(Μετάφραση: Σωτήρης Μηνάς)
Κάποτε, τα παιδιά έρχονταν στον κόσμο με τρόπο ειδυλλιακό, μέσα από τις φυλλωσιές των φρέσκων λάχανων — όπως στα, γεμάτα αθωότητα, παραμύθια της γιαγιάς ή στο κινηματογραφικό όνειρο του Βιτόριο Ντε Σίκα, το Θαύμα στο Μιλάνο, την εποχή του μεταπολεμικού νεορεαλισμού. Σήμερα όμως, σε καιρό ειρήνης και «μετα-ρεαλισμού», έρχονται στον κόσμο ολοένα και πιο συχνά μέσα σε κάδους απορριμμάτων — όπως στην Όπερα της Βρωμιάς (Smrad Opera), εκείνη την παράσταση του Σλοβενικού Νεανικού Θεάτρου από το λυκόφως του 20ού αιώνα, που τώρα, στις αρχές του 21ου, μοιάζει προφητική.
Έτσι φαίνεται πως κυλά η ζωή, τουλάχιστον σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που, αν και κομμάτι της Ευρώπης, πασχίζει ακόμα να της μοιάσει· μιας Ευρώπης όπου τα νεορεαλιστικά παραμύθια έχουν προ πολλού εξαντληθεί, ένα προς ένα. Αλλά ας αφήσουμε την Ευρώπη στην εκλεπτυσμένη της κουλτούρα, στους κανόνες, στην τάξη, την αποστειρωμένη υγιεινή και τον εγωισμό της γαλήνης των μουσείων της. Ας δούμε πώς στέκονται τα πράγματα στον κόσμο δίχως παραμύθια, στα δικά μας τα μέρη. Εκεί όπου, σύμφωνα με μια ποιήτρια από το Βελιγράδι (αν και η καταγωγή της μικρή σημασία έχει μπροστά στις μεγάλες ποιητικές αλήθειες — θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από το Σαράγεβο), όταν τα παραμύθια έφταναν στα Βαλκάνια ως «εισαγόμενα», ήταν κυρίως αιματηρά.
Τα δικά μας πάλι, τα «εγχώριας παραγωγής», είναι αλλιώτικα: σκληρά και ταυτόχρονα σπλαχνικά, άγρια αλλά γεμάτα οίκτο. Όπως τούτος ο τόπος: ένα κράμα από βαλκανικούς λόφους και κοιλάδες, βουνοκορφές και βαθιά ηθικά βάραθρα· πρόποδες ηθικής ακεραιότητας και κορυφές —έντιμες ή ανήθικες— στην παράδοξη γεωγραφία αυτών των συνόρων. Ένας τόπος πάντα ταραγμένος, από καταβολής κόσμου μέχρι σήμερα.
Θέλετε μια απόδειξη; Ορίστε μία, αλιευμένη από την πρόσφατη ειδησεογραφία των τοπικών μέσων. Μεταφέρω την είδηση κατά λέξη:
«Βρέφος που μόλις είχε γεννηθεί βρέθηκε εγκαταλελειμμένο σε κάδο σκουπιδιών σήμερα το πρωί από τον συνταξιούχο Σλόμπονταν Τσβέτκοβιτς, κάτοικο της περιοχής Ζάρκοβο στο Βελιγράδι, ο οποίος ειδοποίησε αμέσως ασθενοφόρο και την αστυνομία. Ο Τσβέτκοβιτς είχε βγει με το χάραμα για τη βόλτα του σκύλου του. Πλησιάζοντας στους κάδους για να πετάξει τις ακαθαρσίες, άκουσε έναν ήχο που ο ίδιος περιέγραψε ως “πνιχτό βογκητό”. Όπως αναφέρει το ειδησεογραφικό πόρταλ Blic: “Στην αρχή νόμιζα πως είχε παγιδευτεί κάποια γάτα. Άρχισα να παραμερίζω τα σκουπίδια για να την ελευθερώσω, όταν ξαφνικά είδα μια δεμένη σακούλα από την οποία προερχόταν ο ήχος. Την άνοιξα και αντίκρισα ένα μωρό, νεογέννητο, μέσα στα αίματα”, δήλωσε ο συνταξιούχος, σε κατάσταση σοκ.
Όπως είπε, όταν άνοιξε τη σακούλα το μωρό δεν έκλαιγε, παρά μόνο βογκούσε. Συγκλονισμένος από το θέαμα, έτρεξε αμέσως στο διαμέρισμά του που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τους κάδους, διηγήθηκε στη σύζυγό του τι είδε και κάλεσε αμέσως τις Πρώτες Βοήθειες και την αστυνομία. Μετά, επέστρεψε στον κάδο μαζί με τη γυναίκα του.
