καθιστά την όποια προσπάθεια μάταιη ή τις περισσότερες φορές οδηγεί στην αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.
4.
Ο Π. Κονδύλης, επιχειρώντας να ξεδιαλύνει την κατάσταση αναφέρει ως «λαϊκιστική συνύφανση» την ταύτιση της volonté generale (γενικής θέλησης) με τη volonté des tous (θέληση όλων), επαναφέροντας τη γνωστή αντίληψη του Ρουσώ[13]. Αυτή η «λαϊκιστική συνύφανση», αναφέρει ο Έλληνας διανοητής, «συγκεκριμενοποιείται υλικά υπό τη μορφή μιας ικανοποίησης αιτημάτων, τα οποία θα έπρεπε να έχουν απορριφθεί, αν εφαρμόζονταν καθαρά πραγματολογικά οικονομικά ή άλλα κριτήρια. Έτσι ορισμένοι άνθρωποι αποκτούν αγαθά και θέσεις που δεν αξίζουν με βάση τη γενικά ισχύουσα αρχή της απόδοσης. Από την άποψη αυτή, μέσα στη μαζική δημοκρατία η αξιοκρατία και ο λαϊκισμός αναγκαστικά διεξάγουν μεταξύ τους ασταμάτητο αγώνα, του οποίου η έκβαση είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση»[14].
Παρότι η ανωτέρω άποψη φαίνεται να οδηγεί σε κάποια διέξοδο, γίνονται άμεσα αντιληπτές οι δυσκολίες του εγχειρήματος. Ο καθορισμός της γενικής βούλησης είναι πρωτίστως πολιτικός και, ως τέτοιος, υπόκειται σε συγκρουσιακές διαδικασίες, στις οποίες κυριαρχεί η γνώμη ή η πεποίθηση. Παράλληλα, τα πραγματολογικά οικονομικά κριτήρια προϋποθέτουν την ύπαρξη θεωρητικής προσέγγισης. Παρ’ όλα αυτά, η συστηματική επιστημονική προσέγγιση, με βάση τον αξιολογικό μηδενισμό, μπορεί να αναδείξει ένα πλαίσιο κριτηρίων ικανό να οδηγήσει σε μια κατ’ αρχήν προσέγγιση του ζητήματος.
Παρ’ όλα τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι ο λαϊκισμός, ως πολιτική ιδεολογία, εκφράζει την κεντρικότητα της σχέσης μεταξύ «λαού» και πολιτικής εξουσίας. Μάλιστα αυτό το «πράττει» οργανώνοντας διάχυτες παραστάσεις και αποσπασματικές εγκλήσεις ατόμων, ομάδων και ευρύτερων κοινωνικών συνόλων που διαπνέονται από τον λαϊκισμό, συγκροτώντας, εν τέλει, μια πολιτική αντίθεση προς τις άλλες πολιτικές ιδεολογίες. Ως πολιτικήιδεολογία αποτελεί το συγκολλητικό υλικό όλων των υπολοίπων κοινωνικών στιγμών. Άλλωστε καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την απαραίτητη συνοχή και συνεκτικότητα που της παρέχει η πολιτική[15].
Μάλιστα θα υπογραμμίζαμε, κάνοντας ένα περαιτέρω βήμα, ότι εκφράζει κυρίως τη σχέση των «μη προνομιούχων στρωμάτων» με την πολιτική εξουσία. Έναν τρόπο ένταξης των λαϊκών μαζών στην πολιτική ζωή. Επομένως, είναι συνυφασμένη απόλυτα με τη συγκεκριμένη διαδικασία. Ως εκ τούτου θα εκδηλωθεί όταν θα προκύψει η συγκεκριμένη ανάγκη.
Στην αναπτυγμένη δύση η ανάγκη αυτή προκύπτει από την άνοδο του εργατικού-αγροτικού και γενικά λαϊκού κινήματος από τα τέλη του 19ου αιώνα. Τυπικά ικανοποιείται με την «παραχώρηση» του εκλογικού δικαιώματος στους άρρενες ψηφοφόρους στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μάλιστα η «παραχώρηση» χαρακτηρίζεται από διαρκείς πολιτικές συγκρούσεις με αντικείμενο την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται άλλωστε παρά μόνο σταδιακά. Το γεγονός αυτό έρχεται να ενσωματωθεί σε μια δομημένη και ιεραρχική αστική κοινωνία, στην οποία οι κανονιστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των «οικονομικών», των «πολιτικών» και των «ιδιωτικών» κωδίκων συμπεριφοράς έχουν κρυσταλλωθεί. Παρ’ όλα αυτά και σε αυτές τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες εμφανίζεται, σε κάποια χρονική στιγμή, ως λαϊκισμός, η αντίληψη που αναφέρεται στον ή επικαλείται τον «λαό» ως αντίπαλο δέος τόσο στην κατεστημένη δομή της εξουσίας όσο και των κυρίαρχων ιδεών και αξιών της κοινωνίας. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό[16].
Όμως στις σύγχρονες δυτικές μαζικοδημοκρατίες το πρόβλημα είναι ότι στη θέση της ισχνής και ρέπουσας προς την ολιγαρχία και αυταρχικότητα «δημοκρατίας» με το υπάρχον καθεστώς των παγκοσμιοποιημένων αγορών, η λύση που εμφανίζεται ως πιθανότερη είναι επίσης αυταρχική και αντιδημοκρατική και λαϊκιστική στην ακραία της μορφή που σίγουρα δεν συνάδει καθόλου με την έννοια της δημοκρατίας που εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία, την ισονομία και στην ισοπολιτεία[17].
5.
Η εξέλιξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού εμπεριέχει στοιχεία που τη διαφοροποιούν σαφώς σε σχέση με την υπάρχουσα τυπολογία της διαδικασίας ανάπτυξης των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης, κατά βάση του αγγλοσαξονικού χώρου αλλά και αυτού της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης[18].
