Ρένα Λούνα

Στην καρδιά του Αυγούστου

Η ζωγράφος Αμέλια Κάραν ζωγράφισε τη Μαίρη τουλάχιστον δύο φορές. Το ένα από τα δύο πορτρέτα είχε καταλήξει στην κατοχή του Τρελώνυ για λόγους φύλαξης, αλλά παρά τις επανειλημμένες απαιτήσεις της Μαίρης δεν της επιστράφηκε ποτέ – τι άλλη απόδειξη μπορεί να χρειαστεί ο αναγνώστης ώστε να πεισθεί πως ήταν απολύτως και ολοκληρωτικά συνεπαρμένος μαζί της;

Έτσι κι αλλιώς μπορεί να μην ήταν ακριβώς δηλωμένο, αλλά όλοι ήξεραν πως η Μαίρη ήταν η γυναίκα που μόλις στα δεκαοχτώ της είχε συλλάβει το διάσημο τέρας, το τέρας του Φρανκενστάιν. Ο Τρελώνυ, ήδη πριν τη γνωρίσει δια ζώσης, ήταν καταξοδεμένος για την προσοχή της.

Στην καρδιά του Γενάρη, ο Τρελώνυ κατέφτασε στην Πίζα και μπήκε ενθουσιωδώς σε έναν λογοτεχνικό κύκλο: Πέρσι και Μαίρη Σέλλεϋ, Έντουαρντ και Τζέιν Γουίλιαμς, Τόμας Μέντγουιν· αργότερα ακολούθησε κι ο Μπάιρον ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο Παλάτσο Λανφράνκι. Τη σκανδαλώδη γνωριμία την έκανε ο Τόμας, ξάδελφος του Πέρσι, ο οποίος γνώριζε τον Τρελώνυ από τη Γενεύη όταν και οι δυο επισκεπτόντουσαν συχνά βίλες όπου όλος ο καλός κόσμος συναναστρεφόταν στις εξοχικές κατοικίες γύρω από τη λίμνη Λεμάν. Κρίμα που ο Τρελώνυ δεν είπε περισσότερα στη Μαίρη για τη λίμνη Λεμάν – δεν είχε ιδέα πως σε αυτές τις όχθες ήταν που η συγγραφέας πρωτοκαταπιάστηκε με το τέρας της.

Αργότερα το ίδιο βράδυ ο Τρελώνυ επιστρέφει στο πανδοχείο του, μια τρισάθλια τρύπα στο Λουνγκάρνο, στον δεύτερο όροφο ενός σκονισμένου κτιρίου πάνω από τον Άρνο, χωμένο ανάμεσα στα μέγαρα και τις μεσαιωνικές μετασκευασμένες κατοικίες. Ο ποταμός είχε πολλά κοινά με τον Τρελώνυ – κι αυτός ταξίδεψε από τη Φλωρεντία στην Πίζα και ήταν βέβαιο πως αργά ή γρήγορα θα ξεχυνόταν στην Τυρρηνική Θάλασσα. Επίσης, ο Άρνος είναι γνωστός για τα ξαφνικά φουσκώματά του και τις καταστροφικές του πλημμύρες – το ίδιο και ο Τρελώνυ.

Ο άντρας έμοιαζε από μακριά σαν ζώο υπερβολικά μεγάλο για να χωρέσει από το στενό κάδρο της πόρτας· οι πλάτες του φράκαραν στους υγρούς σοβατισμένους τοίχους. Από τα παραθυρόφυλλα ακούγονταν οι περαστικές άμαξες και οι μεθυσμένοι που τσακώνονταν. Κάθισε στο σιδερένιο κρεβάτι αλλά σηκώθηκε απότομα· ψαχνόταν για τσαμπουκάδες μέσα στο άδειο δωμάτιο. Η καμαρούλα είχε αρκετά ανυπεράσπιστα αντικείμενα: καρέκλα, μικρό τραπέζι, κηροπήγιο. Τελικά ξέσπασε στην κεραμική κανάτα νερού, ύψους περίπου εικοσιπέντε εκατοστών, με φαρδιά κοιλιά, στενό λαιμό, χοντρό χείλος και μια κομψοφτιαγμένη καμπυλωτή λαβή. Πάνω της απεικονιζόταν ένα μπλε ελαφάκι που στεκόταν παγωμένο να θαυμάζει μια πυκνή φυλλωσιά, ενώ ο ζωγραφικός διάκοσμος ολοκληρωνόταν από το υπόλευκο, γυαλιστερό κρεμ του υαλώματος. Ο νυχτερινός κρότος από το αποκεφαλισμένο ελαφάκι προκάλεσε την τσιρίδα της γυναίκας στον πρώτο όροφο.