Τότε είδαν ότι επρόκειτο για ένα νεογέννητο αγοράκι, που είχε ακόμα πάνω του τον ομφάλιο λώρο και ήταν γεμάτο αίματα — γεγονός που μαρτυρά ότι εγκαταλείφθηκε μέσα στα σκουπίδια αμέσως μετά τη γέννησή του. Το μωρό, όπως μεταδίδει η εφημερίδα, αρχικά δεν τολμούσε κανείς να το αγγίξει, φοβούμενοι μην το τραυματίσουν, όμως η τύχη ήταν με το μέρος του: το ασθενοφόρο και η αστυνομία έφτασαν σε λίγα μόλις λεπτά. Το βρέφος μεταφέρθηκε στην Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική της οδού Tiršova, όπου υποβλήθηκε σε πλήρη έλεγχο από παιδίατρους, ορθοπεδικούς και νευροχειρουργούς. Οι γιατροί δηλώνουν ότι το μωρό είναι σε καλή γενική κατάσταση και δεν φέρει τραύματα.
Το ζευγάρι που βρήκε το μωρό, όπως και οι γείτονες, μαρτυρούν ότι ήδη από τις τέσσερις το πρωί άκουγαν ένα κλάμα, αλλά όλοι υπέθεσαν ότι ήταν κάποιο βρέφος από την πολυκατοικία, καθώς μένει εκεί ένα μικρό παιδί. “Θα βοηθούσα ακόμα και γατάκι ή σκυλάκι, πόσο μάλλον ένα παιδί. Ούτε που πέρασε από το μυαλό μου ότι στα σκουπίδια θα έβρισκα ένα νεογέννητο. Με διέλυσε όλο αυτό. Έχω κι εγώ τέσσερα εγγόνια, το ένα είναι ακόμα μωρό”, διηγήθηκε στην Blic ο συνταξιούχος Τσβέτκοβιτς, μην μπορώντας να κρύψει τα δάκρυά του.»
Αυτά.
Και δεν υπάρχει τίποτα άλλο να προστεθεί.
Εκτός…
Εκτός, ίσως, από το γεγονός ότι αυτή η πραγματικότητα είναι τόσο βυθισμένη στην κατάρρευση των αξιών, που φαντάζει πια εξωπραγματική. Ωμή μέχρι τέλους, συρρικνώνεται σε μια είδηση με μια αφήγηση τόσο ακριβή, που καθιστά την ψυχολογική ανάλυση περιττή. Τα διηγήματα αυτής της πραγματικότητας είναι «μη-λογοτεχνικά»· πλέον, το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ αποτελεί τη συγκλονιστική, εμβρόντητη λογοτεχνία των ημερών μας. Πραγματιστική — όπως πραγματιστικός είναι και ο νέος τρόπος της έκφρασής της.
Η είδηση στα μέσα ενημέρωσης μετατρέπεται συχνά σε μια λογοτεχνία ενός ιδιότυπου, μετα-καλλιτεχνικού είδους. Μοιάζει με το «Ουρητήριο» του Μαρσέλ Ντισάν, που ο ίδιος, με μια δόση «σαλονάτης» μοντερνιστικής ειρωνείας, το βάφτισε «Κρήνη», αναδεικνύοντας έτσι το διπλό νόημα του λεγόμενου ready-made αντικειμένου. Σήμερα, τον ίδιο ρόλο διεκδικούν οι κάδοι των σκουπιδιών. Και τα απορρίμματα που εισάγονται σωρηδόν στα Βαλκάνια σε χιλιάδες τόνους από τις «πολιτισμένες», ευρωπαϊκές, οικολογικά καθαρές χώρες, καίγονται εδώ — γιατί τα παιδιά εδώ, σε αντίθεση με εκεί, γεννιούνται ακόμα με τρόπο πρωτόγονο, οι άνθρωποι έχουν μικρότερη αξία, και τα κράτη σημειώνουν ρεκόρ δυσοσμίας και διαφθοράς…
Από τις αρχές του περασμένου αιώνα, η πραγματικότητα αυτού του κόσμου —εκατό χρόνια μετά και με μεταμοντέρνους ρυθμούς πλέον— καλπάζει προς νέους παραλογισμούς: σήμερα, τα ready-made δεν είναι πια αντικείμενα, αλλά ανθρώπινα όντα, ολόκληροι πληθυσμοί, κοινωνικές ομάδες, ολόκληρα αντικοινωνικά κράτη.