Η ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης[19] έγκειται στο ότι λόγω της διαφορετικής διαδρομής της ελληνικής κοινωνίας και της εμφάνισης του ελληνικού κράτους «εκ του μηδενός», η ανάγκη ενσωμάτωσης κυρίως των αγροτικών μαζών παρουσιάσθηκε πολύ νωρίς και εκφράσθηκε με την παραχώρηση του εκλογικού δικαιώματος ήδη από το 1844 (ουσιαστικά από το 1864) και μάλιστα σε μια κοινωνία στην οποία κανένας από τους αναφερόμενους παραπάνω κώδικες συμπεριφοράς του δυτικού αστικού υποδείγματος δεν είχε αποκρυσταλλωθεί[20]. Και το κυριότερο, η γενίκευση της ψήφου εισάγεται εξαιρετικά πρώιμα και κυρίως χωρίς δυσκολίες.
Έτσι στην ελληνική περίπτωση έχουμε την εμφάνιση από πολύ ενωρίς «μερικώς μαζικοδημοκρατικών» φαινομένων (χωρίς βέβαια τη μαζική καταναλωτική διάσταση του φαινομένου) και ένα κράτος το οποίο ουδέποτε διαχωρίστηκε πλήρως από την κοινωνία με τον τρόπο που αυτό έγινε στη Δύση κατά την περίοδο της αστικής κυριαρχίας.
Βεβαίως, αυτή η παραχώρηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνο λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία μιας δομημένης αστικής τάξης με σαφή έλλειψη σταθερά συγκροτημένων συμφερόντων, ανάλογη με αυτήν που οικοδομήθηκε στις περισσότερες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε, παράλληλα, την ισχνότητα της «κοινωνίας των ιδιωτών» ή αυτό που σήμερα ονομάζεται ως «κοινωνία των πολιτών». Έτσι έχουμε το φαινόμενο της «πρώιμης» εισαγωγής δημοκρατικών θεσμών σε μια χώρα με εντελώς διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα από την αντίστοιχη των χωρών της Δύσης. Είναι εύκολα αντιληπτό, ότι και η πορεία του νέου κράτους θα είναι ιδιόμορφη. Η ιστορική εξέλιξη φαίνεται να δικαιώνει την παραπάνω ερμηνεία. Συγκεκριμένα:
Η επανάσταση του 1843 ήταν έργο των ηγετικών ομάδων που είχαν αποκλεισθεί από την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Η κίνησή τους απέβλεπε στην αντικατάσταση του βασιλιά, των Βαυαρών και της ελληνικής γραφειοκρατίας ως διαμορφωτών της πολιτικής. Ως αποτέλεσμα είχε την εκδίωξη των Βαυαρών και την καθιέρωση συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο, ο βασιλιάς διαμοιραζόταν την αρχή με την εκλεγμένη νομοθετική εξουσία. Εγκαινίασε επίσης μια διαδικασία εκλογική που, μαζί με την προϋπάρχουσα ήδη στην περασμένη δεκαετία διοικητική πρακτική, αποτέλεσαν την πολιτική ζωή της Ελλάδος στα υπόλοιπα χρόνια της οθωνικής βασιλείας. Εκείνο που προτάσσεται, στο σημείο αυτό, αποκτώντας τεράστιο ενδιαφέρον, είναι η ανάδειξη της εσωτερικής σχέσης που υπήρχε ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες λειτουργίες, την εκλογική και τη διοικητική. «Ποια ήταν δηλαδή η επιβολή που είχε η κοινοβουλευτική κυβέρνηση στη διοίκηση και ποια ήταν η επιβολή που είχε η διοίκηση στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση; Ή, με άλλα λόγια, με ποιο τρόπο οι διοικούντες (ο βασιλιάς, η αυλή, η γραφειοκρατία) χειρίζονταν τη νομοθετική εξουσία, πώς διείσδυσαν μέσα στη δομή της και το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, τα πολιτικά κόμματα ή όσοι τα απάρτιζαν, διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο, εξαρτώμενο κάθε φορά από τη θέση του. Στο πολιτικό περιβάλλον δηλαδή αν βρίσκονταν στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση»[21].
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι κρίσιμη για την κατανόηση της φύσης του νέου ελληνικού πολιτεύματος και του τρόπου πρακτικής εφαρμογής του. Και οι δύο νέοι θεσμοί προερχόμενοι από την αναπτυγμένη δύση αποτελούν στοιχεία ενός σύγχρονου συστήματος διακυβέρνησης απέναντι σε ένα παραδοσιακό σύστημα διακυβέρνησης (που είχε δημιουργηθεί στην οθωμανική περίοδο και είχε επιβιώσει). Παρά το γεγονός ότι το σύγχρονο σύστημα είχε προορισθεί να υποκαταστήσει το παραδοσιακό, το πολίτευμα του νέου ελληνικού κράτους στην πρακτική εφαρμογή και στη βαθμιαία του ανάπτυξη ήταν προϊόν και των δύο γιατί το ένα επενεργούσε πάνω στο άλλο. Οι καινούργιες πολιτικές δομές, ενώ ανέπλαθαν το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, το παραδοσιακό σύστημα την ίδια στιγμή τις μετασχημάτιζε με βάση τις δικές του προδιαγραφές. Το παραδοσιακό συνίσταται σε ένα σύστημα δικτύων, με βασικά χαρακτηριστικά την προστασία-πελατεία. Δεν είναι δυνατόν στο πλαίσιο αυτής της εργασίας να γίνει εκτενής αναφορά στο σύστημα των δικτύων στις ελληνορθόδοξες κοινότητες, άλλωστε αυτό είναι δουλειά των ιστορικών[22]. Στο σύστημα προστασίας-πελατείας συμμετέχει σχεδόν το σύνολο όσων ανήκουν στις ελληνορθόδοξες κοινότητες: έμποροι, τοκιστές, χωρικοί, εκκλησία, αρματολοί, προεστοί. Δημιουργούνται σχέσεις πατρωνίας, δανεισμού, τοκογλυφίας, προστασίας. Πρόκειται για σχέσεις μιας κοινωνίας χωρίς έντονη διαφοροποίηση στον πολιτικό, τον οικονομικό, τον κοινωνικό τομέα. Η προστασία-πελατεία αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού διακανονισμού, τον οποίο οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει στον προσωπικό τρόπο ζωής τους. Κύριος μηχανισμός του συστήματος Δικτύων-Προστασίας-Πελατείας ήταν αυτός της εξάρτησης. «Η εξάρτηση του τύπου “προστάτης-πελάτης” προϋπέθετε την ικανότητα του πρώτου να εξυπηρετεί τον “πελάτη” και την ελευθερία του τελευταίου να διακόπτει τους δεσμούς όταν έβρισκε ότι δεν τον ικανοποιούσαν τα ανταλλάγματα με τα οποία εξαγόραζαν την εξάρτησή του. Η εξάρτηση ευνοούσε τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους “προστάτες” για να επιτύχουν την υπακοή των “πελατών” και ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό των τελευταίων για να εξασφαλίσουν την εύνοια των “προστατών”. Λειτουργούσε πέρα από διαχωρισμούς τάξεων, δημιουργώντας πλέγματα οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας, έτσι ώστε ο “προστάτης” μπορούσε να γίνεται “πελάτης” ανάλογα με τη θέση του απέναντι σε κάποιον που θα ήταν λιγότερο ή σε κάποιον άλλο που θα ήταν περισσότερο ισχυρός»[23].