Μα ναι! Ο Τρελώνυ βασανιζόταν από την κοινωνική του ήττα – κάποιος αφελής θα πίστευε πως η Μαίρη θα εντυπωσιαζόταν από τον γεροδεμένο, ηλιοκαμένο από τα μυθικά ταξίδια άντρα. Συνήθως είχε πέραση στις κυρίες. Τραβούσε τις ματιές το προτεταμένο μεσόφρυό του, σαν ανάγλυφο εξόγκωμα πάνω από τη ρίζα της μύτης που χωνόταν ανάμεσα στα μαύρα φρύδια, όπως και τα τρελά μαλλιά του με τους άδειους κροτάφους, αλλά και τα χονδροκαμωμένα δάχτυλα που κρατούσαν με προσοχή τα φινετσάτα ποτήρια των καινούργιων φίλων του.

Συστήθηκε ως «πειρατής από τις Ινδίες», καλλιεργώντας μάλλον πολύ συνειδητά την εικόνα του θαλασσοδαρμένου τυχοδιώκτη. Η Μαίρη γύρισε προς τον Πέρσι της και σχολίασε υποτιμητικά τον άντρα: «extravagant» είπε και συνέχισε: «un giovanni stravagante», αλλόκοτος, εξωφρενικός τύπος. Της φάνηκε συστηματικός αυτομυθοποιός, mendax inveteratus.

Περιέγραφε δραματικά πώς εγκατέλειψε το βρετανικό ναυτικό, ότι δηλαδή λιποτάκτησε στα δεκαεννιά του, χωρίς να αποκτήσει ποτέ αξίωμα αξιωματικού. Κάτι ξεκίνησε να λέει για τον πατέρα του, αλλά συγκρατήθηκε. Τελικά επέμεινε: «δραπέτευσα από το βρετανικό ναυτικό» – του άρεσε να παρουσιάζεται ως εχθρός της εξουσίας κι όχι ως κοινός ναύτης. Έτσι προέκυψε το πειρατηλίκι. Ο Πέρσι με τον Μπάιρον φαίνονταν ενθουσιασμένοι με τα παραμύθια, αλλά η Μαίρη βαρέθηκε τις αλλοπρόσαλλες λεπτομέρειες της κουρσάρικης σταδιοδρομίας.

Μάλιστα, έτρεχαν τα σάλια του Μπάιρον βλέποντας έναν δικό του λογοτεχνικό ήρωα να ʼχει σάρκα, οστά και αλμυρό αίμα: σκοτεινός Τρελώνυ, περήφανος Τρελώνυ, επαναστατικός Τρελώνυ, μυστηριώδης Τρελώνυ. Ο αρσενικός, απρόβλεπτος άνθρωπος καταφαγωμένος από το αμαρτωλό και βίαιο παρελθόν. Ο Μπάιρον μέθυσε και βάλθηκε να τον αποκαλεί «Κόνραντ», έτσι έλεγαν τον κουρσάρο του δικού του ποιήματος. Σύμφωνα με τον Μπάιρον, ο Τρελώνυ βαπτίστηκε εκείνο το βράδυ ως αφηγηματικό τους αδέλφι.