Ιστορίες για πνιγμένους, δολοφονημένους, κυνηγημένους και συλληφθέντες πρόσφυγες από πατρίδες άλλοτε ειδυλλιακές, που τώρα έγιναν στάχτη. Τραγωδίες κάθε λογής, όπου η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο τολμηρή φαντασία: μαζικές δολοφονίες από μοναχικούς ψυχοπαθείς σκοπευτές και φανατικούς θρησκευόμενους· εμπορία σωμάτων και οργάνων· ιστορίες ολοένα και πιο ειδεχθείς, αιματηρές καταστροφές και πνιγμοί αμάχων στα νερά της Μεσογείου. Μιας θάλασσας που στην αρχαιότητα ήταν «pontus» —δηλαδή γέφυρα, δρόμος και πέρασμα— ενώ σήμερα έχει καταντήσει μια σκοτεινή υδάτινη στέρνα για δυστυχισμένα πλάσματα και για διαλυμένες, εξοντωμένες οικογένειες που αναζητούν σωτηρία πάνω σε υπερφορτωμένες λαστιχένιες βάρκες.
Κι όλα αυτά, επειδή κάποιος επιθυμεί αυτή να είναι η δυστοπική μας είδηση! Το «ποιος» και το «γιατί» ας το λύσουν οι αναλυτές, την ώρα που οι «τυχεροί» Αργοναύτες με τις αμέτρητες λαστιχένιες λέμβους θα γεφυρώνουν επικίνδυνα την άβυσσο. Άνθρωποι χωρίς την παραμικρή πρόθεση να βρουν κάποιο Χρυσόμαλλο Δέρας, παρά μόνο μια στοιχειώδη επιβίωση μέσα στις συνθετικές κουβέρτες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ και των λιμενικών αρχών των «ανεπτυγμένων» κρατών…
Σε έναν κόσμο όπου κάποιοι εξαναγκάζονται να γίνουν νομάδες, ώστε άλλοι να ρίχνουν βαριές, χρυσές άγκυρες πάνω στον πλούτο των κατεστραμμένων πατρίδων τους…
Τα πάντα μετατράπηκαν σε ένα μεταμοντέρνο κολάζ, μια βιτρίνα για την τραγική μοναξιά των άλλων, τις αλλοτριωμένες ζωές, τους φρικτούς θανάτους, τις άθλιες γέννες. Και ανάμεσά τους, ως κορωνίδα της σήψης του νέου αιώνα, το αποκορύφωμα: νεογέννητα μωρά, πεταμένα στους κάδους αυτού του τεχνολογικά προηγμένου κόσμου. Ξεκινούν από εκεί την ατομική και συλλογική τους πορεία —αν δεν την τερματίσουν εκεί ακαριαία— σε μια κοινωνία δίχως ίχνος συμπόνιας για τον «άλλον», τον διαφορετικό, ή τη δυστυχία.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πραγματιστική λογική σβήνει κάθε υψηλό ανθρώπινο συναίσθημα. Μια εποχή που δεν προσφέρει στη μητέρα το αίσθημα της ασφάλειας: ότι θα μπορέσει, κοινωνικά και οικονομικά θωρακισμένη, ή έστω οικογενειακά αποδεκτή, να συνεχίσει αξιοπρεπώς τη ζωή της παρά το δράμα της μονογονεϊκότητας. Εκεί ριζώνει η υποκρισία του αστικού συντηρητισμού, ο πόνος, ο φόβος και ο τρόμος. Εκεί γεννιέται η απόφαση για τον μοναχικό τοκετό και την πιο ακραία παραίτηση από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.
Νεογέννητα εγκαταλελειμμένα σε χαρτόκουτα, έξω από πολυκατοικίες, μπροστά σε ξένες πόρτες, μέσα στις παγωμένες νύχτες αυτού του τόπου. Και στους κάδους των σκουπιδιών.
Την ίδια στιγμή, άλλες ειδήσεις «φιγουράρουν» στις στήλες με τα παράξενα των portals: Ο Έρον Τσέρβενακ από το Λας Βέγκας ανακοίνωσε ότι παντρεύτηκε το smartphone του, διατρανώνοντας μέσω των ΜΜΕ πόση σημασία δίνουμε πια στις συσκευές μας. «Με τον καιρό», δήλωσε ο Τσέρβενακ, «η σχέση με το κινητό μου έγινε η μακροβιότερη που είχα ποτέ· έτσι, αποφάσισα να δω πώς είναι να παντρεύεσαι ένα τηλέφωνο».