Το ζήτημα που προέκυψε στην πράξη και αφορά τον προβληματισμό που αναπτύσσουμε ήταν το ακόλουθο: η προσπάθεια επιβολής ενός απολυταρχικού συγκεντρωτικού κράτους από τη μεριά των Βαυαρών αποτελούσε σαφέστατα εκσυγχρονιστική προσπάθεια στο πλαίσιο της νεωτερικότητας. Έθιγε, όμως, σαφέστατα τα παραδοσιακά δίκτυα προστασίας-πατρωνίας-πελατείας των προκρίτων, των ατάκτων πολεμιστών της επανάστασης, που είχαν στην κυριολεξία εγκατασταθεί στην καρδιά των πολιτικών κομμάτων τα οποία εν τω μεταξύ είχαν δημιουργηθεί. Το απολυταρχικό συγκεντρωτικό κράτος είχε επιφέρει χτυπήματα στα βασικά ερείσματα του παραδοσιακού συστήματος («άτακτος» στρατός, αυτόνομες κοινότητες, αυτόνομη εκκλησία) με τη δημιουργία φορέων κεντρικής εξουσίας. Όμως οι παραδοσιακές αρχηγεσίες κατάφεραν, μετά την παραχώρηση Συντάγματος το 1843, να χρησιμοποιήσουν τον κοινοβουλευτισμό, σημαντικότατο θεσμό της νεωτερικότητας, ως νέα πηγή «προστασίας» μέσω του ολοκληρωτικού ελέγχου των πολιτικών κομμάτων που είχαν ήδη δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Προσεταιρίσθηκαν, δηλαδή τον κοινοβουλευτισμό και τον χρησιμοποίησαν στον αγώνα τους για να χτυπηθεί το απολυταρχικό συγκεντρωτικό κράτος του Όθωνα, κάτι που αντανακλούσε, εν ευρεία εννοία, τη θέληση των πλατειών λαϊκών στρωμάτων, τα οποία πλέον είχαν στα χέρια τους το όπλο της ψήφου. Οι εξελίξεις αυτές έκαναν δυνατή τη διάβρωση ενός νεωτερικού θεσμού (συγκεντρωτικό κράτος) μέσω ενός άλλου νεωτερικού θεσμού (κοινοβουλευτισμός) που κατάληξε στην αναπόδραστη διάβρωση και του δεύτερου. Έτσι δημιουργήθηκε ένας σκληρός πυρήνας σε μια πολιτική, κοινωνικο-πολιτιστική «δομή», τα αποτυπώματα του οποίου ανιχνεύονται μέχρι σήμερα[24]. Η δυνατότητα διαχρονικής διαιώνισης του σκληρού πυρήνα και η μη αντικατάστασή του από άλλον σκληρό πυρήνα και κατά συνέπεια και από μια άλλη πολιτική, κοινωνικο-πολιτιστική «δομή», οφείλεται στο ότι η δομή για να επιβιώσει χρειάστηκε να προσαρμόζεται συνεχώς, αργά αλλά σταθερά, και με χρονική υστέρηση, στις εκάστοτε νέες συνθήκες, αλλά όχι και ο σκληρός πυρήνας που καθορίζει αυτή τη δομή.
6.
Στη Δύση, αντιθέτως, η ανάπτυξη του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους αποτέλεσε αφενός τη συνέχεια του απολυταρχικού κράτους, και αφετέρου, η εκτεταμένη ταύτιση της πολιτικής και του κράτους έγινε συνήθης και συμβάδιζε με την αντιπαράθεση του κράτους και της κοινωνίας των ιδιωτών[25] (κατά βάση οικονομική). Επιπλέον, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο περιορισμός της ψήφου σε εκείνους που είχαν περιουσία ή ασκούσαν ανεξάρτητο επιτήδευμα αποσκοπούσε στον αποκλεισμό των «επικίνδυνων» μαζών των εργατών και εξαρτημένων χωρικών από την πρόσβαση στα πολιτικά δικαιώματα. Στην Ελλάδα, όπου τόσο οι εργάτες όσο και οι άκληροι χωρικοί ήταν περιθωριακοί, ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός εμφανιζόταν ως «ανεξάρτητος» και είχε, συνεπώς, το δικαίωμα να εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους. Εάν, λοιπόν, οι εκλογικοί περιορισμοί προάσπιζαν στην Ευρώπη τη μονοπώληση της πολιτικής δύναμης από τους αστούς και τους γαιοκτήμονες, η ιδιότυπη ταξική σύνθεση της Ελλάδος δεν επέτρεπε τη δόμηση μιας τέτοιας «περιορισμένης» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[26]. Συνεπώς, το δικαίωμα της ψήφου αποτέλεσε τον κυριότερο μόνιμο μηχανισμό συμμετοχής στην πολιτική ζωή και τον θεμελιακότερο παράγοντα νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας.
Με απλά λόγια, η διαπλοκή μεταξύ κράτους και κοινωνίας στην Ελλάδα, βασικό χαρακτηριστικό στη μαζική δημοκρατία, εμφανίζεται πολύ νωρίτερα, δίχως όμως τις απαραίτητες ιστορικές προϋποθέσεις όπως αυτές πραγματώθηκαν στις χώρες της Δύσης, και ως εκ τούτου λαμβάνει, θα μπορούσαμε να πούμε, ιδιόμορφη υβριδική μορφή και περιεχόμενο. Η διάκριση, ιδιαίτερα, μεταξύ κράτους και κοινωνίας που είχε διατυπωθεί από τον Hegel, έμοιαζε εξ αρχής ασαφής. Η κοινωνία εξ αρχής εισχώρησε στο κράτος αλώνοντάς το.
