Αγγελική Κορρέ

Πολυσυλλεκτικές διασπορές: Η διάλυση των σχολών και η ανάδυση των κοινοτήτων στη νέα ποίηση

Η συζήτηση γύρω από την εικόνα της σύγχρονης –ή, αν θέλουμε, της τρέχουσας– ποίησης στην Ελλάδα συχνά διατυπώνεται με όρους πληθωρισμού: πληθώρα φωνών, πληθώρα εκδόσεων, πληθώρα αισθητικών προτάσεων. Ωστόσο, αυτή η ποικιλία, όσο γοητευτική κι αν ακούγεται, κρύβει μια βαθύτερη αμηχανία: την απουσία εκείνων των συνεκτικών δομών που, ιστορικά, επέτρεπαν στην ποίηση να αυτοκατανοείται ως συλλογικό εγχείρημα.

Η βασική θέση εδώ είναι η εξής: στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, των εν ζωή δημιουργών, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για λογοτεχνικά ρεύματα ή σχολές με την κλασική έννοια του όρου. Εδώ και χρόνια, έχει συντελεστεί ριζική αποσύνθεση της έννοιας της σχολής ή του λογοτεχνικού ρεύματος.

Αντί αυτών, παρατηρούμε τη διαμόρφωση θεματικών και ταυτοτικών κοινοτήτων, χαλαρών, ρευστών και συχνά εφήμερων, οι οποίες συνδέουν ποιητές όχι μέσω κοινής ποιητικής γλώσσας ή αισθητικής θεωρίας, αλλά μέσω κοινών θεμάτων, βιωμάτων ή ταυτοτήτων.

Αν κοιτάξουμε αναδρομικά, οι μεγάλες ποιητικές τομές του παρελθόντος –από τον Ρομαντισμό και τον Συμβολισμό μέχρι τον Υπερρεαλισμό και τον Μοντερνισμό– δεν ορίζονταν απλώς από θεματικές συγγένειες. Ήταν, όπως έχει δείξει η θεωρία της λογοτεχνίας από τον Χανς Ρόμπερτ Γιάους στον Πιερ Μπουρντιέ, συλλογικές απαντήσεις σε κρίσεις αναπαράστασης: τρόποι να επαναπροσδιοριστεί η σχέση της γλώσσας με τον κόσμο, του υποκειμένου με την Ιστορία, της μορφής με το περιεχόμενο. Ήταν προτάσεις για το τι είναι ποίηση: πώς λειτουργεί η γλώσσα, ποια είναι η σχέση της με την πραγματικότητα, με το υποκείμενο, με την Ιστορία.

Ο Ρομαντισμός, ο Συμβολισμός, ο Μοντερνισμός δεν συγκροτήθηκαν γύρω από θέματα, αλλά γύρω από ποιητικές θέσεις. Είχαν κοινή αντίληψη για το τι είναι ποίηση, τι οφείλει να κάνει, και –κυρίως– τι οφείλει να αρνηθεί.

Στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, αυτή η αρνητική δύναμη, αυτό που ο Αντόρνο θα ονόμαζε «κριτική ένταση της μορφής», φαίνεται να έχει εξασθενήσει.

Σήμερα, λοιπόν, αυτό το επίπεδο κοινής ποιητικής προβληματικής φαίνεται να έχει κατακερματιστεί. Δεν υπάρχει ένα συλλογικό «εμείς» που να αρθρώνει ένα αίτημα ανανέωσης της ποιητικής γλώσσας. Αντίθετα, υπάρχει μια πολυδιάσπαση ατομικών πρακτικών, οι οποίες συνυπάρχουν χωρίς να συνομιλούν σε βάθος.

Ο τίτλος «Πολυσυλλεκτικές διασπορές» δεν δηλώνει απλώς την ποικιλία αυτόνομων προσεγγίσεων μορφής και περιεχομένου· δηλώνει την απουσία κέντρου.

