Κατέβαιναν τρέχοντας με φωνές και ξεφωνητά την οδό Αλατσάτων οι μαθητές του 3ου Δημοτικού Σχολείου. Αγόρια καχεκτικά και μελαχρινά κορίτσια με τις μπλε ποδιές και τον άσπρο γιακά τους. Όλα τα παιδιά κρατούν πολύ σφιχτά στα χέρια –σαν να φοβούνται μην τους τα αρπάξει κάποιος– τα ενδεικτικά προαγωγής τους για την επόμενη τάξη. Οι γυναίκες των προσφυγικών χαμόσπιτων, οι μισές έξω από τα παράθυρα, κραυγάζουν με έκδηλη αγωνία.
– Κωστάκη, Κωστάκη, πέρασες;
– Λίαν καλώς, οκτώ», απαντά το παιδί και τρέχει ακόμα πιο γρήγορα να ξεφύγει.
– Μαρία, ε Μαρία, ακούγεται μια στριγγή φωνή. Με τι βαθμό το πήρες;
– Άριστα δέκα, σταματάει η Μαρία στη μέση του δρόμου, άριστα δέκα, επαναλαμβάνει.
– Με τόνο; Επιμένει θριαμβευτικά η μάνα της, αλλά δεν ακούγεται η απάντηση, γιατί πνίγεται μέσα σε βλαστήμιες και κατάρες από άλλες μανάδες, που αναζητούν απεγνωσμένα τα αγόρια τους κι απόκριση δεν παίρνουν.
«Σχεδόν καλώς έξι», «καλώς επτά», «λίαν καλώς εννιά», αλλά και μερικά ασθενικά πεντάρια, φτάνουν σαν ένα αραιό σύννεφο ψηλά, ως το δικό μου μπαλκόνι, κι από κει ανεβαίνουν και χάνονται, πετούν στον ουρανό, όλοι αυτοί οι αριθμοί, οι βαθμοί των παιδιών.
Αμέτρητοι μικροί μαθητές στον δρόμο μπροστά από το σπίτι μου κι ανάμεσά τους τρέχει μια γυναίκα δύσμορφη, λαχανιάζοντας να προφτάσει τα άλλα παιδιά, να μην ξεκόψει από κοντά τους. Φοράει ένα πολύ μακρύ γαλάζιο φουστάνι που προσομοιάζει με μαθητική ποδιά και φτάνει μέχρι κάτω, ως τα παπούτσια της, με ένα στρογγυλό λευκό γιακαδάκι, χαλαρό γύρω από τον λαιμό της.
Έτρεχε ανάμεσα στους μαθητές με υψωμένα τα δυο άδεια χέρια της, γροθιές, ξεχνώντας να τα κατεβάσει. Κι ήταν άδεια τα χέρια της, γιατί δεν κρατούσαν κανένα ενδεικτικό προαγωγής.
– Μωρή Σταμάτω, με τι βαθμό το πήρες φέτος; της φώναξε η χαιρέκακη γειτόνισσα. Παραφυλούσε στο ανοιχτό παράθυρο, μόνο και μόνο για να της κάνει την ίδια φαρμακερή ερώτηση. Κι αυτό συνέβαινε όλα τα έξι προηγούμενα χρόνια, γιατί έξι φορές την είχαν αφήσει στην ίδια τάξη, οι σκατόψυχοι δάσκαλοι.
– Διαγωγή κοσμιωτάτη, της απαντούσε η Σταμάτω με βροντερή φωνή κι η άλλη σπάραζε στο γέλιο.
Όλο το καλοκαίρι καθόταν στο πεζούλι, στο χαμηλό σπιτάκι της κοντά στο ποτάμι, τον Κηφισό, περιμένοντας με λαχτάρα το φθινόπωρο, τον Σεπτέμβρη, ν’ ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Καθόμουν κι εγώ πλάι της γιατί είχαμε γίνει φίλοι.
Δούλευε με τον πατέρα της, πλανόδιο μανάβη, αλλά όταν εκείνος πέθανε ξαφνικά, αυτή αποφάσισε να γραφτεί στο Δημοτικό Σχολείο, στην πρώτη τάξη, κι ας ήταν ήδη 12 χρονών κι έμοιαζε με μεγάλη γυναίκα, κι ας είχε χοντρύνει αφύσικα από τον θυρεοειδή της.