Σ’ εκείνο που χρειάζεται, όμως, να σταθούμε κριτικά είναι η παρακάτω αντίληψη: «Η διαπίστωση του προαστικού ή προκαπιταλιστικού χαρακτήρα της οικονομικής ανόδου του ελλαδικού χώρου στην τελευταία προεπαναστατική περίοδο σημαίνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από τη διαδεδομένη θέση ότι η άνοδος αυτή, όντας περιορισμένη, δεν στάθηκε ικανή να ξεπεράσει τα φεουδαλικά πλαίσια της οικονομίας και της κοινωνίας και έτσι τελικά συμβιβάσθηκε με αυτά»[27]. Η διαδεδομένη αυτή αντίληψη στηρίζεται στην ταύτιση του γαιοκτητικού καθεστώτος που υπήρχε στον ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής με το φεουδαλικό καθεστώς[28] που αναπτύχθηκε στη Δύση. Όπως όμως είπαμε προηγουμένως, πρόκειται για μια εντελώς λανθασμένη αντίληψη. Ο λόγος που δεν αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο, μετά την οικονομική άνοδο, μια αστική τάξη δυτικοευρωπαϊκής υφής είναι ακριβώς ότι εδώ δεν υπήρξε ούτε φεουδαλισμός δυτικοευρωπαϊκού τύπου. Η απουσία απολυταρχικού κράτους άφησε ημιτελή τη διάκριση κράτους και κοινωνίας. Στην Ελλάδα η ανυπαρξία κεντρικού κρατικού φορέα ικανού να αντιπαρατεθεί με την προαστική κοινωνία, να την καθοδηγήσει και να τη μετασχηματίσει οδήγησε απλώς στην αντανάκλαση των προαστικών κοινωνικών διεργασιών στο κράτος, καθιστώντας το δέσμιο μιας μη αστικής, αλλά πατριαρχικής αντίληψης που ήταν κυρίαρχη κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής. Το νέο ελληνικό κράτος, δημιουργούμενο εκ του μηδενός, χωρίς δηλαδή εκείνο το αναγκαίο πρόπλασμα, που στη δύση ήταν το απολυταρχικό κράτος (πρόκειται ουσιαστικά για δεσποτεία που επιβάλλει τους όρους της χωρίς ενδοιασμούς) αποδείχτηκε εύκολη λεία μιας κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία κυριαρχούσαν τα πατριαρχικά υποκείμενα[29].
7.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που επίσης πρέπει να αξιολογηθεί. Πρόκειται για την άποψη που διατυπώνει ο Κονδύλης[30], σύμφωνα με την οποία:
«Η εισαγωγή του βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού στη χώρα, και μάλιστα πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν υπήρξε αναγκαία κι αναπόδραστη απόρροια εσωτερικών διεργασιών, αλλά κατά πρώτο λόγο η απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής (υποστήριξη των αλυτρώτων κ.τ.λ.) και συνάμα το μέσο με το οποίο οι Δυνάμεις αυτές φαντάζονταν ότι στο εξής θα μπορούσαν να ασκήσουν πιο τελεσφόρα την επιρροή τους».
Αν είμαστε σε θέση να εξάγουμε ένα πρώτο αλλά σημαντικό συμπέρασμα για τον ρόλο του λαϊκισμού στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, είναι, ότι συνετέλεσε στην έντονη πολιτικοποίηση των Ελλήνων πολιτών, η οποία «εμπεριείχε ωστόσο εξαρχής μια συγκαλυμμένη και εξωραϊσμένη εκδοχή της παραδοσιακής εξάρτησης των ελληνικών λαϊκών στρωμάτων από μηχανισμούς πολιτικής εξυπηρέτησης στη βάση της προσδοκίας υλικών και συμβολικών ανταμοιβών που παρείχε η πρόσβαση στο χώρο του κράτους»[31].
Η εξήγηση του φαινομένου είναι απλή: οι δύο πόλοι της νεοελληνικής “υπερ-πολιτικοποίησης” χρειάζεται να αναζητηθούν στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των κυρίαρχων στρωμάτων εξωθήθηκε στο να ασκήσει την πολιτική της κυριαρχία «δια-μέσου», (χρησιμοποιώντας ως μέσον), των κυριαρχούμενων στρωμάτων, τα οποία, με τη σειρά τους, «εκμεταλλεύτηκαν» τη θέση τους για να κερδίσουν ό,τι το καθένα μπόρεσε. Διότι η θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό ισχύος ήταν, εκ των πραγμάτων, διαφορετική. Ίσως στην Ελλάδα πιο ισχυρή από τη Δύση.
Ο Κ. Τσουκαλάς κάνει ένα βήμα παραπέρα σημειώνοντας ότι: «Κοντολογίς, η σαφής “υπέρ πολιτικοποίηση” της κουλτούρας και του λόγου στην Ελλάδα υπήρξε ένα σταθερό χαρακτηριστικό για δύο σχεδόν αιώνες. Ωστόσο, δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει τον πειρασμό να στηρίξει ότι η ακραία “υπέρ πολιτικοποίηση” μόνο φαινομενικά συναρτάται με τις δυτικές μορφές “πολιτικής συνείδησης”. Αυτό το χαρακτηριστικό, μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ότι, για μεγάλο διάστημα, ήταν συνώνυμο μιας πραγματικής “υπο-πολιτικοποίησης”. Πράγματι, πολύ σπάνια ο πολιτικός λόγος εντρύφησε σε προβλήματα που σχετίζονται με κοινωνικά διακυβεύματα –κυρίως στον έλεγχο της δημόσιας κατανομής των πόρων, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διακριθούν οι ιδεολογικές και προγραμματικές διαφορές ανάμεσα στις αντίπαλες πολιτικές πλατφόρμες».[32]
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αναφερόμενα, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο λαϊκισμός, ως ένας τρόπος ένταξης των λαϊκών μαζών στην πολιτική ζωή, αποτελεί εγγενές στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας, σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Επομένως το πρόβλημα έγκειται στην αναζήτηση των μορφών που λαμβάνει σε διάφορες περιόδους της ιστορικής διαδρομής της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή στην ανάδειξη των ειδικών του χαρακτηριστικών, και όχι στη γενική και αόριστη χρήση της έννοιας, η οποία in senso stretto, δεν μπορεί να εξηγήσει τις ιδιαίτερες φάσεις της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι θα φωτιστεί ο τρόπος με τον οποίο δομήθηκαν ιστορικά σημαίνουσες κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις αναπαραγωγής της εθνικής ιδιομορφίας. Τον λαϊκισμό ως πολιτική ιδεολογία, δραστική στον πολιτικό λόγο και συγκρουσιακή στη φύση της, θα πρέπει να τον εντάξουμε στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία εντός της οποίας διαμορφώνεται και εκδηλώνεται. Το ίδιο και τον στομφώδη αντιλαϊκισμό των σημερινών πολιτικών και οικονομικών αρχηγεσιών.
