Θωμάς Τσαλαπάτης

Ποίηση και πολιτική στην εποχή των πολυκρίσεων

Η νεότερη ποιητική γενιά εμφανίζεται ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια της μεταπολίτευσης. Λίγο πριν το ιδεολόγημα της «ισχυρής Ελλάδας» καταρρεύσει με πάταγο πάνω στα σαθρά υλικά του. Με την αρχή της νέας χιλιετίας, λίγο μετά την πολλαπλή έκρηξη μεγαλομανίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Ήδη καχύποπτη απέναντι στην πλαστική αισιοδοξία των ετών εκείνων, η νεότερη ποιητική γενιά τοποθετήθηκε αρνητικά απέναντι στην πολλαπλή προστακτική της εποχής: τον ηδονισμό της υπερκατανάλωσης, την επιδεικτικότητα της ατομικής επιτυχίας, την αέναη μπούρδα μιας αέναης ανάπτυξης. Και στάθηκε με ό,τι μέσο μπορούσε: με την καταγραφή μιας ατομικής εξεγερσιακότητας, την κριτική απέναντι σε ανθρωπότυπους και όρους ζωής, την περιφρουρημένη μοναξιά μιας ατομικότητας που αρνείται να υποβιβαστεί σε ατομισμό αναζητώντας έναν πληθυντικό.

Ο πληθυντικός αυτός ήρθε λίγα χρόνια μετά κατά την περίοδο του Δεκέμβρη του 2008. Τότε που η μεταπολιτευτική ευωχία απέδειξε πως εκτός από την Εδέμ των Βορείων Προαστίων, τη γκουρμέ γαστρονομία ως δικαίωση μιας ζωής και τη lifestyle μυθολογία των περιοδικών μπορεί να προσφέρει και αφειδώς σφαίρες, καταστολή και θάνατο στη νεότερη γενιά.

Ήταν η πρώτη φορά που ένα «Εμείς» άρχισε να συντάσσεται συναντώντας την αισιοδοξία της απόγνωσης. Ήταν τότε που οι ποιητικές φωνές άρχισαν να πληθαίνουν και να ακούγονται. Χωρίς απόλυτες συμφωνίες, χωρίς προγραμματικό λόγο, με μόνο κοινό ένα αβέβαιο μέλλον. Και το μέλλον αυτό δεν άργησε να φανεί.

Η κρίση που ήρθε λίγους μήνες μετά αποτέλεσε τη μεγάλη τομή της εποχής. Η κρίση δεν έφερε μόνο μια οικονομική καθίζηση. Πιο πολύ σήμανε το τέλος όλων των βεβαιοτήτων. Τη ρευστοποίηση της ζωής και το άνοιγμα άγνωστων προοπτικών. Φέρνοντας στο προσκήνιο τη δυσκολία της επιβίωσης, τη μαζική μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό, την ακύρωση κάθε μέλλοντα.

Μας πήρε ίσως αρκετό καιρό να εμπεδώσουμε αυτή τη συνθήκη. Από τις πρώτες μέρες της σύγκρουσης μέχρι τη χαιρέκακη παλινόρθωση. Σήμερα μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα: Αυτή είναι μια παρένθεση που δεν έκλεισε ποτέ.

Και η οικονομική απόγνωση, η χυδαιότητα του πολιτικού προσωπικού, η καταπάτηση κανόνων και θεσμών είναι συνθήκες όχι απλώς εγκατεστημένες, αλλά καταστάσεις που βαθαίνουν διαρκώς, κυρίως σήμερα.

Στο σκοτεινό αυτό μείγμα που περιγράφει τον καιρό μας πρέπει φυσικά να προστεθεί και η δυστοπία της πανδημίας και πιο συγκεκριμένα η διαχείρισή της, όταν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα καταπατήθηκε με fast- track διαδικασίες και όταν κάθε συμπολίτης έγινε εχθρός, δυνητικός κίνδυνος, μόλυνση και θάνατος.

Μαζί με τις υπόλοιπες βεβαιότητες σύντομα κατέρρευσε και αυτή της ειρήνης με τον πόλεμο στην Ουκρανία και μαζί ο σεβασμός για κάθε ανθρώπινο δικαίωμα, κάθε παγκόσμιο θεσμό και κάθε έννοια δικαίου με τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη.

Αυτό λοιπόν είναι το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι νεότεροι ποιητές καλούνται να γράψουν. Μια εποχή πολυκρίσεων, μια έρημος κυνισμού, ένας νέος μεσοπόλεμος, ανίατα μεσοπόλεμος.

Μαζί με ό,τι φυτρώνει σε αυτό το σαθρό έδαφος: άνοδος του φασισμού και της ακροδεξιάς, αντιμεταναστευτική υστερία και αντιμουσουλμανισμός, μια νέα ομοφοβία και ένας νέος μισογυνισμός, βιωμένα σε ένα πλαίσιο νεομιλιταρισμού, πολλαπλής μισαλλοδοξίας και περιβαλλοντικού ολοκαυτώματος.

