Τα χέρια σου. Αδρές γραμμές, καμιά αμφιβολία. Κάτι στην κίνησή τους προδίδει αλαζονεία πίσω από την τραχύτητα. Περιορισμένη οπτική εμβέλεια, σχεδόν τυφλότητα. Ωστόσο αναγνωρίζουν τον πόθο μου. Τη σφοδρότητα της επιθυμίας μου. Ξέρουν ότι μπορούν να αδράξουν το κορμί μου όποτε το θελήσουν. Να το ψηλαφίσουν, περιδιαβάζοντάς το. Να θωπεύσουν αφηρημένα μια καμπύλη. Να συνθλίψουν υπόνοιες αντίστασης. Να γίνουν μέγγενη γύρω από το λαιμό μου. Να αφήσουν σημάδια, χαρακιές, ψηφία δυσανάγνωστα κι ανάγλυφους χαρακτήρες, κάθε είδους εγγραφές. Το σώμα μου γίνεται κείμενο.
Με τα ακροδάχτυλά σου ψαύεις απαλά. Διστάζεις προς στιγμήν, ψάχνεις τον δρόμο σου, η συνήθεια δεν έχει ακόμα εγκατασταθεί. Αυτό είναι το στάδιο που προτιμώ. Όταν το κάθε επί μέρους στοιχείο προβάλλει απόλυτα διακριτό σαν τοποθετημένο σε γυμνό δωμάτιο. Αρχίζεις επιτέλους να βλέπεις. Διασχίζεις επιφάνειες, κοιλότητες, προεξοχές, παρατηρείς με προσήλωση, συλλαβίζεις φράσεις ντυμένες σε αποχρώσεις ροδαλές, μενεξεδί ή ώχρας ώσπου αίφνης συνθλίβεις τη σάρκα ανυπόμονα. Τα χρώματα αναδιατάσσονται, βαθαίνουν. Το κορμί σου καθρεφτίζεται πάνω στο δικό μου. Δημιουργεί νέες φωτοσκιάσεις, την αίσθηση μιας άλλης κλίμακας. Οι χυμοί του ενισχύουν τις αντιθέσεις, αστράφτουν πάνω στο μαύρο του εφηβαίου σαν νησίδες σε εωθινό πέλαγος. Το σώμα μου γίνεται πίνακας.
Η γλώσσα σου διατρέχει αργά το κορμί μου. Κοντοστέκεται, γλείφει φιλήδονα τα χείλη, γεύεται. Εξερευνά τις λείες επιφάνειες του λαιμού. Τις ουλές που αφηγούνται το παρελθόν σαν ταινία που προβάλλεται ανάποδα. Τους κόκκους στην άλω της ρώγας, την υγρασία των λαγόνων, την αψάδα των βοστρύχων που την τυλίγουν σαν δάσος. Οσμίζεσαι μια μια τις εκκρίσεις που σημαδεύουν τις διαδρομές σου, γλυκές, όξινες, υφάλμυρες, χαρτογραφώντας τις. Αναδιπλώνεσαι, αποθησαυρίζοντας για λίγο την απόλαυση για να ξαναβυθιστείς στην επόμενη, να ρουφήξεις άπληστα, πυρετικά, να στραγγίξεις χυμούς, πηγές, υπόγεια ρεύματα κι ύστερα να ακολουθήσουν τα δόντια, στην αρχή θωπεύοντας σχεδόν πριν χωθούν στη σάρκα με δύναμη. Είναι η στιγμή που τα βαφτίζεις όλα δικά σου. Φθονείς τα στόματα που προηγήθηκαν κι η οργή σου γίνεται παραφορά καθώς παλεύεις να εξαλείψεις κάθε ξένο ίχνος κατασπαράζοντάς με. Το σώμα μου γίνεται τροφή. Σφάγιο στο βωμό σου.
Η ανάσα σου σταδιακά βαθαίνει, πάλλεται ανυπεράσπιστη, ολοκληρωτικά παραδομένη. Ρουφάει τη δική μου και ξεχύνεται σ’ έναν ρυθμό ολοένα αυξανόμενο, ενώ περιστρέφεται πάντα γύρω απ’ το ίδιο θέμα σαν σπείρα που διαγράφει κύκλους κινούμενη προς τον πυρήνα της. Το άπειρο ή το τίποτα, δυο όψεις του ιδίου και το αντίδωρο, τώρα το ξέρεις πια, η προσφορά δίχως υποσχέσεις, ερμηνείες κι ανταλλάγματα. Το σώμα σου χορεύει με το δικό μου σε σύμπλεγμα κινήσεων και φθόγγων με αρχέγονη καταγωγή. Αρθρώνονται διαδοχικά, τρυπώνουν στον λαβύρινθο του αυτιού και μουδιάζουν το μυαλό, ενώ το στήθος φτερουγίζει σπαρταρώντας. Ρουφήγματα χειλιών απομυζούν τη σάρκα, μια άρθρωση ξεκλειδώνει, μια ξαφνική συγχορδία των σωθικών, ένας αναστεναγμός από τα έγκατα του είναι, μύες, οστά, κύτταρα επιμερίζουν την οργανική ύλη που συντίθεται και αποσυντίθεται αέναα παράγοντας βελούδινους ψιθύρους, ανάσες παλινδρομικές σαν κύματα που παφλάζουν, σύντομες παύσεις, κραυγές που σκίζουν τον αέρα παγώνοντας προσώρας τον χρόνο, αβυσσαλέες σιωπές. Το σώμα μου γίνεται μουσική. Έργο εν προόδω. Σκέψη.
Κάποιοι αυτό το λένε αμαρτία.
/λαγνεία