8.
Τώρα, όσον αφορά την πραγματικότητα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια, μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα.
Η Ελλάδα λειτουργεί εντός του συγκεκριμένου πολιτικού-κοινωνικού-οικονομικού και πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο ισχύει στη επονομαζόμενη Δύση, παρά τις ιδιομορφίες και τις ιδιοτυπίες[33]τις οποίες παρουσιάζει ως κοινωνικός σχηματισμός. Είναι αδύνατον να διαχωριστεί και να εμφανιστεί το ειδικό δίχως τη σαφή γνώση του γενικού, εντός του οποίου το ειδικό ζει και κινείται.
Στα τελευταία σαράντα χρόνια στην Ελλάδα διαμορφώνεται ένας κοινωνικός σχηματισμός, ο οποίος, μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος σχέσεων, συνδέεται και ενσωματώνεται με δεσμευτικό τρόπο στα διεθνή πλέγματα εξουσίας. Ουσιαστικά είναι ανάγκη σοβαρή να σκεφτούμε την Ελλάδα ως μια κοινωνία που βρίσκεται αντιμέτωπη με τα προβλήματα που γεννά το διεθνές περιβάλλον, ο ύστερος πολυεθνικός διεθνοποιημένος καπιταλισμός και γενικά αυτό που ονομάζεται μετανεωτερικότητα.
Σημειώνω ότι η μεγάλη εικόνα, δηλαδή το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται το σύνολο σχεδόν των χωρών του πλανήτη, αποτελεί, in senso lato, τον βασικό προσδιοριστικό παράγοντα και των εξελίξεων στην Ελλάδα. Δεν θα πρωτοτυπήσουμε υποστηρίζοντας ότι οι συντελούμενες πλανητικές εξελίξεις διαχέονται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στην ελληνική κοινωνία, αποτελώντας σε μέγιστο βαθμό το υπόστρωμα των εγχώριων εξελίξεων. Βεβαίως διαχέονται σε μια κοινωνία ιδιότυπη και ιδιόμορφη, προσλαμβάνοντας μορφές «υβριδικές» όπως αντιστοίχως συμβαίνει και στις υπόλοιπες κοινωνίες του πλανήτη. Ο διαχρονικός σκληρός πυρήνας του πλέγματος των εγχωρίων κοινωνικών σχέσεων αποτελεί, in ultima istanza, το ύστατο πλαίσιο του τρόπου ενσωμάτωσης των διεθνών εισροών.
Η Ελλάδα υπέστη –ως συνέπεια της αμετροεπούς οικονομικής πολιτικής που ακολούθησαν οι πολιτικές αρχηγεσίες εντός της ζώνης του ευρώ, υιοθετώντας μέχρι κεραίας τα προτάγματα που διοχετεύονταν από το διεθνές περιβάλλον, βεβαίως με το δικό τους τρόπο– μια βαρύτατη οικονομική κρίση, που τα αποτελέσματά της προσομοιάζουν με αυτά ενός πολέμου. Δεν θα αναφερθώ στα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτά είναι γνωστά. Θέλω να επικεντρωθώ στα βαθύτερα αποτελέσματα που έχουν επιδράσει στον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων που διέπουν τη χώρα.
Η κρίση στην Ελλάδα έδειξε με κυνικό όσο και βάναυσο τρόπο την πραγματική κατάσταση της πολιτικής και ιδιωτικής κοινωνίας. Απογυμνώνοντάς την από όλα τα επίχρυσα πούπουλα που κάλυπταν την επιπόλαιη όσο και ξέφρενη εποχή της ευημερίας, έδειξε με απόλυτη σαφήνεια όλους τους ιδεολογισμούς της μεταμοντέρνας προσέγγισης.
Η ελληνική ιδιωτική κοινωνία, με την καθοδήγηση και σε αλληλεξάρτηση με την αντίστοιχη πολιτική, βρίσκεται –και αυτή– σε μια κατάσταση γενικής α-πορίας, αδυνατώντας να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό. Μάλλον, σωστότερα, βρίσκεται σε αδυναμία στο τι να αναγνωρίσει ως εαυτό. Δεν είναι μόνο η διάλυση των όποιων συλλογικοτήτων (ουσιαστικά και συμβολικά) υπήρχαν και η επικράτηση ενός άκρατου ατομισμού, αλλά είναι κάτι περισσότερο: η επικράτηση ενός απόλυτα κατακερματισμένου ατομισμού[34] που τυφλώνει το άτομο, οδηγώντας το στην αναζήτηση ό,τι πιο ακραίου κοινωνικά, αποκρουστικού αισθητικά αλλά και ολέθριου πολιτικά, προκειμένου από κάπου να πιαστεί ώστε να βρει δικαιολογία επιβίωσης.
Μπορούμε στ’ αλήθεια να γνωρίζουμε τι είμαστε; Δεν είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό, αν η κοινωνία, ως τέτοια, το μπορεί. Τα υπάρχοντα πραγματολογικά στοιχεία δεν οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Περισσότερο επιβεβαιώνεται η άποψη ότι στα κράτη που στερούνται κυριαρχίας, όπως το ελληνικό κράτος, και που ελάχιστα απέχει να μετατραπεί σε κράτος-παρία, ο λαός ανάγεται σε ένα σύνολο μικρών παθητικών μετόχων, που ακολουθεί άβουλος τις ανήμπορες να αντιδράσουν πολιτικές αρχηγεσίες.