Αυτό που πράγματι παρατηρείται είναι η ανάδυση θεματικών ομάδων: queer ποίηση, φεμινιστική και έμφυλη γραφή, πολιτική ποίηση, ποίηση της μνήμης και των ριζών, της μετανάστευσης, της ψυχικής εμπειρίας, της οικολογικής αγωνίας.

Και εδώ χρειάζεται να κατονομαστεί η κρίσιμη διάκριση: Οι ποιητές αυτοί δεν συνδέονται μέσω κοινής γλωσσικής ή μορφολογικής πρότασης. Ένας queer ποιητής, για παράδειγμα, μπορεί να γράφει απολύτως εξομολογητικά, ένας άλλος αποστασιοποιημένα, ένας τρίτος με ειρωνεία ή μεταμοντέρνα αμφισημία. Το κοινό τους σημείο δεν είναι η ποίηση ως μορφή, αλλά το θέμα ως ταυτότητα.

Οι κατά τόπους ομάδες, λοιπόν, δεν συγκροτούν κοινή ποιητική γλώσσα. Η σύνδεση των ποιητών δεν γίνεται μέσω μορφικών ή υφολογικών επιλογών, αλλά μέσω της αναγνωρισιμότητας του θέματος. Η κοινότητα, εδώ, δεν παράγει αισθητική συνοχή· παράγει συγχρονική ταύτιση.

Με άλλα λόγια, η ποιητική συνάφεια αντικαθίσταται από μια μορφή πολιτισμικής εγγύτητας. Έτσι, η κοινότητα δεν συγκροτείται αισθητικά, αλλά κοινωνιολογικά.

Κατά τη γνώμη μου –και εδώ εκφράζω μια σαφώς κριτική θέση– αυτό συνιστά πρόβλημα. Όχι γιατί τα θέματα αυτά δεν είναι σημαντικά· είναι απολύτως αναγκαία. Αλλά επειδή η ποίηση κινδυνεύει να αντικαταστήσει την ποιητική αναζήτηση με θεματική εκπροσώπηση. Η σύγχρονη ποίηση, ενώ δηλώνει έντονα παρούσα κοινωνικά και πολιτικά, συχνά αποφεύγει να θέσει σε κρίση τη γλώσσα της. Η γλώσσα λειτουργεί ως φορέας εμπειρίας, όχι ως πεδίο ρήξης.

Ο κίνδυνος δεν είναι η πολιτικοποίηση της ποίησης – αυτό θα ήταν μια αφελής κριτική, για να μην πούμε ότι για κάποιους από εμάς, κατά μία έννοια, η πολιτικοποίηση συνιστά προτέρημα ή και καθήκον ακόμα. Ο κίνδυνος είναι η υποκατάσταση της ποιητικής έντασης από τη θεματική επάρκεια. Διότι σήμερα παρατηρούμε πια ότι το θεματικό βάρος λειτουργεί ως υποκατάστατο της μορφικής έντασης. Η πολιτική ή η παντός είδους ταυτοτική ποίηση δεν είναι προβληματική. Το πρόβλημα που εξετάζω δεν αφορά στο τι λέγεται, αλλά στο πώς λέγεται, ή, καμιά φορά, στο πώς δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το ίδιο το «πώς».

Σε τέτοιες συνθήκες, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, η γραφή κινδυνεύει να γίνει «διαφανής», να εξαφανίσει την υλικότητά της υπέρ του μηνύματος.

Αυτό συμβαίνει όταν η γλώσσα, αντί να είναι πεδίο ρήξης και πειραματισμού, συχνά λειτουργεί εργαλειακά: μεταφέρει εμπειρίες, αφηγήσεις, τραύματα. Δεν εξετάζεται όμως επαρκώς η ίδια η ποιητική της λειτουργία.

Με άλλα λόγια, αυτό που λείπει δεν είναι ο αναστοχασμός ή η ταυτότητα· είναι η κοινή αγωνία για το πώς λειτουργεί η ποιητική γλώσσα.

