Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Σελίδες ημερολογίου

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 1996:Δεν ξέρω πώς έγινε και θυμήθηκα σήμερα τον ταμία, για δεκαετίες, του Θεάτρου Τέχνης, τον Χάρη. Όταν τον γνωρίσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σαν ένα πρόσωπο σε κορνίζα, όπως διακρινόταν όχι μόνον από τους υποψήφιους θεατές αλλά και από τους περαστικούς πίσω από το τζάμι ενός χώρου που παρέπεμπε σε κουβούκλιο, στη στοά του Ορφέως, χωρίς επιπλέον να δείχνει πως ασφυκτιά αλλά αντίθετα τον αισθάνεται ευρύχωρο και πλατύ, φτάσαμε να θεωρούμε τον ίδιο τον Χάρη ως προϋπόθεση της συγκίνησης που μας επιφυλασσόταν ενώ θα κατεβαίναμε τα σκαλιά του ήδη μυθικού αυτού θεάτρου. Μέσα σ’ έναν κόσμο που άλλαζε με ταχύτητα ακόμα και στη γύρω του περιοχή, ο ίδιος έμοιαζε να παραμένει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ή μάλλον να υπαινίσσεται με τον πλέον αθόρυβο τρόπο ότι οι μεγάλες και συγκλονιστικές αλλαγές συντελούνταν στο Υπόγειο, όπου έφτανες με τη δική του μεσολάβηση ή και την έγκριση θα πρόσθετε κανείς. Μια επιφυλλίδα μας με τον τίτλο «Συνταξιοδοτήθηκε ο Χάρης» που έκανε τον Αντώνη Σαμαράκη, πριν τη διαβάσει, να φανταστεί πως επρόκειτο για τον Πέτρο Χάρη ώστε να του τηλεφωνήσει για να του διευκρινίσει ωστόσο ο δημιουργός της Τελευταίας νύχτας της γης πως ο ίδιος είχε συνταξιοδοτηθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, έκανε τον αυθεντικό Χάρη της επιφυλλίδας να θελήσει να επικοινωνήσει μαζί μας – είχε ήδη αποσυρθεί από την επόμενη κιόλας μέρα της συνταξιοδότησής του σε ένα κτήμα έξω από την Κόρινθο. Ακούσαμε μια φωνή που, μαζί με τη συγκίνηση, εξέφραζε μια ειλικρινέστατη απορία πώς ήταν δυνατόν να έχει διαδραματίσει έναν τόσο σημαντικό ρόλο ώστε ένας άνθρωπος όχι μόνο να τον θυμηθεί αλλά και να έχει γράψει γι’ αυτόν. Και υπήρξε αναμφισβήτητα μια αυθεντική έκφραση της εσωτερικής μεγαλοσύνης του Κάρολου Κουν να «θυμηθεί» σε μια κρίσιμη ώρα –όπως είναι πάντα η ώρα ενώ συντάσσεται μια διαθήκη– τον Χάρη και να τον περιλάβει στους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού κληρονόμους του.

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 1999: Οργανωμένη από χθες το μεσημέρι η σημερινή βραδιά, βγαίνουμε το βράδυ οι τέσσερίς μας, η Μαρία Θερμού, ο Γιώργος Χέλης, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και εγώ. Στου «Φιλίππου» στην Ξενοκράτους, το αδιαχώρητο. Σε μια συντροφιά ο Αλέκος Αργυρίου, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, η Ελισάβετ Κοτζιά και ο Κώστας Παπαγεωργίου. Προτιμούν φαίνεται τον «Φιλίππου», γιατί ο Αργυρίου, μετά την περιπέτεια με την υγεία του, δυσκολεύεται να περπατήσει και η ταβέρνα αυτή τον βολεύει γιατί είναι κάτω ακριβώς από το σπίτι του. Στο «Μαρίτσας», στην κορυφή της Βουκουρεστίου, όπου καταλήγουμε, το ίδιο αδιαχώρητο και εδώ, με πολύ δυσκολία μας δίνουν τραπέζι. Σε μια συντροφιά που κάθεται κοντά μας, η Μαρία Σκιαδαρέση, η Σοφία Ντενίση, η Έλενα