Αλλά και η ίδια η ποίηση έχει αλλάξει. Για αρχή, οι αντικειμενικές συνθήκες που τη δημιουργούν και την πλαισιώνουν. Η σαρωτική λειτουργία του διαδικτύου έχει δημιουργήσει ένα νέο παράδειγμα. Με τα θετικά και αρνητικά του.

Μια ποιητική συλλογή, ένα ποίημα ή ένας στίχος μπορεί να κυκλοφορήσει και να ακουστεί χωρίς διαμεσολαβητές μέσα από τα μέσα δικτύωσης. Αν σκεφτούμε πως πριν λίγες δεκαετίες ήταν αδύνατον να κάνεις μια εκδήλωση χωρίς μια καταχώρηση σε εφημερίδες (και πόσες εφημερίδες ήταν διατεθειμένες να κάνουν κάτι τέτοιο;), μπορούμε εύκολα να παραδεχτούμε πως η συνθήκη σήμερα είναι τελείως διαφορετική. Ένας τεράστιος αριθμός παρουσιάσεων, αναγνώσεων, open mic συμβαίνουν καθημερινά. Και φυσικά όχι μόνο στην Αθήνα. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως το διαδίκτυο ουσιαστικά συνέβαλε στην υπέρβαση της (ελαφρώς ρατσιστικής) τομής ανάμεσα σε κέντρο και περιφέρεια.

Σήμερα μπορείς να μένεις οπουδήποτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και να έχεις μια εξίσου ενημερωμένη εποπτεία για το τι συμβαίνει στο ποιητικό γίγνεσθαι με κάποιον που κατοικεί δίπλα στα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Ταυτόχρονα η εποπτεία αυτή σου επιτρέπει να ενημερώνεσαι σε μηδενικό χρόνο για τις ποιητικές εξελίξεις σε κάθε μέρος της γης. Η εποπτεία αλλάζει και η ίδια η θέαση της ποίησης γίνεται ένα πιο οικουμενικό φαινόμενο. Ταυτόχρονα γίνεται πιο εύκολη και η πρόσβαση και επικοινωνία με το γίγνεσθαι της ποίησης σε άλλες χώρες, άλλες γλώσσες. Είναι όλο και πιο συχνό ποιητές και ποιήτριες της νεότερης γενιάς να συμμετέχουν σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, σε ανθολογίες ή βιβλία τους να μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες. Κάτι που ήταν πιο δύσκολο για τις παλαιότερες γενιές.

Ταυτόχρονα βέβαια, η ίδια η λειτουργία του διαδικτύου συμβάλλει στον πολλαπλασιασμό του θορύβου, σε μια ατελείωτη παραγωγή ποίησης και ποιημάτων χωρίς φίλτρα, χωρίς κριτική, χωρίς ουσία. Είναι η παράφραση ενός εκδημοκρατισμού που σπρώχνει διαρκώς το σύνολο της ποίησης προς τα κάτω. Αυτή η συνθήκη της έλλειψης φίλτρων είναι φυσικά κάτι που ως έναν βαθμό προϋπήρχε.

Οι εκδοτικοί οίκοι (τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους) σπάνια θα ενδιαφερθούν για την ποιότητα ενός ποιητικού βιβλίου και ακόμα σπανιότερα θα το εμπιστευτούν ώστε να το προωθήσουν με τους ίδιους όρους που προωθούν ένα μυθιστόρημα. «Η ποίηση δεν πουλά» και κάπου εδώ τελειώνουμε. Ο μόνος τρόπος για να επιφέρει χρήματα μια ποιητική συλλογή είναι ο συγγραφέας της να συμβάλει στην έκδοση, να την πληρώσει εξολοκλήρου και πολλές φορές ακόμα και υπερκοστολογημένη.

Ταυτόχρονα, η ποιητική κριτική δύσκολα βρίσκει χώρο στις εφημερίδες, ενώ στην πλειοψηφία της περιορίζεται σε περιγραφικές παρουσιάσεις που δεν κρίνουν και δεν αξιολογούν.

Μια άλλη συνθήκη που λίγο πολύ κληρονομήθηκε είναι και η παντελής έλλειψη πολιτικής και μέριμνας για το βιβλίο από τη μεριά του κράτους, μαζί με μια παντελή έλλειψη πλαισίου για τις δημοσιεύσεις, τις συνεργασίες, τις συμμετοχές σε φεστιβάλ κ.τ.λ. Στην Ελλάδα, το κράτος σφυρίζει όσο πιο αδιάφορα μπορεί. Δεν υπάρχουν υποτροφίες, δεν υπάρχουν residencies, δεν υπάρχει κανενός είδους μέριμνα.

Οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες προφανώς δεν πληρώνονται, οι εκδόσεις προφανώς δεν ενισχύονται και σε περίπτωση ανάγνωσης ο ποιητής θα πρέπει να αισθάνεται τυχερός την –απολύτως σπάνια– εκείνη φορά που δεν θα αναγκαστεί να πληρώσει τα μεταφορικά του (ακόμα και εκτός έδρας). Και ταυτόχρονα έρχεται η απόλυτη αδιαφορία όλων των ιδρυμάτων (Στέγη, Νιάρχος κ.τ.λ.) που συναγωνίζονται το κράτος σε ποιητική αδιαφορία. Καμία μέριμνα, κανένα φιλτράρισμα, κανένα ενδιαφέρον.