Ένα ακόμη στοιχείο αυτής της εικόνας είναι η πλήρης κανονικοποίηση της εξατομίκευσης, η απόλυτη κυριαρχία της εξατομικευμένης ποιητικής ταυτότητας. Ο κάθε ποιητής εμφανίζεται, παρουσιάζεται και αυτοπαρουσιάζεται ως αυτάρκης μονάδα, αποσυνδεδεμένη από γενεαλογίες, επιδράσεις ή συγκρούσεις. Η ένταξη σε μια παράδοση συχνά θεωρείται ακόμα και περιορισμός ή αναχρονισμός.

Ωστόσο, όπως έχει δείξει η Ιστορία της λογοτεχνίας, καμία αισθητική ανανέωση δεν προκύπτει χωρίς συνείδηση συνέχειας και ρήξης. Η πλήρης απομόνωση οδηγεί όχι στην ελευθερία, αλλά στη –συχνά ασυνείδητη– επανάληψη ήδη δοκιμασμένων μορφών. Αλλά οι μεγάλες τομές γεννήθηκαν από συγκρούσεις και συμμαχίες, όχι από απομονωμένες φωνές.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι θεματικές κοινότητες είναι απλώς η μετανεωτερική εκδοχή των σχολών. Ωστόσο, εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: οι σχολές παρήγαγαν ιστορικό χρόνο, ενώ οι κοινότητες παράγουν επικαιρότητα. Οι σχολές παρήγαγαν διάρκεια, οι κοινότητες παράγουν συγχρονικότητα. Η ποίηση οργανώνεται γύρω από το παρόν και τις ανάγκες του, αλλά σπανίως αρθρώνει ένα ποιητικό πρόταγμα που να διεκδικεί διάρκεια. Έτσι, η προσωρινότητα δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της εποχής· γίνεται χαρακτηριστικό της ίδιας της ποιητικής πράξης. Δεν συγκροτούνται πια ποιητικές προτάσεις που να διεκδικούν ιστορικό βάθος ή αισθητική συνέπεια.

Συμπερασματικά, η σύγχρονη ελληνική ποίηση δεν στερείται ούτε φωνών, ούτε θεμάτων, ούτε εντάσεων, ούτε εμπνεύσεων. Στερείται, όμως, μιας συλλογικής προβληματικής γύρω από τη μορφή και τη γλώσσα. Αντί για σχολές, έχουμε διάσπαρτους πυρήνες. Αντί για κοινή γλώσσα, έχουμε θεματικές συναντήσεις. Αντί για ποιητικά προτάγματα, έχουμε ταυτότητες.

Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν αυτή η κατάσταση είναι «καλή» ή «κακή», αλλά αν μπορεί να παραγάγει εκείνη τη μορφή ποιητικής αναγκαιότητας που ιστορικά συνδέεται με τις μεγάλες στιγμές της ποίησης. Το ερώτημα, δηλαδή, είναι αν αυτή η κατάσταση αποτελεί μια μεταβατική φάση ή μια μόνιμη συνθήκη της ποίησης στον ύστερο νεωτερικό κόσμο. Το όλο φαινόμενο δεν υπονομεύει απαραιτήτως ούτε την αγαθή πρόθεση του εκάστοτε ποιητή ούτε την ποιότητα των κειμένων που παράγονται σήμερα. Δεν λείπουν, δηλαδή, ούτε σοβαρές και αυθεντικές προσεγγίσεις της ποίησης ως τέχνης από τους διακόνους της, ούτε αξιολογότατα κείμενα που ενδεχομένως θα κερδίσουν το στοίχημά τους με τον χρόνο. Λείπει η συνοχή ως προς την αντίληψη για το τι είναι η ιδιότητα του ποιητή, κάτι που παρατηρείται τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και μεταξύ των ποιητών παγκοσμίως, μεταξύ των χωρών.

Ίσως, τελικά, το ζητούμενο για τη νέα ποίηση δεν είναι να ανακαλύψει νέες θεματικές, αλλά να επανατολμήσει κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αναχρονιστικό: να σκεφτεί συλλογικά τη γλώσσα της.

Κύλιση στην κορυφή