«Ό,τι συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους συμβαίνει κι ανάμεσα σ’ έναν και στο πλήθος, μόνο που δεν είναι εύκολα αντιληπτό».
R.W. Emerson, Πολιτική
Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μία πρόσφατη εμπειρία, η οποία, προστιθέμενη περιπτωσιολογικώς σε πληθώρα άλλων παρόμοιων, στοιχειοθετεί ένα σοβαρό ιστορικοκοινωνιολογικό φαινόμενο με πολλαπλή σημασία. Κατ’ ουσίαν, πρόκειται για μια τρόπον τινά νέα παθογένεια, που αντανακλά την κατάσταση, συμβολίζει το κατάντημα κι εγκυμονεί την καταστροφή. Ιδού.
Παρακάθισα τις προάλλες στο τραπέζι που φίλος διοργάνωσε σπίτι του σε φίλους με αφορμή την ονομαστική του εορτή. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και μια νέα κατά τ’ άλλα συμπαθής κυρία, διακεκριμένη –απ’ ό,τι πληροφορήθηκα αργότερα– νομικός, η οποία συνεργάζεται επί χρόνια με ανεξάρτητη αρχή που μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη από τις παραλείψεις, τις διακρίσεις και τις καταχρήσεις του κράτους κ.λπ. Δίπλα της καθόταν χαμογελαστός ο σύζυγός της, επίσης διακεκριμένος νομικός.
Το φαγητό πλούσιο, το αλκοόλ άφθονο. Προσφωνήσεις και προπόσεις. Αστεία και πειράγματα. Συμμετοχή ολωνών, καθενός με τη σφραγίδα του. Το κλίμα ήταν εύθυμο και χαλαρό και η συζήτηση κυλούσε ευχάριστα ώσπου οδηγήθηκε στην πολιτική επικαιρότητα ενόψει βουλευτικών εκλογών. Αίφνης, ο τόνος της φωνής τής νομικού άλλαξε. Ο διάλογος περιορίστηκε και η κουβέντα άρχισε να επικεντρώνεται με το έτσι θέλω σε προσωπικές αφηγήσεις και αναφορές, δεδομένα, χαρακτηρισμούς, νούμερα και εκτιμήσεις τής διακεκριμένης νομικού, η οποία συνεργάζεται επί χρόνια με ανεξάρτητη αρχή που φροντίζει για την προάσπιση των δικαιωμάτων του πολίτη. Πάραυτα, η διακεκριμένη νομικός, που χρόνια τώρα καταγίνεται με την προστασία της ακεραιότητας, την καταπάτηση των ελευθεριών και την προσβολή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, μονοπωλούσε σε οργίλο ύφος τη συζήτηση, δίχως να δίνει ούτε μία στιγμή τον λόγο στους μέχρι πρότινος συνομιλητές της. Εν ριπή οφθαλμού, η διακεκριμένη νομικός, που χρόνια τώρα καταγίνεται με τις αδικίες εις βάρος των αδυνάμων και των αναξιοπαθούντων, παραληρούσε σκορπίζοντας ένθεν κακείθεν διαπιστώσεις, κοινοτοπίες, ταμπέλες, αυθαίρετες αξιολογήσεις (π.χ. αριστερός=καλός), παρανοϊκές εξισώσεις (π.χ. πας μη αριστερός, φασίστας) κι επικίνδυνους νεολογισμούς (π.χ. «ακραίο κέντρο»), επαναλαμβάνοντας πότε πότε την επωδό «Εγώ είμαι με τα θύματα – Εγώ είμαι με τα θύματα», ωσάν οι υπόλοιποι να εκπροσωπούσαμε τους θύτες. Δεν γινόταν, φυσικά, να λείψει και το ανάθεμα στη μετριοπάθεια, τη σπανιότερη κι επιτακτικότερη πολιτική αρετή σε εποχές και περιοχές πόλωσης και παραφροσύνης σαν τη δική μας.
