Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Γιώργος Κεντρωτής

Περί κάλλους

Ὁ ποιητὴς ἐπάσχιζε νὰ βρεῖ τὶς λέξεις. Γιὰ τὴν ὀμορφιά. Κι ἐπάσχιζε δεινῶς. Τὶς ἔβρισκε, τὶς ἔχανε, χανόταν. Πιανόταν ἀπ’ τὴ μνήμη, στὴν ἐξουσία της ἀφηνόταν. Μάτια σὰν πηγὲς ἐκειδὰ κρύων εἱρμῶν ἀνοιγόκλειναν στοῦ νοῦ του μέσα τοὺς δολίχους, καὶ ἀποσφραγίζονταν συνέχεια λάλα χείλη καὶ χείλη γκρεμῶν, καθὼς πρόσφεραν ὡς ὕλη στίχους πλὴν ὅμως ἄστοχους κι ἐγλίστραγαν στοῦ λόγου τὴν ὑπερβατικὴ καμπύλη. Γιὰ τοὺς μαστούς της βρῆκε (μᾶλλον ἐπινόησε) τρεῖς λέξεις, μὰ δυσκολεύτηκε νὰ διαλέξει ποιά θὰ ἀπορρίψει. Τὶς κράτησε ἐντέλει; τὶς δύο γιὰ τὸ στῆθος, τὴν ἄλλη γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν διαθλασμένων μὲς στὴν κατεβασιὰ τοῦ ποταμιοῦ κνημῶν της. Φθόγγοι μουσικοὶ κατόπιν ἐσηκώθηκαν καὶ νεῦρα ἔκρουαν λυρῶν ὡσὰν σὲ παραλήρημα: Δεββώρα, Ἀβιγαήλ, Ἀνιές, Κορίνα, Δάφνη καὶ συνάμα Λάουρα, Ἄουρα καὶ Αὔρα, μὰ καὶ Λαύρα καὶ Μαύρα, Σαβίνα, Μαρία, Μαρία, Μαρία, τῆς μουσικῆς ἡ Καικιλία, ἡ Ἴνγκεμποργκ καὶ Σβετλάνα και ἡ Ἰοκάστη: ἕνα ἄστυ ὁλόκληρο ὀνομάτων σὰν δελφίνια ἐτινάζονταν καὶ καμπυλώνονταν στὸν ἀέρα γιὰ νὰ ξαναπέσουν στὴν ἁλμύρα… Ἥρα, Κατερίνα, Κάτια, Πουλχερία, Ἀναστασία. Ματαίως… ὅλως ματαίως! Διότι μὲ ἄλλο σῶμα καὶ ἄλλο σῆμα λέγεται τὸ κάλλος, καὶ ὅσο φλέγεται ἡ διάνοια, καίγεται καὶ ὁ ὅποιος τῶν ὀνομάτων μύθος. Οἱ μηροί της — στῆλες ὑπέροχες, πλὴν ὅμως δυὸ μοῖρες τοῦ κάλλους μόνο: ἡ Μπεατρίς (αὐλητρίς), ἡ Ξανθίππη (λιανοῦ καπνοῦ τολύπη), ἡ Ἀρετούσα ἡ τέλεια καὶ ἡ Κλέλια (ἡ ὁμοίως τέλεια)… ἡ δὲ Μαριάννα καὶ ὡς οὐράνιο μάννα ἁπλῶς σὲ τρέφει μὲ στοχασμῶν σεντέφι πρὸς στιγμήν, μὰ δὲν σοῦ καταργεῖ τὴν πείνα τοῦ ποιεῖν. Ἀμὴν δὲ λέγω ὑμῖν πουλιὰ πετοῦσαν τότε ἀπὸ ὥρα στὸν ἀέρα ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει κι ἔριχναν τοὺς ἴσκιους τους στὴν ἀποκάτω λίμνη. Γι’ αὐτὸ κι αὐτός ἐξαναφέθηκε στὴ μνήμη… στῆς μνήμης τὴ μέγγενη ἀφέθηκε πάλι καὶ ξανὰ καὶ ξαφνικὰ ἐθυμήθηκε τὸν Πὸ Τσού-γί, κινέζο ποιητὴ ποὺ ἔζησε ἀπὸ τὸ 772 ἕως τὸ 846 μ.Χ., κι ἕνα ποίημά του ποὺ τό ʼχε διαβάσει πρὶν ἀπὸ πολλὰ-πολλὰ χρόνια στὰ γερμανικά. Θυμήθηκε ἐπίσης ὅτι ὁ λεπταίσθητος ἐκεῖνος ποιητὴς ἄρεσε πολὺ στὸν Μπέρτολτ Μπρέχτ. Τὸ ἐν λόγῳ ποίημα ἐπιγράφεται «Κοιτάζοντας ἕνα μπαμποὺ ἀπὸ τὸ παραθύρι τοῦ Λὶ Τσὲ-γιούν» καὶ λέει:

Μὴν τὸ πελεκήσετε
γιὰ νά ʼχετε σουραύλι·
οὔτε νὰν τὸ κόψετε
γιὰ πετονιά — ὄχι!
Μὲ μαραμένη τὴ χλόη,
μὲ μαραμένα τὰ λουλούδια
—καὶ χιονισμένο ἀκόμα—
πανέμορφο θά ᾽ναι.

Κύλιση στην κορυφή