Χουζούρη, ο Άρης Σφακιανάκης, ο Γιώργος Ξενάριος. Ο Λιοντάκης με δυσκολία κρύβει τον εκνευρισμό του, δεν θα φανταζόταν ποτέ πως δεν θα τον είχαν καλέσει σε μια συντροφιά που οι περισσότεροι είναι φίλοι του, ή ίσως και να φανταζόταν πως δυο τρεις ανάμεσά τους δεν θα γνωρίζονταν καν. Αν ήταν ο Γιάννης Κοντός, που θα είχε κι αυτός ενοχληθεί βλέποντας μια παρέα χωρίς ο ίδιος να έχει κληθεί, θα συμπεριφερόταν προς όλους με έναν τρόπο τόσο ζωηρό που κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτε.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 1999: Αν και πιστεύω ακράδαντα πως κάτι θα έχω καταφέρει στη ζωή μου όταν πάψω να αναγνωρίζω οποιαδήποτε σημασία σε πράγματα που με αφορούν, όπως ακριβώς αδιάφορα παραμένουν και για όλους τους άλλους, έστω κι αν τους αισθάνομαι πολύ κοντά μου, ωστόσο επιχειρώ μια εξομολόγηση καθώς τη λογαριάζω μια κάθε άλλο παρά προσωπική υπόθεση: Από ηλικίας δεκαπέντε χρόνων, ίσως και μικρότερος, έως σήμερα, αν κάτι χαρακτηρίζει τη ζωή μου είναι, θα έλεγα, η προσπάθεια να θυμηθώ. Τι; Δεν μπορώ να το περιγράψω ακριβώς. Πάντως κάτι που έχω σκεφτεί –ποτέ κάτι που έχω ζήσει– πριν από έναν χρόνο, πριν από έναν μήνα, ή πριν από μία εβδομάδα, χθες ακόμη, αλλά αισθανόμουν πως ενώ το σκέφτομαι ο φόβος να το ξεχάσω είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι η βεβαιότητα πως θα το θυμηθώ. Με τις ίδιες όμως ακριβώς λέξεις όπως το είχαν μορφοποιήσει μέσα μου και όχι με λέξεις άλλες, συναφείς έστω, που θα αφορούσαν πλέον σε μια άλλη ανάμνηση –και αυτή καθαρά εσωτερικής τάξεως–, η οποία ωστόσο δεν θα είχε καμιά σχέση με αυτή που θα ήθελα πάση θυσία να διασωθεί.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 1999: (Υπάρχει και άλλη εγγραφή με την ημερομηνία αυτή στο Επιτέλους μόνος). Το βράδυ μας έχει τραπέζι η αδελφή του Φωστιέρη, η Μαρία, που από τον Αύγουστο του ’98 μένει στο διαμέρισμά μου, της οδού Αλκαίου, ενώ ο ίδιος έχω μετακομίσει σ’ ένα μικρό, σε σχέση με το δικό μου, διαμέρισμα στην πολύ κοντινή, δίπλα σχεδόν στην οδό Ταξίλου που χρησιμοποιούσε ως γραφείο ο Αντώνης. Από κάτω ακριβώς, στον πρώτο όροφο, μένει ο σπουδαίος μουσικός Νικηφόρος Ρώτας, απρόβλεπτος και λίγο επεισοδιακός σαν άνθρωπος. Προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή, αλλά δεν τα καταφέραμε, ίσως γιατί με το που συστηθήκαμε, μου εξέφρασε τις επιφυλάξεις του, σχεδόν με έψεξε, για τον θαυμασμό μου για τον Άγγελο Τερζάκη – είχε διαβάσει κείμενά μου για τον δημιουργό της Ιζαμπώς. Όπως μου έκανε αρνητικότατη εντύπωση –μου το ομολόγησε ο ίδιος– πως όταν ο Ντασέν στο δεύτερο ανέβασμα του έργου του Μπρεχτ Η όπερα της πεντάρας δεν χρησιμοποίησε τη δική του μουσική προσαρμογή, που είχε «πατήσει» βέβαια πάνω στη μουσική του Κουρτ Βάιλ, του είχε πει: «Τζούλη, το φωτοστέφανο που φοράς είναι σκατένιο». Βέβαια η «επαφή» μας παραμένει πολύ ζωηρή, αλλά μόνο όταν συναντιόμαστε, συμπτωματικά κυρίως, στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2000:Πώς γίνεται αλήθεια και γνωρίζουμε όλοι βαθιά μέσα μας αν κάτι, σε περίπτωση βέβαια που έχουμε φταίξει, θα μας απασχολήσει επίμονα στο μέλλον, όταν πια τίποτε δεν θα μπορεί να διορθωθεί έστω ζητώντας μια συγγνώμη από τον άνθρωπο που πληγώσαμε και μάλιστα ήμασταν κάτι περισσότερο και από βέβαιοι γι’ αυτό, την ίδια ακριβώς στιγμή που συνέβαινε. Ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν ετοιμαζόταν το αφιέρωμα της Λέξης στον Τ.Σ. Έλιοτ και, ομολογουμένως, η συνεργασία και η πολύτροπη συμπαράσταση στην οργάνωση του αφιερώματος από τον φιλόλογο, κριτικό της λογοτεχνίας και πανεπιστημιακό δάσκαλο Γ.Π. Σαββίδη είχαν υπάρξει πολύτιμα αποφασιστικές. Χωρίς να έχει τον χαρακτήρα ενός «ανταλλάγματος» (για να είμαστε ειλικρινείς του ήταν άγνωστη ή μάλλον αντιπαθής αυτή η «μορφή επικοινωνίας») ζήτησε, χωρίς μάλιστα περιστροφές και μισόλογα, να μην περιλάβουμε στο αφιέρωμα το κείμενο που είχε γράψει για τον Έλιοτ ο πολύ γνωστός και σημαντικός πεζογράφος Αριστοτέλης Νικολαΐδης – ένα κείμενο που εμείς ως Λέξη του είχαμε ζητήσει. Διαφορετικά θα απέσυρε το δικό του κείμενο, κάτι που δεν θα μπορούσε να γίνει και για τις συμβουλές του, αφού η προετοιμασία του αφιερώματος είχε ολοκληρωθεί. Η συνέχεια υπήρξε αυτή που δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπολογίσω σε σχέση με μένα τον ίδιο, αφού ο Φωστιέρης, προς τιμήν του, είχε επιμείνει να κάνουμε λόγο στον Σαββίδη για μια ανεπίτρεπτη από πλευράς μας ηθική ατασθαλία και να του επιστρέψουμε το κείμενό του ώστε να γίνει δυνατή η δημοσίευση του κειμένου του Νικολαΐδη. Θα πει κανείς ότι μιλάμε για μια σταγόνα στον ωκεανό, ενδεικτική όμως μιας αδιαμφισβήτητης αξίας: πως όλα τα προβλήματα όταν αντιμετωπίζονται με την προοπτική της αιωνιότητας, ότι μοιραία κάποτε θα ξεχαστούν, και όταν τους αφαιρείται το ρούχο της ώρας όπου δημιουργήθηκαν ή το τι στοίχισαν σε πολλούς, λίγους ή έστω κι έναν άνθρωπο, μεταβάλλονται στο γονιμοποιό λίπασμα για μια διαιωνιζόμενη απανθρωπιά.  

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2014: (Υπάρχει και μια διαφορετική εγγραφή στην ημερομηνία αυτή στο Επιτέλους μόνος). Στις 3 το μεσημέρι έρχεται στον «Καστανιώτη» ο αστυνομικός Θύμιος Μπέσσας. Είχε συμβεί μια παρεξήγηση πριν από αρκετό καιρό και είχαμε πάψει να μιλάμε. Φαίνεται ειλικρινά στενοχωρημένος και ενώ του μιλώ για τη ντροπή να έχει εκλεγεί δήμαρχος στον Βόλο ο Μπέος, μου λέει «Σε παρακαλώ, αντί να μιλάμε για τον Μπέο, θα ήθελα να μιλήσουμε για το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά μας». Μου κάνει εντύπωση που ένας αστυνομικός μπορεί να διατηρεί τέτοιου είδους ευαισθησίες, όπως εντύπωση μου κάνει ότι θυμάται το καθετί που έχω πει, ενώ ο ίδιος δεν θυμάμαι τίποτε. Στις 9 το βράδυ με την Νόνικα Γαληνέα και τη Ζωή Λάσκαρη για φαγητό στο Abreuvoir. Η Νόνικα μόλις έχει επιστρέψει από το Λονδίνο γεμάτη εντυπώσεις από ωραίες παραστάσεις που είδε και ωραίους ανθρώπους που συνάντησε. Συζήτηση για τα πολιτικά, πολύ μετρημένη η Νόνικα, ασυγκράτητη