Αυτό που επιθυμώ να επισημάνω με την παρούσα αφήγηση δεν είναι η παραπλανητική εικόνα της πραγματικότητας που αναδυόταν από τα λεγόμενά της, καθότι τα ομολογουμένως αξιοσημείωτα στοιχεία που λόγω του επαγγέλματός της παρέθετε δεν αξιοποιούνταν ορθώς και κατέληγαν σε στρεβλούς συμπερασμούς (επειδή ακριβώς διαθλώνταν μέσα από απλουστευτικά ερμηνευτικά σχήματα και από mainstream κλισέ συγκεκριμένης ιδεολογικής προέλευσης). Ακούγοντάς τη σχημάτιζε, φερ’ ειπείν, κανείς την εντύπωση ότι ζούμε σε μια στυγερή, αστυνομοκρατούμενη δικτατορία. Ή ότι κάτι πήγε στραβά τελευταίως και ο άψογος κρατικός μηχανισμός κράσαρε. Δεν είναι, όμως, οι εσφαλμένες εκτιμήσεις το πρόβλημα, από τις οποίες, σε τελική ανάλυση, ουδείς εξαιρείται. Άλλωστε, τίνος η ζωή ολόκληρη δεν συνιστά σφάλμα; Όχι, δεν είναι οι γνωστές, αναμενόμενες, αφελείς, κυρίαρχες απόψεις που όλοι ξέρουμε. Όλα αυτά αποτελούν το θεωρητικό και αναφορικό σύστοιχο της λαϊκής επιπολαιότητας από την εποχή του Κλέωνα. Τα εύχρηστα στερεότυπα όσων –και για όσους– δεν ενδιαφέρονται ούτε για τα κοινά ούτε για τη μελέτη της. Αυτό που επιθυμώ να επισημάνω είναι η στάση εκείνου του ανθρώπου.
Κάποια στιγμή, έπειτα από αρκετή ώρα μαρτυρικής ακρόασης ενός ελλείψει αντιλόγου κλιμακούμενου σε αγανάκτηση ντελίριου, έκανα ένα απειροστό «λάθος»: άρπαξα αυτοβούλως τον λόγο για να εκφράσω ευγενικά τη διαφοροποίησή μου από τα λόγια της παραληρούσης διακεκριμένης νομικού. Είπα από μέσα μου: «Μίλα, μη σιωπάς, πάρε τον λόγο και πες ευθαρσώς την άποψή σου, δημοκρατία έχουμε! Είσαι σε φιλικό σπίτι και σε παρέα νέων, εγγράμματων και μορφωμένων, μάλιστα μεταξύ αυτών υπάρχει κι ένα ζεύγος πανεπιστημιακών νομικών, με ανθρωπιστικά/ακτιβιστικά διαπιστευτήρια, προχώ αντιλήψεις, αριστερές καταβολές και πεποιθήσεις, επαναστατικές βλέψεις. Προσφορότερο και ασφαλέστερο πλαίσιο έκφρασης γνώμης δύσκολα θα βρεις». Αμ, δε!