Η συζήτηση οδηγήθηκε σε κάποια περίφημη Ζέλλα από την Ανατολή. Ο Τρελώνυ υποτίθεται πως γνώρισε και ερωτεύτηκε μεμιάς αυτή την εξωτική νεαρή. Λέει, την έσωσε από πολλούς κινδύνους και συμφορές, μέχρι που την παντρεύτηκε – αστειεύτηκε πως από αυτό δεν μπόρεσε να τη σώσει. Λίγο καιρό μετά το κορίτσι πεθαίνει τραγικά· δηλητηριάστηκε από έναν αντίζηλο του Τρελώνυ.

Αυτό ήταν, η Μαίρη παρέδωσε τα όπλα. Πόσες μονομαχίες, συμπλοκές και αποδράσεις από γαλλικά μπουντρούμια στον μακρινό Μαυρίκιο να αντέξει; Η Μαίρη, που έβρισκε πιο λογικό η νεκρή ύλη να επανέρχεται στη ζωή μέσα από τον ηλεκτρισμό παρά ο Τρελώνυ να ʼχει υπάρξει κουρσάρος, καληνύχτισε ευγενικά και εξαφανίστηκε απότομα. Αμέσως την ακολούθησε ο άντρας της, λίγο αργότερα και οι υπόλοιποι· το γλέντι σώπασε. Έτσι έγινε κι ο Τρελώνυ έσπασε την κανάτα με το ελαφάκι.

Το πρωί θυμόταν τα πάντα, κυρίως όμως τη Μαίρη: τα σκοτεινά ξανθά μαλλιά πλεγμένα σε ένα παχύ στεφάνι με μαύρες κορδέλες, τα μελαγχολικά στρογγυλά μάτια, τα στεγνά χείλη, τον λαμπερό γυμνό λαιμό αγκαλιασμένο στην κλείδα από το βαρύ βελούδο.

Δεν άργησε να ιδρυθεί το κλαμπ τους: τα μέλη συζητούσαν καθημερινά για λογοτεχνία και πολιτική, ταξίδευαν με σκάφη και απολάμβαναν πολιτισμένη σκοποβολή. Ο Τρελώνυ σχεδόν είχε ξεχάσει τα γόητρα της Μαίρης· περισσότερο λάτρευε τον άντρα της πια, ενώ αντίστοιχα η Μαίρη δυσκολευόταν να πάρει στα σοβαρά τον Τρελώνυ και τις τρέλες του.

Στην καρδιά του Φλεβάρη αυτό άλλαξε. Μια μέρα οι τρεις άντρες επέστρεφαν έφιπποι από τη συνηθισμένη απογευματινή τους βόλτα, παρέα με τον Τάαφ, λόγιο και μελετητή του Δάντη, φίλο τους και καινούργια κωμική φιγούρα της παρέας. Λίγο έξω από τον αστικό ιστό, στην ανατολική είσοδο της Πίζας, ένας έφιππος λοχίας των δραγόνων πέρασε καλπάζοντας ανάμεσά από την παρέα των Άγγλων και έσπρωξε τον Τάαφ. Ο Μπάιρον θεώρησε ότι τους προσέβαλε, και είχε την ενδιαφέρουσα ιδέα να τον καταδιώξουν ώστε να του αποσπάσουν μια απολογία.

Η συμπλοκή κατέληξε στη δημιουργία μιας εκ πρώτης όψεως απαίσιας υπόθεσης· ο Τρελώνυ τα κατάφερε πάλι κι έμπλεξε για τα καλά – αλλά μόνο τότε η Μαίρη πείστηκε πως τα ηρωικά ξεσπάσματά του ήταν αυθεντικά. Αφού διαπιστώθηκε πως ο Τρελώνυ δεν είχε μαχαιρώσει μοιραία τον λοχία για χάρη του Τάαφ, ο Πέρσι συνόδεψε τον Μπάιρον προς αναζήτηση ιατρικής φροντίδας, εξαιτίας τραυματισμού που του ʼχε καταφέρει ο λοχίας. Η Μαίρη προσφέρθηκε να συνοδέψει τον Τρελώνυ ως μάρτυρας (πράγματι τα είδε όλα εντός της άμαξάς της, παρέα με την ερωμένη του Μπάιρον, μια αριστοκράτισσα από τη Ραβέννα), για να αντιμετωπίσουν παρέα την όλη αστυνομική και δικαστική αναστάτωση.

