Πέρασα την παιδική μου ηλικία στα λεωφορεία που οδηγούσε ο πατέρας μου, ξέρω την διαδρομή Ένφιλτ, Λίβερπουλ Ρόουτ και τις 14 στάσεις στο αναμεταξύ σαν την πίσω πλευρά του χεριού μου και αν με αφήνανε να κάνω ό,τι θέλω, αν μου αφήνανε ελευθερία, θα μπορούσα να γίνω αυτό ακριβώς. Ένας οδηγός λεωφορείου με ωραία στολή και λουστραρισμένο καπέλο, να ξεκινώ από τις βρώμικες γειτονιές του Λονδίνου και να μαζεύω τους αγουροξυπνημένους επιβάτες που κουβαλούσαν ακόμα στα ρούχα τους τις μυρωδιές από τα φαγητά της πατρίδας τους. Κάρυ, μου έλεγε ο πατέρας, Ινδία. Τίκα Μασάλα, Πακιστάν. Κιοφτέ, πις, Τούρκος! Αυτός μυρίζει ρίγανη, είναι δικός μας, Κυπραίος ή καλαμαράς, καλημέρα! Και πολλά γέλια. Καθόλου άσχημα για μια κόρη μεταναστών από ένα μικρό κυπριακό χωριουδάκι στο μέσο του πουθενά. Αλλά ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να γίνω ποτέ αυτό που ήθελα. Οδηγός λεωφορείου; Με τίποτα. Για μένα ο δρόμος ήτανε από την αρχή γραμμένος. Να τελειώσω το σχολείο. Να βρω μια καλή δουλειά. Και μετά ένα καλό παιδί. Κύπριο φυσικά, στη χειρότερη περίπτωση Έλληνα. Και να κάνω τρία παιδιά. Ή καλύτερα δύο. Δύο παιδιά τα κουμαντάρεις καλύτερα, λέγανε οι θείες μου. Και κοίτα να κάνεις κορίτσια. Να κάνεις κορίτσια. Να μείνουν κοντά, στα γηρατειά σου. Όχι να παρατήσω το σχολείο στα δεκαέξι, να κάνω παρέα με τις Αραπίνες με τα άφρο μαλλιά και να μείνω έγκυος από έναν Τίκα Μασάλα. Με τι μούτρα, έλεγε η μάνα μου, να βγούμε έξω στον κόσμο να μας δει η κοινωνία. Πώς να πάω στην κυρία Τασούλα, να αγοράσω αυγά από το μπακάλικο, από ποιο χωριό να πω είναι η συμπεθέρα μου που πήγες και βρήκες να γκαστρωθείς από έναν Τίκα Μασάλα. Ήμουν η ντροπή του μετανάστη. Του καλού Κύπριου μετανάστη.
Αν άνοιγα το στόμα μου τότε, θα τα έλεγα ένα χεράκι της μάνας μου και για την Τασούλα και για το μπακάλικο και για τους καλούς τους Κύπριους τους μετανάστες. Δύο λόγια πρώτα για την Τασούλα. Ποτέ τα αυγά της δεν ήταν φρέσκα. Και της τα έφερνε να τα πουλά η Εμινέ, που είχε λαθραία κοτόπουλα πίσω στην αυλή της. Τούρκικα αυγά τον τάιζε η μάνα τον πατέρα. Δεύτερον, όλοι ξέραμε τι κάνει έναν καλό μετανάστη. Να έχει φύγει γεμάτος ελπίδες από το χωριό του με σκοπό να βγάλει πολλά λεφτά. Να έρχεται στους Εγγλέζους και να μένει με άλλους χωριανούς του και να αρχίζει την καριέρα του πλένοντας τεράστιες στοίβες με πιάτα. Μετά να ανοίγει εστιατόριο, εστιατόριο με ψάρια και πατάτες ή ντελιβεράδικο με σουβλάκια. Και να βγάζει λίρες με την ουρά για να στέλνει πίσω στην πατρίδα στη μάνα του και στις αδελφές του. Για να τις καλοπαντρέψει τις αδελφές του. Και να έχει τη γυναίκα και την κόρη του βασίλισσα. Και να φορά καφέ κοστούμι με λεπτή άσπρη ρίγα και μπακλαβαδέ γραβάτα στην ορθόδοξη την εκκλησία τις Κυριακές. Και να φυλάει λεφτά να φύγει από το Ένφιλτ που είχε γεμίσει Αραπάδες, για το Σένφιλτ. Για να αγοράσει το σπίτι με τις τρεις κρεβατοκάμαρες και τα δύο διπλανά τα σπίτια για να ενοικιάζει. Για να γίνει κάποιος. Έτσι είναι οι καλοί μετανάστες. Αν άνοιγα το στόμα μου θα τα έλεγα αυτά και άλλα τόσα της μάνας μου. Γιατί ο πατέρας δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά και σίγουρα δεν ήταν ένας καλός μετανάστης.