Ακόμη και όταν οι κίνδυνοι εμφανίζονται, είτε ως εξωτερική απειλή (Τουρκία), είτε ως πανδημία (COVID -19), είτε ως ενεργειακή κρίση, είτε από αδιανόητα (λόγω του τρόπου που συνέβησαν) γεγονότα όπως αυτό των Τεμπών, είτε ως καταστροφές όπως στο Μάτι, την Εύβοια, την Ηλεία, το Σάμινα, δεν προκύπτει από τις πολιτικές αρχηγεσίες και τα πολιτικά κόμματα ο αναμενόμενος αναστοχασμός, που θα συμβάλλει στην προσπάθεια αναγνώρισης της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία. Αντιθέτως είμαστε μάρτυρες όξυνσης της κατάστασης α-πορίας.
Η συγκεκριμένη άρνηση-αδυναμία οδηγεί τα πολιτικά κόμματα στη μόνη διαδικασία που επιτρέπει να ελπίζουν σε επιβίωση: να στήσουν ένα ψεύτικο σκηνικό αντιπαράθεσης μεταξύ τους , αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες στην κοινωνία και στη χώρα.
Σε αντίθεση με όσους είχαν ελπίσει ότι η βαθιά πολύπλευρη κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της, η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (-ζουν) ότι, αντιθέτως, αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια, αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας»[35]
Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει κάποια εξήγηση. Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους. Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά» όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο όταν βρίσκονται στην εξουσία.
Η συνεχής προσπάθεια των πολιτικών κομμάτων να επιβάλλουν τη βούλησή τους στον (εγχώριο) αντίπαλο αφενός τα κολακεύει, αφετέρου μπορεί να καταστρέψει την χώρα. Πολλές φορές συμβαίνει να επιτυγχάνεται η επιβολή της βούλησης επί των αντιπάλων, αλλά άλλες τόσες φορές αυτή μπορεί να αποδειχθεί (ή έχει αποδειχθεί) μοιραία. Τα συμφέροντα της χώρας δεν πρέπει να συγχέονται με τις προσδοκίες κάθε πολιτικού κόμματος. Η εκπλήρωση των επιθυμιών τους δεν μας απομακρύνει από τη δυστυχία ή και τον χαμό της χώρας.
Πάντοτε η σύγχρονη αντίληψη της πολιτικής θεμελιώνεται στην αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων (της σιωπηλής πλειοψηφίας, όπως υποστήριζε ο Ρ. Νίξον), χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική φιλελεύθερη δημοκρατία της Δύσης, είναι η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. Στις μέρες μας, λόγω των σημαντικών κοινωνικών διεργασιών και των αλλαγών που έχουν επέλθει σε όλες τις στιγμές του κοινωνικού γίγνεσθαι (πολιτική, οικονομική, πολιτιστική), λαμβάνει την εξής μορφή: να εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να αποφασίζουν για πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν.
Με απλά λόγια καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία επικύρωσης ήδη προαποφασισμένων λύσεων ή επιλεγμένων με προσεκτικά κριτήρια εναλλακτικών προτάσεων, που όμως καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή. Ο εγκλωβισμός είναι απόλυτος και θανατηφόρος. Το πολιτισμικό DNA του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι δεδομένο. Βεβαίως και της ελληνικής κοινωνίας[36]. Οι όποιες μεταλλαγές είναι αργόσυρτες και βασανιστικές. Υπάρχουν και προσπάθειες βίαιων μεταλλαγών οι οποίες, λόγω του ότι πρωτίστως ενδύονται τεχνικά χαρακτηριστικά, καταλήγουν σε αποτυχίες, δυσκολεύοντας περαιτέρω τον «εκσυγχρονισμό» της χώρας.
Το έργο αυτό στην Ελλάδα επαναλαμβάνεται συνεχώς από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Εμπειρικά απολύτως επιβεβαιωμένο[37]. Τα πολιτικά κόμματα εξακολουθούν να έχουν την ίδια συμπεριφορά, που τα χαρακτηρίζει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, προκειμένου να παρουσιάσουν στον λαό είτε νίκες και θριάμβους τους είτε δραματικές μεταξύ τους συγκρούσεις και «καταγγελίες» κατά αντιπάλων.
Εκείνες οι αρχηγεσίες που σήμερα θέτουν, μόνες τους, τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντι-λαϊκιστών», τουλάχιστον στη σημερινή φάση της παγκόσμιας κατάστασης, και κυρίως στην ανεπτυγμένη Δύση, ουσιαστικά αποτελούν τους απολογητές της κατεστημένης εξουσίας και του υποδείγματος που κυριαρχεί τα τελευταία 30-40 έτη. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα-καθεστώς έχει προκαλέσει σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό) που αφορούν τη ζωή των πολιτών της Δύσης –και όχι μόνον– αποτελέσματα που βρίσκονται στον αντίποδα –προσοχή!– των δικών τους υποσχέσεων και εξαγγελιών –όταν υποστήριξαν, επέβαλαν και κατοχύρωσαν το ισχύον καθεστώς περί αύξησης της γενικής ευημερίας των πολιτών. Ουδέν ψευδέστερον, εκ του αποτελέσματος. Αλλά δεν είναι αυτό το σημείο που θέλω να αναδείξω. Αυτό είναι εύκολο να αναδειχθεί με βάση τα πραγματολογικά στοιχεία.
Το σημείο που θέλω να αναδείξω είναι ότι η όλη πολιτική θεώρηση της εποχής της παγκοσμιοποίησης, εκ μέρους των συγκεκριμένων αρχηγεσιών, επικαλείτο τη βελτίωση της γενικής ευημερίας των πολιτών, δηλαδή έκανε σαφή αναφορά, in senso lato ή in senso stretto, στην έννοια της ισότητας, κάτι που προφανώς (ή όχι;) γνώριζαν ότι δεν μπορεί να συμβεί. Επομένως, υπό την έννοια αυτή, ο λαϊκισμός ενυπήρχε και ενυπάρχει εγγενώς στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το παρόν καθεστώς-υπόδειγμα. Αλλά ακόμη και αν δεν γνώριζαν στην αρχή της εφαρμογής του συγκεκριμένου υποδείγματος τα αποτελέσματα της προτεινόμενης πολιτικής, τώρα τα γνωρίζουν. Συνεπώς το να επικαλούνται την ανάγκη συνέχισης της ίδιας πολιτικής και να υποστηρίζουν το ίδιο υπόδειγμα-καθεστώς, στο όνομα της ισότητας και της γενικής ευημερίας των πολιτών, αποτελεί ακραίο δείγμα λαϊκισμού, δεδομένου ότι υπάρχουν απτά πραγματολογικά στοιχεία περί του ακριβώς αντιθέτου. Ο μεγαλύτερος λαϊκισμός είναι τελικά αυτός που εξ αντανακλάσεως τρέφει… τον λαϊκισμό στο όνομα του… αντιλαϊκισμού!