Η παραπάνω κομψή αγριότητα, δηλαδή η απροσανατολισμένη αλλά σίγουρα ευγενική πρόθεση του Τρελώνυ να υπερασπιστεί τους υπόλοιπους μουρλούς Άγγλους, έπεισε την Μαίρη να μην αποστρέφει το βλέμμα της από πάνω του τόσο γρήγορα.

«Είναι εξωφρενικός», έγραψε στο ημερολόγιό της. «Ο άντρας με την Ηράκλεια κατασκευή και κεφάλι Μαυριτανού έχει το σπάνιο χάρισμα να εξάπτει τη φαντασία μου». Λίγες μέρες μετά συνέχισε στο ίδιο θέμα: «Είναι έξυπνος· ως προς τις ηθικές του ιδιότητες, όμως, βρίσκομαι ακόμη στο σκοτάδι. Είναι ένας παράξενος ανθρώπινος ιστός, τον οποίο προσπαθώ να ξεμπλέξω».

Το χρονικό της παρέας είχε αρχίσει να γεμίζει από νεόκοπη φιλική μυθολογία. Μάλιστα, η πιο χαριτωμένη τους απόφαση μέχρι τώρα ήταν πως σχεδίαζαν να ανεβάσουν τον Οθέλλο· ο Μπάιρον μοίρασε τους ρόλους: ο Τρελώνυ ως Οθέλλος, ο Μπάιρον ως Ιάγος, ο Πέρσι ως Βραβάντιος και η Μαίρη ως Δυσδαιμόνα.

Στην καρδιά του Μάρτη, υπήρχε κάτι που δεν ήξερε κανείς. Όσο ο Μπάιρον μεθούσε στην αδερφική αγκαλιά του Πέρσι και συμφωνούσαν μεταξύ τους πως θα συνταραχτεί ολόκληρη η Πίζα από την ερμηνευτική τους δεινότητα, ο Οθέλλος με τη Δυσδαιμόνα είχαν ξεπεράσει τον σκόπελο της κόντρας κι είχαν αποσυρθεί στο δικό τους απομονωτήριο, το ψηλοτάβανο δωμάτιο του μεγάρου. Ήταν χωμένοι στο ανάκλιντρο, περιτριγυρισμένοι από νωπογραφίες, καλά κρυμμένοι από το θαμπό φεγγάρι της Πίζας. Σύντομα παραδέχτηκαν πως η αντιπάθεια συχνά δεν είναι παρά μασκαρεμένη, ανεξήγητη οικειότητα.

Οι ιδιωτικές τους πρόβες συνεχίστηκαν και ο πρόσφατος ενθουσιασμός της Μαίρης για τον Τρελώνυ ήταν αδύνατο πια να κρυφτεί: «ζει με τους ζωντανούς κι εμείς με τους νεκρούς», ομολόγησε ένα απόγευμα μπροστά σε όλους, κάτι που φάνηκε νόστιμο, αλλά στην πραγματικότητα εννοούσε πως θα ήθελε να επισκεφθεί τη χώρα της Ζωντάνιας του – ποιος ξέρει, ίσως και να ξεχειμώνιαζε εκεί.

Στην καρδιά του Απρίλη η άνοιξη έφτασε στην ώρα της. Ο Πέρσι δεν είχε παρατηρήσει τις απιστίες της Μαίρης. Ενώ ο Τρελώνυ ονειροπολούσε να κλέψει τη Μαίρη μακριά από τον ισχνό, σχεδόν άυλο Πέρσι, η Μαίρη είχε αποφασίσει πως δεν σκόπευε να θυσιάσει την ανώτερη πνευματική συντροφικότητα που ένιωθε για τον άντρα της, ούτε τη λογοτεχνική τους συνεργασία. Όταν ο Τρελώνυ της έκανε κουβέντα για κοινές αποδράσεις στην Ανατολή –ένας προορισμός που ενδιέφερε τη Μαίρη μονάχα συγγραφικά– αναγκάστηκε να του μιλήσει για τη θέση της καρδιάς της.