όπως πάντα η Ζωή, φτάνει μάλιστα να πει το αδιανόητο (που όμως το αναιρεί αμέσως λέγοντας πως κάτι άλλο ήθελε να πει): «Επιτέλους για πόσο καιρό ακόμη θα μας κατατρέχει ότι ο Μανόλης Γλέζος κατέβασε τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη;». Μου κάνει εντύπωση γιατί δεν είναι πολύς καιρός που μιλούσε εγκωμιαστικά για τον Γλέζο, αλλά φαίνεται πως την ενόχλησε η άρνησή του να κάνει μια κοινή συνέντευξη μαζί της. Ήταν μια δική μου ιδέα για μια σειρά που ετοιμάζω για το ΒΗΜΑgazino, τελικά αντί για τον Γλέζο θα συνομιλήσει μαζί της ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Και θα είναι μια πολύ ωραία συνέντευξη.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014. Του Αγίου Πνεύματος: Καθαρογράφω ημερολόγια, κρατώ σημειώσεις για διάφορα θέματα, αλλά καθώς χρησιμοποιώ τέσσερα τετράδια ταυτόχρονα, ο χρόνος που μου χρειάζεται για να τις βρω, όταν έχει έρθει η ώρα τους για να τις χρησιμοποιήσω στο κείμενο που ετοιμάζω, είναι πολύ περισσότερος σε σχέση με τον χρόνο που μου χρειάζεται προκειμένου να γράψω το κείμενο που για αυτό τις κράτησα. Και όταν δεν τις βρίσκω, παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως, με όσα θυμάμαι, δεν αποκλείεται το κείμενο να γίνει πολύ καλύτερο. Και νομίζω ότι πολλές φορές είναι κάτι που συμβαίνει. Στις 3 ανεβαίνω σε παιδιά. Γράφω απαντήσεις για οχτώ βιβλία που μου έχουν στείλει οι συγγραφείς τους, στις 5 όμως που αρχίζουν οι ειδήσεις για τον κυβερνητικό ανασχηματισμό, όσο κι αν θέλω να κρατηθώ σε απόσταση, καθηλώνομαι μπροστά στην τηλεόραση. Στις 7 τηλεφωνώ στον Νίκο Δένδια και του λέω ότι «με πούλησε», μου είχε υποσχεθεί ότι θα πάει στο υπουργείο Πολιτισμού και τελικά πηγαίνει στο υπουργείο Ανάπτυξης. Μου λέει χαμογελώντας ότι «ο πολιτισμός χρειάζεται την ανάπτυξη», αλλά σχεδόν αμέσως συμπληρώνει πολύ σοβαρά ότι ο ίδιος είχε ζητήσει, και μάλιστα επίμονα, από τον Αντώνη Σαμαρά το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά ο Σαμαράς αποφάσισε να του δώσει το Ανάπτυξης. Τρώω για μεσημέρι στις 8, ναρκώνομαι για λίγο στον καναπέ, όταν χτυπά το κινητό είναι ο Σταμάτης Φασουλής, μου λέει για την εκλογή της Άντζελας Γκερέκου ως υφυπουργού Πολιτισμού, ότι θα γράψει ένα κείμενο με τον τίτλο «Άντζελα δεν είναι μόνον η Μέρκελ». Ως τις 10.30 γράφω σχεδόν όλη την ομιλία που έχω να κάνω αύριο στον «Ιανό» για την ποιήτρια Μαρίνα Μυρτάλη. Έρχονται οι Μπιρμπίληδες και με παίρνουν, καθόμαστε στα Goody’s της Αγίας Παρασκευής, πίνω μόνο μια κόκα κόλα. Ευτυχώς που δεν είναι μαζί μας η Ζωή Λάσκαρη, εκνευρίζεται αφάνταστα όταν βλέπει κάποιον να πίνει, αντί για κρασί, όπως πίνει η ίδια, κόκα κόλα. Στις 11.30 έρχονται ο Τάκης με την Χριστίνα, κατεβαίνουμε στη Σκουφά, παίρνουμε τον Θοδωρή, με φέρνουν σπίτι. Διαβάζω, ή μάλλον ξαναδιαβάζω, τρία διηγήματα από την πρόσφατη έκδοση του Σεραφείμ και Χερουβείμ του Μένη Κουμανταρέα. Κοιμάμαι από τις 3.30 ως τις 9.00, έχοντας ξυπνήσει μια φορά στις 7 και μία στις 8.

Κύλιση στην κορυφή