Λοιπόν, ο πατέρας μου δεν ήρθε στην Αγγλία να κάνει λεφτά, δεν ήρθε στην Αγγλία για να καλοπαντρέψει τις αδελφές του. Ήρθε στην Αγγλία για τον πιο ντροπιαστικό λόγο που μπορεί κανείς να φανταστεί. Πήρε την παρθενιά μιας κοπέλας τη νύχτα που λογοδόθηκαν. Συγχωριανή του αυτή, οι οικογένειες γνωρίζονταν από παλιά, το χωριό μας το λέγανε Δίκωμο. Δώσανε λόγο το βράδυ, έφαγαν τα αρραβωνιασμένα μακαρονάκι κοφτό βραστό σε ζωμό από περιστέρι και αμυγδαλόψιχα βουτηγμένη στο μέλι μέσα στο κρυστάλλινο μπολάκι της προίκας της, που έκανε τον γύρο να το γευτεί όλο το τραπέζι. Τσούγκρισαν οι συμπέθεροι τα ποτήρια. Είπαν να κτίσουν το σπίτι στο χωράφι με τις ελιές στο Πάνω Χωριό. Έδωσαν τα χέρια. Τη νύχτα οι λογοδοσμένοι κοιμήθηκαν μαζί. Το πρωί ο πατέρας το έσκασε ήσυχα από το παράθυρο μαζί με την παρθενιά της κοπέλας. Και δύο μέρες αργότερα τον έστειλαν πεσκέσι στον αδελφό του παππού στο Λονδίνο, κρυμμένο στην κουζίνα να κάνει τη λάντζα, μην το βρουν οι συγγενείς της νύφης και τον σκοτώσουν. Δεν ήταν αστεία πράγματα αυτά. Έτσι ο πατέρας βρέθηκε από το χωριό του στη βαριά κουζίνα ενός τυπικού εστιατορίου της Αγγλίας, με χρέος να καθαρίζει τα λιπαρά τηγάνια, να στοιβάζει τα πιάτα στο πλυντήριο πιάτων και να σφουγγαρίζει γερά την πάντα βρώμικη κουζίνα, με αντάλλαγμα λίγες λίρες τη βδομάδα, το φαγητό του και ένα μέρος να κοιμηθεί.
Ήταν η τέταρτή του μέρα στην κουζίνα του παππού-θείου όταν ο πατέρας, αφού έφαγε με όρεξη το βραδινό που του σέρβιραν, ψάρι τηγανιτό με πατάτες και δίπλα μαρούλι σαλάτα, δίπλωσε τακτικά την ποδιά της κουζίνας και έφυγε από το παράθυρο χωρίς να πλύνει τα πιάτα. Περιπλανήθηκε άσκοπα μέσα στη νύχτα ώσπου είδε τα φώτα και κατέληξε στον κινηματογράφο της πλατείας Λέστερ. Αγαπούσε πολύ το σινεμά, είχαν και στο χωριό του, αλλά εκεί έπαιζαν ακόμα τις ταινίες της Βουγιουκλάκη. Οι κινηματογράφοι στην Αγγλία εκείνη την εποχή έπαιζαν τον Dr. No και έτσι στα ξαφνικά ο πατέρας ανακάλυψε τον πράκτορα 007, που φορούσε ωραία σκούρα κοστούμια, είχε δίπλα του ωραίες γυναίκες και, το πιο σημαντικό, οδηγούσε μεγάλα αστραφτερά αυτοκίνητα. Κι έτσι ο πατέρας ερωτεύτηκε τα αυτοκίνητα και να βλέπει τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ. Όχι φυσικά όλους τους Μποντ. Μόνο τις ταινίες του Σον, που τον έλεγε Σιον με τα βαριά κυπριακά αγγλικά του με ένα πολύ παχύ Σ. Σσσσσσσσιόν.