Πόσο δεν του άρεσε του Τρελώνυ όταν η Μαίρη μιλούσε επεξηγηματικά! Το μακρόστενο πρόσωπό του μάζευε περισσότερο, τα βαθουλωμένα μάτια του στένευαν και χώνονταν στο κρανίο, και τα φρύδια του πρόβαλλαν με μεγάλο πείσμα. Η Μαίρη σκεπάστηκε λίγο καλύτερα με το λινάρι κι έβγαλε λόγο:

Υπάρχει ένα μπορντό ζωάκι που βρίσκεται πίσω από το στέρνο, ανάμεσα στους πνεύμονες, λέει. Το τρομαγμένο ζωάκι, το θαλασσινό ζωάκι – θαλασσινό γιατί είναι υγρό, λέει. Το ζωάκι που θα μπορούσε να ʼναι φλόγα, κύμα ή σύννεφο, μιας και είναι πάντοτε ασύμμετρο, λέει. Το ζωάκι που είναι ένας μυς λίγων εκατοντάδων γραμμαρίων, όμοιο με κλειστή γροθιά κοπέλας, λέει. Εάν ήταν φρούτο, θα ʼταν ένα κατακόκκινο αχλάδι, του ‘πε.

Την ενόχλησε η δυσπιστία που σχηματιζόταν στο πρόσωπο του Τρελώνυ και του υπογράμμισε πως το ζήτημα του Φρανκενστάιν την είχε απασχολήσει σε όλη της τη ζωή, κι έτσι στο Λονδίνο είχε παραβρεθεί σε μια επίδειξη ανατομίας της Ιατρικής Σχολής της Γκρέιτ Γουίντμιλ Στριτ, λέει. Ο διάσημος ανατόμος και διδάκτωρ Τσαρλς Μπελ είναι καλός οικογενειακός φίλος, λέει. Τέλος πάντων, λέει, έχει δει πραγματική ανθρώπινη καρδιά μέσα σε ένα γυάλινο δοχείο να πνίγεται αθόρυβα στο συντηρητικό της υγρό.

Στην αρχή της φάνηκε συμπαγής, μυώδης και άχαρη, λέει. Όμως ξέρει πως ως όργανο πάσχει από μια σχεδόν αφύσικη διαύγεια, λέει, κάτι που αποδεικνύεται απ’ το ότι ενώ η καρδιά βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο του θώρακα, νιώθουμε τον χτύπο της πιο έντονα στη μια πλευρά. Γιατί το σοφό ζωάκι δεν κρατάει ίσες αποστάσεις, λέει. Διαλέγει καλύτερα έναν ανάμεσα στους δυο, αυτόν που ποθεί περισσότερο, του ʼπε.

Το θαλασσινό ζωάκι του Τρελώνυ χτυπιόταν σα παλαβό, έτοιμο να ξεσκίσει το ευάλωτο πειρατικό του στήθος, να αποδράσει σα σβέλτη φώκια από το οστικό κελί και να χωθεί στις παλάμες της κοπέλας. Η Μαίρη κρατούσε τη σαρκώδη καρδιά του με τις μπλαβιές φλέβες, τις αρτηρίες και τις αυλακώσεις γεμάτες κιτρινωπό λίπος, μαζί με το τρυφερό του περικάρδιο. Εάν μελετούσε την καρδιά του κανένας σημαντικός επαγγελματίας, κάποιος που να ήξερε από καρδιές, για παράδειγμα εάν ο διάσημος ανατόμος και διδάκτωρ Τσαρλς Μπελ της Ιατρικής Σχολής της Γκρέιτ Γουίντμιλ Στριτ κρατούσε έναν μεγεθυντικό φακό πάνω από το διεσταλμένο και παλλόμενο όργανο του Τρελώνυ, θα έβρισκε στη μέση ακριβώς την καλή του οικογενειακή φίλη, τη γλυκύτατη Λονδρέζα.