Η ανθρώπινη υπόσταση εκτοπίζεται από την υπερ-αντικειμενοποίηση. Η θέση της αγάπης —προς τον πλησίον, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα, αφού δεν είναι πια σίγουρο ότι εννοούμε άνθρωπο— παραχωρείται στη μανία για τα gadget, στον έρωτα για μια τηλεφωνική εμμονή.
Πλέον, τα πάντα έχουν μεταλλαχθεί σε ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό είδος: η είδηση, η εικόνα, η διασκέδαση, το παράδοξο, η φωτογραφία, το γκλάμουρ, ο αποτροπιασμός… Όλα πωλούνται με τον πιο αποτελεσματικό (και ακριβό) τρόπο από τα μέσα ενημέρωσης, καταβροχθίζοντας χρόνο και χώρο. Το παράδοξο της ίδιας της ζωής μετατράπηκε σε ένα «ready-made» προϊόν των ΜΜΕ· σήμερα, καταναλώνοντας το παράλογο, παλεύουμε απεγνωσμένα με το ανούσιο.
Το σοκαριστικό και το ανοίκειο είναι η νέα μας κανονικότητα· η αποξένωση από κάθε ανθρώπινη αξία, η δυσβάσταχτη ουσία της ύπαρξής μας.
Κάποτε ζούσαμε σε ένα κράτος πρόνοιας —στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, εντός της Γιουγκοσλαβίας— ένα κράτος που αυτοπροσδιοριζόταν ως ανεξάρτητο και κοινωνικό, με ηγετικό ρόλο ανάμεσα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Σήμερα, κατοικούμε σε έναν τεθλασμένο, ακαθόριστο ενδιάμεσο χώρο των νοτιοδυτικών Βαλκανίων· έναν τόπο που δύσκολα ορίζεται, καθώς θυμίζει μια ευρωπαϊκή εκδοχή του «Παραλογιστάν».
Όλοι εμείς, περιπλανιόμαστε στα λόμπι, στις αίθουσες αναμονής, στους διαδρόμους και στα μπαλκόνια της «Ευρώπης των μουσείων» και της «Αμερικής των ψυχοπαθών ολιγαρχών», που κατευθύνουν κοινωνίες βυθισμένες σε μια γενικευμένη κοινωνιοπάθεια.
Σε αυτή την πραγματικότητα, η ιεροτελεστία του γάμου —είτε με το εκκλησιαστικό «στέφεται ο δούλος του Θεού…» είτε με την ανάγνωση του Αστικού Κώδικα— παύει να είναι πράξη επίσημης Αγάπης. Οι εικόνες της μητρότητας δεν ακολουθούν πια το μοτίβο της Ευσέβειας (την Παναγία με το θείο βρέφος στη φάτνη ή στην αγκαλιά της), αλλά γίνονται ένα πλήθος από ομοιόμορφες, στημένες και τυποποιημένες φωτογραφίες με ερασιτεχνικές πόζες: «οι νεόνυμφοι κρατιούνται απαλά από τα χέρια, κοιτάζονται βαθιά στα μάτια»…
Είναι αναμνήσεις με «δόσεις γκλάμουρ» για τις ταπεινές μεσαίες τάξεις. Φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης, πανομοιότυπες, προϊόντα μιας βιομηχανίας εικόνας· κατασκευασμένες αναμνήσεις ρετουσαρισμένες στο Photoshop. Παλαιότερα, η επεξεργασία τους γινόταν σε μυστικά «σιλό» παρακολούθησης, με προγράμματα όπως το Carnivore· σήμερα, συντελείται σε άγνωστες, μαζικές μηχανές συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών.
Συνήθως καλοστημένες, σαν σκηνές από το παραμύθι της Σταχτοπούτας — εκείνο το εύθραυστο ψήγμα μαγείας που κρατά μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Φωτογραφίες τραβηγμένες σε ξένα, τεχνητά περιβάλλοντα, με κιτς σκηνογραφίες και εξαντλητική ψηφιακή επεξεργασία. Εικόνες κατασκευασμένες για μια επίφαση «ντοκιμαντερίστικης» αληθοφάνειας, που καλύπτουν όλη τη γκάμα: από τις «παραμυθένιες», «λαμπερές», «γκλαμουράτες» γαμήλιες τελετές-όνειρο, μέχρι τις σκηνοθετημένες φωτογραφίσεις εγκυμοσύνης και νεογέννητων.