Ο λαϊκισμός, ας το καταλάβουμε, αποτελεί ενδημικό φαινόμενο της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής και παροξύνεται σε περιόδους κρίσης. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αποτελεί σκοτεινό πεπρωμένο, μια ανεξιχνίαστη μοίρα. Απαιτείται πριν από όλα ένας πλήρης αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικότητας και των προβλημάτων που αυτή γεννά. Υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχουν λανθασμένες αντιλήψεις. Δεν έχω σκοπό να υπεισέλθω σε αυτά τα θέματα[38]. Θέλω να σημειώσω μόνο ότι: η κουλτούρα του Διαφωτισμού είναι κριτική και, σύμφωνα με αυτήν, καμία τάξη δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν είναι νόμιμη αν είναι άδικη. Η δικαιοσύνη και η ευτυχία είναι σημαντικοί και θεμιτοί στόχοι και αξίες της πολιτικής δράσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν υποσκάπτει την ελευθερία, διότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν είναι εννοιολογικά αντίθετες.
9.
Παρακολουθώ, έκπληκτος, τη συζήτηση που γίνεται στην Ελλάδα, όπου οι μερικές αλήθειες και τα ωραιοποιημένα ψέματα συνεχίζουν να κατακλύζουν τον λόγο των πολιτικών κομμάτων αλλά, το χειρότερο, ενδεδυμένα με μια πρωτόγνωρη χυδαιότητα. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις ρητορεύουν υπέρ της αλλαγής του κράτους. Για να αλλάξει όμως το κράτος χρειάζεται να αλλάξει πρώτα το πολιτικό σύστημα. Όλοι γνωρίζουμε ότι η τελευταία πράξη κάθε καθεστώτος είναι να αναπαραγάγει τις απαραίτητες συνθήκες αναπαραγωγής του. Είναι δυνατόν το ελληνικό πολιτικό σύστημα να παραγάγει συνθήκες που θα του στερήσουν την αναπαραγωγή του; Το ερώτημα είναι απλό. Η απάντηση επίσης είναι απλή και περιέχει τη δραματική αλήθεια του διαχρονικά άλυτου προβλήματος της λειτουργίας του ελληνικού κράτους: κανένας εξουσιαστής δεν παραδίδει την εξουσία με τη θέλησή του.
[1] Εύκολα μπορεί να επεκταθεί η περίοδος σε ολόκληρη την περίοδο της ύπαρξης του Νέου Ελληνικού κράτους.
[2] Όταν γράφεται αυτό το άρθρο έχουν προκηρυχθεί οι εκλογές της 21ης Μαΐου 2023. Όλα τα κόμματα κάνουν αναφορά στα προβλήματα του κράτους που θα τα λύσουν μόλις τα εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός και έλθουν στην κυβέρνηση… «Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει… Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ».
[3] Κ. Τσουκαλάς, «Γύρω από το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας» στο Ταξίδι στο Λόγο και την Ιστορία, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 1996, τόμ. Β′, σ. 48.
[4] Στο ίδιο.
[5] Ο Κ. Τσουκαλάς αναφέρει ότι: «Γύρω από το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας, κάθε ερευνητής δίδει και έναν δικό του ορισμό. Ωστόσο, η αναγωγή της έννοιας της πελατείας σε γενική και αυθύπαρκτη κατηγορία είναι νομίζω όχι μόνο μεθοδολογικά απαράδεκτη, αλλά και εμπεριέχει τα σπέρματα εντελώς εσφαλμένων γενικεύσεων. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό ότι από τους οποιουσδήποτε ορισμούς της πελατείας σαν αυτόνομου φαινομένου απορρέουν δύο έννοιες-κλειδιά που, διαποτίζοντας ολόκληρη την προβληματική, ανάγονται σε υποστασιοποιημένες και αυτοπροσδιοριζόμενες κατηγορίες. Οι έννοιες αυτές είναι από τη μια μεριά η “αμοιβαιότητα” και “ανταγωνιστικότητα” της κοινωνικο-οικονομικής θέσης των πατρώνων και πελατών. Οι δύο αυτές έννοιες επιτρέπουν τη δόμηση της έννοιας της πελατείας σαν κλειστού συστήματος, που ανάγεται και εξαντλείται στις σχέσεις αυτές. Η διερεύνηση των λογικών και ιδεολογικών προαπαιτούμενων των δύο αυτών εννοιών διέπει το μέτρο της γενικότερης ερμηνευτικής βάσης των θεωριών της πελατείας». Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος. Η συγκρότηση του δημοσίου χώρου στην Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ. 324-5.
[6] Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, ό.π.
[7] Όλα τα κοινωνικά στρώματα (ή τάξεις) λαμβάνουν δώρα – η αστική τάξη και τα πλούσια στρώματα μεγάλες απαλλαγές από τη φορολογία περιουσίας και τα εισοδήματα, οι αγρότες: Γ. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, Εστία, τόμ. Β΄, Αθήνα 2005, σ. 753.
[8] Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991, σ. 21.
[9] Στο ίδιο.
[10] Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ό.π., σ. 242.
[11] Στο ίδιο, σ. 243.
[12]Α. Gramsci, Passato e Presente – Grandi Ambitioni e Piccole Ambitioni – Quaderni di Carcere, Editori Riuniti, Roma.
[13] G. O. Allen, La Volonté de Tous and La Volonté Général: A Distinction and Its Significance, Ethics, τχ. 71, απ. 4 (Ιούλιος 1961), The University of Chicago Press, σ. 263-275. Dobrescu, R., «La Distinction Rousseauiste entre Volonté de Tous et Volonté Générale: Une Reconstruction Mathématique et ses Implications pour la Théorie Démocratique», Canadian Journal of Political Science, τχ. 42/2009, σ. 467-490.