Για τον πατέρα, ο Σιον ήταν ο σωτήρας της ζωής του, ο άνθρωπος που τον έσωσε από τα πιάτα και τον έκανε να καταλάβει πως θα μπορούσε στην Αγγλία να κάνει κάτι άλλο με τη ζωή του, παρά να φτιάξει εστιατόριο και να φορά στην εκκλησία μπακλαβωτή γραβάτα. Εκείνο το βράδυ δεν πήγε στο σπίτι του θείου, έμεινε να περιπλανιέται έξω περπατώντας και καπνίζοντας στην πλατεία Τραφάλγκαρ μέχρι το πρωί σκεφτόμενος τον Σιον. Είχε πιάσει το αυτί του ότι ο πράκτορας 007 ήταν γιος μιας καθαρίστριας κι ενός φορτηγατζή από τη Σκοτία και αυτό, όπως είπε, τον έκανε να αποφασίσει να μην πλύνει ξανά άλλα πιάτα. Αν και σκεφτόταν κάποιες φορές τον θείο-παππού που τον άφησε εκείνη τη νύχτα μόνο του με τα λιγδωμένα ταψιά και τη λάντζα, ήταν αποφασισμένος να κάνει κάτι άλλο στη ζωή του. Αυτός ήταν ο πατέρας. Τη συνείδησή του μέχρι το τέλος της ζωής του τη βάρυνε περισσότερο εκείνη η στοίβα με τα πιάτα, παρά η κοπέλα που άφησε πίσω.
Αν έμαθα δυο πράγματα από τον πατέρα, ήταν να αγαπώ τα ωραία μεγάλα αυτοκίνητα και να φεύγω με ησυχία από το παράθυρο. Να πω δυο λόγια για τα αυτοκίνητα πρώτα, μου άρεσαν τα μεγάλα σπορ αμάξια τύπου Lotus Esprit, ένα από τα αγαπημένα αυτοκίνητα του Τζέημς Μποντ, το οποίο δυστυχώς δεν αξιώθηκε να οδηγήσει ο Σιον επειδή εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1977 στην ταινία Ο κατάσκοπος που με αγάπησε με τον Ρότζερ Μουρ, για τον οποίο ο πατέρας δεν είχε ιδιαίτερα καλή γνώμη. Τα Lotus Esprit ήταν ελαφριά σπορ αυτοκίνητα με μικρή μηχανή, που δεν τα έκανε πολύ αγαπητά στους μηχανικούς όλου του κόσμου που έλεγαν πως ήταν περισσότερο φιγουρατζίδικο από ό,τι έπρεπε και με καθόλου σθένος στα άλογα. Ωστόσο ήταν ένα αυτοκίνητο που το βλέπαμε πολύ στους δρόμους του Λονδίνου τότε, περισσότερο να το οδηγούν νεαροί στις μοντέρνες περιοχές έξω από το Τσέλσι που άρχιζε τότε να αναπτύσσεται, παρά στα αριστοκρατικά σοκάκια του Κένσιγκτον με τις Ρολς Ρόις και τις Τζάγκουαρ. Εμένα τότε μου έκανε μεγάλη εντύπωση πώς διάλεγε κάποιος ένα τόσο βαρύ αμάξι όπως μια Ρολς Ρόις, ενώ μπορούσε να έχει ένα ελαφρύ Lotus Esprit σε ασημί άσπρο χρώμα και να πατά τη μηχανή και να χάνεται. Είναι θέμα κύρους, μου έλεγε ο πατέρας, δεν θέλουν το Λότους επειδή δεν μυρίζει λεφτά, ενώ είναι ένα καλό αμάξι. Το εκτιμούσε το Εσπρίτ ο πατέρας, αν και δεν ήταν ο Σιον που τα κατάφερε να το κάνει υποβρύχιο. Μπορεί να μην καταδεχόταν τον Μουρ, αλλά εκτιμούσε και υπολόγιζε τα μαραφέτια του.
⸙⸙⸙
[Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που άρχισε να γράφεται και μπορεί να μην τελειώσει ποτέ].