Όλα διαποτισμένα από μια επιτηδευμένη αισθητική υπερβολή, συχνά σε πολυτελείς κλινικές — άλλοτε για ιδιωτική κατανάλωση, άλλοτε για διάχυση στα κοινωνικά δίκτυα. Και, όταν η εικόνα διαθέτει εμπορικό δυναμικό, για δημοσίευση σε ιλουστρασιόν περιοδικά υψηλής αισθητικής.
Μια ομοιόμορφη, πολυεπίπεδη διασπορά εικόνων που, με πανομοιότυπο γούστο, καλείται να αναδείξει την «ιδιαιτερότητα» και τη «μοναδικότητα» των ζευγαριών και των βρεφών — ως τα νέα «αιώνια» παιδιά της ευτυχίας.
Είτε το πιστεύετε είτε όχι —σαν άλλη στήλη του Ripley’s— ακόμα και δραματικές ιστορίες, όπως αυτή για το νεογέννητο που βρέθηκε στα σκουπίδια, γίνονται η «πρώτη ύλη» που τροφοδοτεί τη βιομηχανία της ευτυχίας. Ρίχνονται στα γρανάζια της παραγωγής εικόνων και πλασάρονται ως ένα υλικό κάλπικο —τόσο διαστρεβλωμένο που καταντά πικρό και θλιβερό— για τα γούστα της μαζικής κατανάλωσης σε υπολογιστές, tablets και κινητά.
Είναι το υλικό που καταβροχθίζουν οι νεόπλουτοι, οι μεσοαστοί επίδοξοι «celebrities», τα δήθεν δημοφιλή πρόσωπα και οι εφήμεροι influencers, που κρατάνε όσο οι μικρές ικεμπάνες στα υγρά ράφια των ανθοπωλείων. Άνθρωποι που προέρχονται από γενιές με άλμπουμ γεμάτα ασπρόμαυρες φωτογραφίες από ταπεινούς γάμους της εργατιάς, και τώρα πασχίζουν να φανούν ότι ανήκουν στην ελίτ.
Το ονειρεύονται αυτό μέσα από μαζικά new-age αφηγήματα, γεμάτα από το επιτηδευμένο γκλάμουρ της μιας βραδιάς και την τυποποιημένη εικόνα της «απόλυτης ευτυχίας»: από τις στημένες υποδοχές των βρεφών σε πανάκριβα ιδιωτικά μαιευτήρια και τις διαφημίσεις για βρεφικό γάλα σε σκόνη, μέχρι τις πάνες με τα χαριτωμένα σχέδια που «μένουν στεγνές» και τους σαστισμένους γονείς που ποζάρουν αμήχανα μπροστά στις κάμερες για τα βίντεο των γάμων τους
Οι γαμήλιες τελετές κορυφώνονται με τα αναπόφευκτα τελετουργικά της «ευτυχίας για μια νύχτα»: οι νύφες πετούν την ανθοδέσμη στο νέο κύμα των ανύπαντρων κοριτσιών, χορεύουν ξυπόλητες πάνω στα τραπέζια, οι γαμπροί στρώνουν τα πανάκριβα σακάκια τους, ενώ οι φωτογραφίες και τα βίντεο «ανεβαίνουν» σωρηδόν στα social media. Κάθε λεπτομέρεια —από την πολυτελές νυφικό και τα εξεζητημένα χτενίσματα, μέχρι τη φωτογράφιση μπροστά σε μπαρόκ κτίρια και ρομαντικά γεφύρια— υφίσταται ψηφιακή επεξεργασία, τονίζεται, ρετουσάρεται και διαχέεται ως η εικόνα μιας «τέλειας» στιγμής.
Κι έπειτα, τα ίδια μέσα που προβάλλουν αυτό το γκλάμουρ και την κάλπικη ευτυχία, συνεχίζουν να τροφοδοτούν το κοινό με εικόνες από νεογέννητα που, δυστυχώς, δεν ανήκουν σε τέτοια ιδανικά σκηνικά: μωρά που εγκαταλείπονται στους κάδους, σε μια κοινωνία σκληρά διαιρεμένη, όπου το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς κουκουλώνεται από τα φανταχτερά χρώματα των media — σαν εκείνες τις ψηφιακές επιχρωματίσεις στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Όλα αυτά παράγονται υποκριτικά για μαζική κατανάλωση, μέσα σε μια κοινωνία που έχει μάθει να τρέφεται με την εικόνα και την αυταπάτη.