Όμως, όταν η Μαίρη τελείωσε με τη δραματική της εισαγωγή, είπε πως ο σημαντικός μεταξύ τους έρωτας δεν κατοικούσε στην καρδιά, αλλά στο σώμα. Γιατί, Μαίρη, η καρδιά πού ακριβώς κατοικεί; Ήθελε ο Τρελώνυ να πει, αλλά δεν το ’πε.

Συνεπώς οι προηγούμενες τρυφερές λέξεις δεν ήταν παρά μια εξύμνηση του πάντοτε ασθενικού Πέρσι. Ο Τρελώνυ σε μια ακόμα αυθεντική και απροσανατολισμένη έκρηξη θυμού, της τράβηξε το σεντόνι με τέτοια φόρα που η Μαίρη σχεδόν έπεσε από το ανάκλιντρο. Χωρίς άλλες κουβέντες τον είδε, όμοιο με αρκούδα που της κλώτσησαν τη μύτη, να αποχωρεί από το μικροσκοπικό σπιτάκι τους, εντός του Παλάτσο Λανφράνκι.

Θαλάσσια ζωάκια τέλος. Ιδιωτικές πρόβες τέλος. Οθέλλος και Δυσδαιμόνα, τέλος.

Στην καρδιά του Μάη, οι καλοί και πρόσφατα πιστοί σύζυγοι Σέλλεϋ εγκαταλείπουν την Πίζα και εγκαθίστανται στην Κάζα Μάνι, στο Σαν Τερέντσο. Σκοπός είναι ουσιαστικά μια καλοκαιρινή παραθαλάσσια εγκατάσταση· ο Πέρσι θέλει ιδιαίτερα να ζήσει κοντά στη θάλασσα και να πλέει. Ο Τρελώνυ έχει πάρει τις αποστάσεις του και επίσης ασχολείται έντονα με τα σκάφη, ενώ κινείται μεταξύ Πίζας, Λιβόρνου και Γένοβας. Όσο ο Πέρσι απασχολείται με τη φύση, η Μαίρη πλήττει. Θα έγραφε ένα γράμμα στον Τρελώνυ, το οποίο ήταν σχεδόν έτοιμο· ζούσε κάπου στον προμετωπιαίο φλοιό της. Ήταν έγκυος και το παιδί θα μπορούσε να ʼταν δικό του. Είχε φροντίσει να μη μάθει κανείς πέρα από τον Πέρσι γι’ αυτή την εγκυμοσύνη, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο: τι κι εάν ο Τρελώνυ ξεσπούσε σε μια ακόμα απροσανατολισμένη αλλά σίγουρα ευγενική πράξη;

Στην καρδιά του Ιούνη η Μαίρη παθαίνει σοβαρή αποβολή με μεγάλη αιμορραγία· η Κάζα Μάνι πλημμυρίζει στο αίμα. Έτσι χάνεται το μωρό που θα είχε πατέρα τον Πέρσι ή τον Τρελώνυ, αλλά μόνο τον Πέρσι θα μάθαινε.