[14] Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ό.π., σ. 242.
[15] Π. Κονδύλης, Το πολιτικό και ο άνθρωπος, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2007, τόμ. α′, σ. 276-292.
[16] Canοvan, M., Εμπιστοσύνη στον λαό! Ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας, εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2010, τχ. 110, σ. 58-69.
[17] Κ. Μελάς, Περί της «φιλελεύθερης δημοκρατίας», Φρέαρ, τχ. 2, Χειμώνας 2021.
[18] Δυστυχώς η αντίληψη ότι οι αναπτυγμένες χώρες δείχνουν τον δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι μη αναπτυγμένες χώρες είναι πάγια και βαθιά ριζωμένη στο μυαλό και στον ψυχισμό των ανθρώπων της Δύσης και όχι μόνο. Στην εμπέδωση αυτής της ιδέας έχει προφανώς συμβάλει η ακράδαντη πίστη στη συνεχή πρόοδο, γέννημα μιας πολύ συγκεκριμένης αντίληψης που ενυπήρχε ως ρεύμα στον Διαφωτισμό, περί Φιλοσοφίας της Ιστορίας, συνδέθηκε στενά με τον Condorcet και σήμερα στην Ελλάδα υπηρετείται από κύκλους «εκσυγχρονιστών» που μάχονται ακόμα για την ολοκλήρωση … της αστικής επανάστασης. Δες Κ. Μελάς, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2013.
[19] Όπως σημειώνει ο Ά. Ελεφάντης, («Στον Αστερισμό του Λαϊκισμού», Ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ. 272-273), «ο ελληνικός όρος “λαϊκισμός», σε αντίθεση με τους αντίστοιχους ξένους όρους, δεν προέρχεται από το ουσιαστικό “λαός”, αλλά από το επίθετο “λαϊκός”». Αυτό έχει την εξής σημασία: «στις ευρωπαϊκές γλώσσες ο “λαός” αναφέρεται τόσο στην ολότητα μιας δεδομένης πολιτικής κοινότητας, στο σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα, και, την ίδια στιγμή, κατονομάζει τους φτωχούς, τους μη προνομιούχους και τους αποκλεισμένους. Δηλαδή τον “λαουτζίκο”, που τίθεται στο περιθώριο της πολιτικής συμμετοχής και εμποδίζεται να απολαύσει οποιαδήποτε δικαιώματα και κοινωνικοοικονομικά προνόμια. Έτσι, ο “λαός” είναι συγχρόνως μέρος και όλον. Ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη, η οποία, εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική». (Γ. Σταυρακάκης, «Λαός και λαϊκιστικός λόγος στη σκιά της ευρωπαϊκής κρίσης», στο Ν. Σεβαστάκης – Γ. Σταυρακάκης, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2012, σ. 49-50.). Με τον επιθετικό προσδιορισμό στην ελληνική γλώσσα, τα πράγματα γίνονται καθαρά εξαρχής.
[20] Αυτά τα θέματα επιχειρώ να αναδείξω στο Κ. Μελάς, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, ό.π.
[21] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ′, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σ. 16.
[22] Για παράδειγμα αναφέρω: Γ. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, εκδ. «Εστία», Αθήνα 2005, τόμ. Α′, σ. 77-103. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1977, σ. 1-388.
[23] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ′, ό.π.
[24] Κ. Μελάς, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, ό.π.
[25] Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτό που σημειώνει ο Π. Κονδύλης, (Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, ό.π. τόμ. Ια′, σ. 111): «Η αστικοφιλελεύθερη αντιπαράθεση κράτους και κοινωνίας σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ήταν πλασματική, πλην όμως χρήσιμη για τους σκοπούς της πολιτικής πολεμικής, όπως και η διαπλοκή μεταξύ κράτους και κοινωνίας στη μαζική δημοκρατία».
[26] Κ. Τσουκαλάς, «Γύρω από το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας» στο Ταξίδι στον Λόγο και την Ιστορία, τόμ. Β΄, ό.π.
[27] Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ό.π., σ. 17.
[28] Perry Anderson, Από την αρχαιότητα στον Φεουδαρχισμό, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Οδυσσέας 1981.
[29] «Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι και κοινωνικά σημαντικότεροι αντίπαλοι της “δεσποτείας” και υπέρμαχοι του “συντάγματος” στη μεταεπαναστατική Ελλάδα προήλθαν από τους κύκλους των τοπικών προυχόντων, οι οποίοι με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο σύγχρονο κράτος. Τα “τζάκια” συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν, είτε ασκώντας επιρροή πάνω στη μοναρχία είτε –ακόμα περισσότερο– μέσω του πελατειακού κοινοβουλευτισμού» Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ό.π., σ. 26-27.
[30] Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ό.π., σ. 20. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η άποψη του Γ. Δερτιλή, όπως αυτή εκφράζεται στην Ιστορία του ελληνικού κράτους, ό.π.
[31] Ν. Σεβαστάκης, «Μετανεωτερικός Λαϊκισμός στην Ελλάδα», στο επιστημονικό συνέδριο στο Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα με θέμα «Κοινωνική Αλλαγή στη Σύγχρονη Ελλάδα», Αθήνα 2004, σ. 58-67.
[32] Τσουκαλάς, Κ., «“Πεφωτισμένες” έννοιες στο “Σκοτάδι”» στο Ταξίδι στον Λόγο και την Ιστορία, ό.π., τόμ. Β′.
[33] Κώστας Μελάς, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, ό.π.
[34] Κ. Μελάς, «Ο κατακερματισμός του υποκειμένου στον ύστερο καπιταλιστικό κόσμο.
Ο αγοραίος ατομικός ηδονισμός», Φρέαρ, τχ. 8, Ιανουάριος 2023.
[35] Paul Valery, Πνεύμα και Πολιτική, μτφρ. Ηλίας Π. Νικολούδης, εκδ. Ροές Αθήνα 2014.
[36] Κ. Μελάς- Γ. Παπαμιχαήλ, Το αφόρητο βουητό του κενού, εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα 2016.
[37] Κ. Μελάς: Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, ό.π.
[38] Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Το αφόρητο βουητό του κενού, ό.π.