Ήταν ευτυχισμένη στα επτά της. Η ζωή τής χαμογελούσε. Στα επτά, πήγε για δυο μήνες στην πρώτη, μαζί με τα συνομήλικα παιδιά της γειτονιάς, έφυγε όμως τότε η μάνα της, τους εγκατέλειψε, κι ο πατέρας την πήρε από το σχολείο, την έβαλε να δουλεύει κοντά του.
Μυαλό καθαρό, ανυπότακτο, το συναίσθημά της, βαθύ πηγάδι. Ό,τι σχολίαζε, ό,τι και να ’λεγε, είχε μια απλότητα απροσδόκητη, που μου προκαλούσε αναστάτωση. Πρώτη φορά αντίκριζα πλάσμα από κάποιον άλλον, άγνωστο σε μένα κόσμο, σε ένα δικό του, συμπονετικό χρόνο. Ένα άτομο που δεν μπορούσα να το φτάσω, να το ακολουθήσω. Ένιωθα λίγος, λειψός δίπλα της.
– Καλά, γιατί μένεις συνέχεια στην πρώτη; αποτόλμησα κάποτε να τη ρωτήσω.
– Είμαι οκνηρή, γι’ αυτό δεν θέλω να προχωρήσω στην επόμενη τάξη, έτσι λένε οι δασκάλοι, μου απάντησε.
Επέμενα να μου πει την αλήθεια.
Με κοίταξε, σαν να με ζύγιζε, να διαπιστώσει αν ήμουνα σε θέση να καταλάβω, και τελικά ενέδωσε αναστενάζοντας.
– Χαίρομαι να ’μαι με τα παιδιά της πρώτης, είπε, είναι η πιο καλή τάξη η πρώτη». Κι επειδή εγώ δεν μιλούσα, «δεν θέλω να πάω στην δευτέρα τάξη» επανέλαβε, πολύ θυμωμένη μαζί μου. «Στην πρώτη θέλω να μείνω».
Τη δέρνανε οι δασκάλοι με τη βέργα, θέλανε να την ταπεινώσουν μπροστά στους συμμαθητές της, οι οποίοι όμως δεν επηρεάζονταν, γιατί δεν τους αφορούσε καθόλου αυτό που γινόταν μέσα στην τάξη. Δεν το έβλεπαν. Και στα διαλείμματα έπαιζαν μαζί της σαν συνομήλικοι. Μόνο οι κακόκαρδοι της γειτονιάς την λοιδωρούσαν, όπου είχε φτάσει 18 χρονών κι ήταν ακόμα στην πρώτη Δημοτικού.
Αυτήν όμως ελάχιστα την ένοιαζε, περίμενε να ’ρθει ο Σεπτέμβρης, για να γραφεί ξανά στην πρώτη τάξη του 3ου Δημοτικού Σχολείου. Ήθελε να μένει επτά χρονών, να βρίσκεται μαζί με τα παιδιά, που ήταν κι εκείνα στην ίδια ηλικία, επτά χρονών.
Περάσαν πολλές δεκαετίες από το 1970. Πέντε. Τελευταία πηγαίνω, όλο και πιο συχνά, στο πατρικό μου σπίτι στο Αιγάλεω, με μόνιμη πρόφαση την επίσκεψή μου στους νοικάρηδες, γιατί δεν παραλείπω ποτέ να βρεθώ στο τέλος της οδού Αλατσάτων, κοντά στο αποξηραμένο ποτάμι. Εκεί κάθομαι μόνος στο πεζούλι, στο ίδιο όπου κάποτε έμενε ακίνητη ώρες η Σταμάτω, και περιμένω. Δεν κάνω τίποτε άλλο, περιμένω και εγώ τον Σεπτέμβρη, ν’ ανοίξουν ξανά τα σχολεία. Όσοι περνάνε μπροστά μου, με κοιτάζουν περίεργοι, με δικαιολογημένη δυσφορία. Δεν με γνωρίζουν. Οι παλιοί γείτονες έχουν σχεδόν όλοι χαθεί.
/οκνηρία