Σήμερα ζούμε μαζικά, ξοδεύουμε μαζικά, αγοράζουμε και διαβάζουμε μαζικά, μοιραζόμαστε τα πάντα μαζικά· λέμε ψέματα μαζικά (αυτό το βαφτίσαμε PR!), πεθαίνουμε μαζικά. Κι όμως, ακόμα και σε αυτή την εποχή της απόλυτης ομοιομορφίας, ο θάνατος παραμένει θάνατος σε κάθε του μορφή —μια αλήθεια που πρέπει να την κοιτάξεις κατάματα— ενώ η γέννηση εξακολουθεί να είναι κάτι το μοναδικό, το βαθύτατα προσωπικό.
Στις μέρες μας, η γέννηση συμβαίνει με τρόπο δραματικά διαφορετικό ανάλογα με τον τόπο: αλλιώς στον Βορρά κι αλλιώς στον Νότο αυτού του μεγάλου, ολοένα και πιο απομονωμένου (και ταυτόχρονα υπερσυνδεδεμένου!) κόσμου, που κατά βάθος είναι ασπρόμαυρος, αλλά επιφανειακά μοιάζει έγχρωμος. Διαφέρει ανάλογα με την κοινωνική τάξη και τις προσωπικές συνθήκες, που κάνουν την πραγματικότητα να φαντάζει όλο και πιο παράλογη. Αυτή η δραματικότητα των βασικών ανθρώπινων πράξεων —από υπάρξεις παράλληλες, ανεξάρτητες, εγωκεντρικές και γεμάτες αντιθέσεις— υπήρξε κάποτε η ίδια η ουσία της λογοτεχνίας. Σήμερα, όμως, βυθίζεται στον μαζικό λήθαργο μιας «ελαφράς» λογοτεχνίας των πολυμέσων, μιας λογοτεχνίας της μαζικής ψυχαγωγίας που προσφέρει λήθη στις απογοητεύσεις μας, επιτρέποντάς μας να γινόμαστε «ηδονοβλεψίες» στις μαζικά παραγόμενες, αλλά τόσο μοναχικά βιωμένες συμφορές των άλλων…
Και τώρα, επιστρέφουμε και πάλι στο θέμα των βρεφών που βρίσκονται στους κάδους.
Σήμερα, σε αυτό το μέρος του κόσμου, οι γεννήσεις σπανίζουν. Κάθε κοινωνικός ιστός συρρικνώνεται, σαν τους παγετώνες του Βόρειου Ημισφαιρίου· ο πληθυσμός ολόκληρων κρατών φθίνει. Μια είδηση από κάποια σκανδαλοθηρική εφημερίδα αποτυπώνει ίσως πιο καθαρά την ουσία: η «γκρίζα μάστιγα» δεν εντοπίζεται στους ανθρώπους, αλλά είναι η βαριά νόσος μιας κοινωνίας ολοένα πιο άψυχης, ξένης, παράλογης και κενής νοήματος. Σε ένα κράτος εμπορευματοποιημένο, κερδοσκοπικό και δίχως κοινωνική μέριμνα —το οποίο στην πραγματικότητα λειτουργεί ως η υπέρτατη μηχανή προβολής της κάλπικης ευτυχίας των ελίτ— η δυστυχία των απλών ανθρώπων γίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καν τη δύναμη να συμμετάσχουν στο προπαγανδιστικό πανηγύρι της μαζικής «ευτυχίας», που ανήκει πάντα σε εκείνον τον «Άλλο»…
Γι’ αυτό και τούτο το παράξενο κείμενο —ένα δοκίμιο γραμμένο με αφορμή μια πρόσφατη είδηση— αναδεικνύει τον έσχατο ξεπεσμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής συνείδησης, την πλήρη αδιαφορία για την αλήθεια ως θεμέλιο μιας ζωής με αξιοπρέπεια. Είναι ένα κείμενο «ροζ-μαρμάρινο», αλλόκοτο, μια αδύναμη ηθικολογία που δεν έχει πια ούτε τη δύναμη, ούτε την ανάγκη να μεταμφιεστεί σε λογοτεχνία.
⸙⸙⸙
[Από τη συλλογή Παραδοξικόν, εκδ. ViG Zenica, Σκόπια 2020 – που τιμήθηκε με το «Βραβείο Ράτσιν» (2019), την υψηλότερη βράβευση για πεζογράφημα στη Βόρεια Μακεδονία.]