Η διακεκριμένη, προοδευτική, ανθρωπίστρια, φεμινίστρια, ακτιβίστρια, αντιφασίστρια, νομικός, που επί χρόνια μάχεται ηρωικώς για τα αναφαίρετα, συνταγματικά, ανθρώπινα, πολιτικά δικαιώματα του ταπεινού πολίτη και τις ελευθερίες του καταφρονημένου ανθρώπου, εξερράγη. Κατ’ αρχάς, κατεπλάγη που διαφώνησα μαζί της. Η αντίδρασή της προέδιδε αληθινό σοκ. Αιφνιδιάστηκε. Πώς είναι δυνατόν να διαφωνήσει κάποιος μαζί της; Δεν είχε μάθει στις συντροφιές της να ακούει την άλλη άποψη, πόσω μάλλον να υφίσταται ευπρεπή και μετριοπαθή κριτική. Είχε γαλουχηθεί στην αντιπαράθεση, στις δίκες, στον πόλεμο. Είχε συνηθίσει να βλέπει παντού εχθρούς. Αμέσως μετά, ξεκίνησε η επίθεση. Τι ήθελα και ανέφερα ως πηγή την Καθημερινή; Την επάρατη «δεξιά Καθημερινή», την οποία ασφαλώς η αντιφασίστρια νομικός πάντοτε λοιδορεί και ουδέποτε διαβάζει –εκτός κι αν διαβάζει λαθραία– και η οποία, παρεμπιπτόντως, ό,τι κι είναι, τουλάχιστον δίνει μεροκάματο και βήμα σε «αριστερούς», κάτι που ο αριστερόστροφος Τύπος παραδοσιακά αρνείται να πράξει για τους πολιτικούς αντιπάλους! Λίγο μετά, πώς το ’φερε το πράγμα, και διέπραξα το έγκλημα να εκστομίσω ένα ονοματεπώνυμο που η εξτρεμιστική Αριστερά θεωρεί συνώνυμο του Κακού: «Σώτη Τριανταφύλλου»! Για την ακρίβεια, ένα απλό άρθρο γνώμης, το οποίο μου είχε φανεί εξαιρετικό. Η διακεκριμένη νομικός στο άκουσμα του ονοματεπώνυμου και μόνο δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη μήνιν της. Η υπέρμαχος της ανεκτικότητας και της διαφορετικότητας δεν ανέχτηκε τη συγκεκριμένη διαφορετική άποψη. Η αγωνίστρια κατά της Ακροδεξιάς και του φασισμού νομικός, με την πολυετή πείρα και προσφορά στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (προσφυγικό, διακρίσεις, καταστολή, εκμετάλλευση κ.λπ.), με διέκοψε βιαίως, μην αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στον λόγο ούτε σε μένα αλλά ούτε και στη γενναία Σώτη Τριανταφύλλου, την πολύ ενδιαφέρουσα αρθρογραφία της οποίας, εξυπακούεται, ουδέποτε διαβάζει αλλά πάντοτε καταριέται. Περιέργως, ουδείς εκ των παρισταμένων σκανδαλίστηκε μήτε διαμαρτυρήθηκε μπροστά στην επιβεβαίωση σε μικρή κλίμακα του «παραδόξου της ανοχής» του Karl Popper: ότι αν σε μια ανεκτική κοινωνία εμφανιστούν κάποιοι που δεν δείχνουν ανεκτικότητα προς άλλους και τους ανεχτούμε, μοιραία, η ανοχή θα εξαφανιστεί ή ακόμα και εμείς. Όπερ και εγένετο. Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που ο μέχρι τότε μισομεθυσμένος, χαμογελαστός σύζυγός της, διακεκριμένος νομικός κι επίσης δηλωμένος αριστερός αντιφασίστας, πετάχτηκε από τη θέση του και κινήθηκε απειλητικά εναντίον μου, φωνάζοντας και βρίζοντας κι εμένα και τη Σώτη αλλά και τον μεγάλο Δ. Χαντζόπουλο, του οποίου το ονοματεπώνυμο κάπου είχα αναφέρει προηγουμένως στην προσπάθειά μου να δείξω ότι υπάρχουν ακόμη εξαίσιοι δημιουργοί στον πεπτωκότα, εξωνημένο και διαπλεκόμενο Τύπο! Σύξυλος από την εξέλιξη της «συζήτησης», επιχείρησα με χαμηλή φωνή και στοργικό ντάντεμα να κατευνάσω την ιερά οργή των δύο διακεκριμένων νομικών, που είχαν βγει απ’ τα ρούχα τους. Δόξα τω Θεώ, τα κατάφερα. Τα πνεύματα, ως διά μαγείας, ηρέμησαν. Φεύγοντας, μάλιστα, από τη συνάντηση, όπως έχω κάνει αμέτρητες φορές σε παρόμοιες περιστάσεις, ζήτησα συγγνώμη από τους δύο διακεκριμένους νομικούς.