Φυσικά το επιχείρημα εδώ είναι πως «εδώ ο κόσμος καίγεται, με την ποίηση θα ασχολούμαστε;». Αυτό που έχει σημασία στο σημείο αυτό είναι να σημειώσουμε πως όλα αυτά όχι μόνο δεν είναι αυτονόητα όπως προσπαθούν να μας πείσουν, αλλά για την ακρίβεια δεν γίνονται πουθενά.

Δεν υπάρχει χώρα που να περιφρονεί την ποίηση τόσο εμμονικά και τόσο φανατικά όσο η Ελλάδα. Και μιλάω απλώς για τη θεσμική διάσταση. Αν κάποιος εξετάσει την πολιτική για το βιβλίο σε χώρες με παρόμοιο ΑΕΠ και παρόμοιο πληθυσμό με αυτόν της Ελλάδας (Πορτογαλία, Κροατία, Ρουμανία, Λιθουανία, Βόρεια Μακεδονία), εύκολα μπορεί να καταλάβει πως σε θεσμικό επίπεδο η Ελλάδα είναι η ντροπή της ποιητικής Ευρώπης.

Το στοιχείο αυτό, βέβαια, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ποιητική παραγωγή. Τόσο σε επίπεδο ποιότητας όσο και σε επίπεδο ποσότητας αξιόλογων συλλογών. Και αυτό από μόνο του είναι ένας άθλος, ένα παράδοξο της εποχής.

Η νεότερη γενιά λοιπόν ή οι νεότερες γενιές.

Αυτή που αλλάζει διαρκώς όνομα και κέντρο αποφεύγοντας έναν προγραμματικό Κανόνα μέσω μιας επεξηγηματικής οριοθέτησης. Στη γενιά αυτή όλα μοιάζουν ρευστά. Σε επίπεδο φόρμας και περιεχομένου, ακόμα και συνέχειας πολλές φορές από τη μία συλλογή στην άλλη. Είναι μια ρευστότητα παρόμοια με τη ρευστότητα του κόσμου που καλούμαστε να διαχειριστούμε και μέσα του να επιβιώσουμε.

Έχουμε εδώ μια πολλαπλή ποικιλία σε μια σειρά από επίπεδα. Μια ποικιλία καταγωγής, όπου οι νεότεροι ποιητές δεν συνομιλούν μόνο με τη γενιά που διαδέχονται (αυτή της γενιάς του ʼ80) ούτε μόνο με την αμέσως προηγούμενη (αυτή της γενιάς του ʼ70), αλλά αναπτύσσουν εκλεκτικές συγγένειες με το σύνολο της νεοελληνικής παράδοσης.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την επιρροή από τις ξένες ποιητικές φωνές. Από τα κυρίαρχα σημεία του αγγλοσαξονικού, γαλλικού ή ισπανόφωνου μοντερνισμού μέχρι τις σημερινές ποιητικές καταθέσεις των νεοφορμαλιστών, της ποίησης των ταυτοτήτων και της εξομολογητικής ποίησης.

Μια γενιά αντιφατική που μοιάζει ικανή να ζήσει με τις αντιφάσεις της αφήνοντας τα αντίθετα μέσα της όχι να αλληλοεξουδετερωθούν, αλλά να συνυπάρξουν. Η αφαίρεση και ο στιχουργικός πειραματισμός μπορούν να συνυπάρχουν με τα παλαιά μέτρα και τους ποιητικούς τύπους, η αφηγηματικότητα με την απόλυτη ελλειπτικότητα, το παράξενο (Weird) με το ρεαλιστικό.

Το ποιητικό κόνσεπτ –κάπου ανάμεσα στην ποιητική σύνθεση και την ποιητική συλλογή– κυριαρχεί ως τρόπος επιτρέποντας μια ποίηση άλλοτε πολιτική, άλλοτε υποστασιακή και άλλοτε ανοιχτή στο ποιητικό παιχνίδι, χωρίς αυστηρές κατηγοριοποιήσεις που θα απέκλειαν τη συνομιλία μεταξύ τους. Μια ποίηση ανοιχτή στην ιστορία και τη θεωρία, τις πληγές του συλλογικού και τις επουλώσεις του ατομικού, στο Queer, το φύλο, το παιχνίδι, το κωμικό. Μια ποίηση που αλλάζει διαρκώς ενώ σχηματίζεται ξανά από την αρχή χωρίς να σταματάει, υλική και ρευστή μαζί, πάντοτε ικανή να μας εκπλήσσει προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η εποχή που ζούμε είναι μια θλιβερή, σκυφτή εποχή. Η ποίησή της είναι από τα λίγα πράγματα που δεν μοιάζουν φτιαγμένα σε αντιστοιχία με την όψη της. Όχι ένας λόγος για να αισιοδοξούμε, αλλά τουλάχιστον ένας λόγος να χαμογελούμε ακόμη και μέσα στο πολλαπλό σκοτάδι που μας κυκλώνει.

Κύλιση στην κορυφή