Και διερωτάται κανείς: αν ένας άνθρωπος με αυτές τις ιδιότητες (νέα, γυναίκα, μητέρα, νομικός, διδάκτωρ πανεπιστημίου, συνεργάτις ενός τέτοιου θεσμικού φορέα, αριστερή, ακτιβίστρια, αντιφασίστρια κ.λπ.) και σε αυτό το πλαίσιο (γιορτινό τραπέζωμα καλλιεργημένων φίλων σε σπίτι) συμπεριφέρεται τόσο αυταρχικά και μισαλλόδοξα –και, μάλιστα, με αφορμή ένα καλοδουλεμένο άρθρο σε ιστότοπο– τι να περιμένουμε από το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου και τι από τα δημόσια ήθη γενικότερα; Για να μη μιλήσουμε για την τραγική ειρωνεία, τη σχιζοφρένεια ή τον φαρισαϊσμό να φέρεσαι τόσο φασιστικά, ενώ έχεις επενδύσει τον βίο και τον μύθο σου στη μάχη κατά του φασισμού. Πού είναι, όμως, ο φασισμός; Γυρεύουμε έξω το θηρίο, αλλά «πολλὰ οὖν θηρία ἐν ἡμῖν» (Γρηγόριος Νύσσης). Κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου για την επέλαση της Ακροδεξιάς, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την αδιάψευστη αλήθεια που τονίζει ο Norberto Bobbio ότι «το κοινό σημείο μεταξύ ενός εξτρεμιστή της Αριστεράς και ενός εξτρεμιστή της Δεξιάς είναι η άρνηση της δημοκρατίας, που κάνει να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον». Διότι την σήμερον ημέραν, αν όχι ανέκαθεν, περισσότερο υπηρετεί κι ενισχύει τη δημοκρατία η μετριοπάθεια των ιδιοσυγκρασιών και η ευγένεια των συμπεριφορών παρά το μεγαλείο ή ο ριζοσπαστισμός των ομολογιών. Και στη μάζωξη αυτή καταπατήθηκαν βαναύσως θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής δημοκρατίας. Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί ηθικοπολιτικώς τους πολίτες δεν είναι οι περιπαθείς αυτοχαρακτηρισμοί, οι ευαγγελισμοί ή οι επίσημες ιδιότητές τους αλλά το καθημερινό τους φέρσιμο, ο τρόπος με τον οποίο το ιστορικό τους παράδειγμα ανταποκρίνεται στην ιδιωτική τους μυθολογία. Κι εκεί, στην πράξη, είναι σοκαριστική η διάσταση μεταξύ ιδεολογικών διακηρύξεων και διαπροσωπικής διαγωγής, και οι μαξιμαλιστές κήνσορες αποδεικνύονται τουλάχιστον ανακόλουθοι, αν όχι υποκριτές και απατεώνες, όπως τόσο διασκεδαστικά περιγράφει ο Paul Johnson στο Διανοούμενοι.
Σίγουρα θα θυμάστε την περίφημη ρήση, που αποδίδεται στον Βολταίρο, περί της μέχρι θανάτου υπεράσπισης του δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης του άλλου ανεξαρτήτως της διαφωνίας με την άποψή του. Ε, λοιπόν, ξεχάστε τα αυτά! Εδώ και κάποια χρόνια, πολλοί διαπρύσιοι υπερασπιστές της δημοκρατίας έχουν αναθεωρήσει κάπως τη στάση τους. Είθε να μην συντελέσουν πλειοψηφία και προχωρήσουν και σε αναθεώρηση της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Συντάγματος…