Μόλις λίγες μέρες μετά ο Πέρσι εγκαταλείπει ήρεμα τη Μαίρη για να ταξιδέψει στο Λιβόρνο. Εκεί θα συναντήσει τον φίλο και εκδότη του, Λι Χαντ. Έχουν μεγάλα εκδοτικά σχέδια· μεγαλύτερα από την αιμορραγία της Μαίρης. Το βράδυ πριν αποχωρήσει, η Μαίρη κοιμάται πάνω του με μάτια που διαρκώς ανέβλυζαν. Τον παρακάλεσε να μείνει απειράριθμες φορές, χτυπήθηκε, κοπανήθηκε, γρατζουνίστηκε και μάλιστα μέσα στην τρομερή δυστυχία της ήταν απολύτως λογική: περιέγραψε με κάθε ψυχραιμία τον καινούργιο της φόβο που την καταπλάκωνε, τη μαράζωνε, τη βύθιζε στην τρέλα. Εξηγήθηκε αναλυτικά πως από την αποβολή και μετά δεν άντεχε τη μοναξιά, το ζήτημα ήταν απολύτως απλό και ανθρώπινο, του ʼπε.

Το επόμενο πρωί η Μαίρη τον κοιτούσε σα χαμένη, αμίλητη και με στεγνά μάτια, λες κι όλο το βράδυ έδινε απερίγραπτες μάχες. Ο Πέρσι τη φίλησε στοργικά στο μέτωπο, όπως θα έκανε με παιδί, φόρτωσε το μαλακό δερμάτινο πορτμαντό με μερικά πουκάμισα, κάλτσες, μαντίλι λαιμού, είδη ξυρίσματος, την καλή του χτένα από ελεφαντόδοντο, τα εκδοτικά χειρόγραφα για τον Χαντ, ένα αντίτυπο των ποιημάτων του Τζον Κιτς, έναν τόμο του Αισχύλου, έδεσε τα ταξιδιωτικά λουριά κι εξαφανίστηκε από τη θέα της Μαίρης για τα καλά.

Τόσες μέρες μετά, η κατάσταση του ταξιδιού του Πέρσι αποδείχθηκε υπερβολικά μπλεγμένη. Έγραψε στη Μαίρη πως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βγάλει άκρη με τις υποθέσεις του και μάλιστα αράδιασε ένα σωρό δικαιολογίες: τα οικονομικά των Χαντ, την υγεία της κυρίας Χαντ και ακόμα επισύναψε ως αποδεικτικά των κακοτυχιών που αντιμετώπιζε μερικά αλλοπρόσαλλα σημειώματα του Μπάιρον, ο οποίος επίσης καθυστερούσε το εκδοτικό γεγονός στο οποίο κι εκείνος θα συμμετείχε.

Η Μαίρη είχε συναντήσει τα όριά της· κάθισε στο φορητό της τραπεζάκι από καρυδιά με μόνο φως το δυνατό φεγγάρι που έπεφτε πάνω στο τραχύ λινόχαρτο που είχε απλώσει μπροστά της. Άρπαξε την πένα και ξεκίνησε να ζωγραφίζει τα στρογγυλά της γράμματα και τις τρομακτικές της λέξεις:

Σαν Τερέντσο, καρδιά Ιουλίου 1822

Πιστέ μου, αγαπημένε μου φίλε,

Πρέπει να σου πω κάτι που δεν τόλμησα να σου γράψω νωρίτερα: Ήμουν έγκυος. Δεν είμαι πια. Το παιδί χάθηκε πριν από λίγες ημέρες, μαζί με τόσο αίμα ώστε για κάποιες ώρες ο Πέρσι πίστεψε πως θα χανόμουν κι εγώ. Έζησα, αλλά δεν ξέρω ακόμη αν πρέπει να το θεωρώ ευτύχημα.

Μέτρησα τις εβδομάδες ξανά και ξανά, γιατί πιστεύω πως το παιδί θα ήταν δικό σου. Ίσως σε έναν άλλο κόσμο να γεννήθηκε με κάθε ασφάλεια εκείνη την πρώτη γελοία βραδιά του Οθέλλου, στην καμαρούλα του Λανφράνκι, όταν εγώ άκουγα ακόμα στο όνομα Δυσδαιμόνα.

Συγχώρεσέ με για όσα σου είπα τότε, πως μεταξύ μας δεν υπήρξε παρά σάρκα. Ήταν ψέμα. Ένα ψέμα που είπα μια φορά σε εσένα αλλά μυριάδες στον εαυτό μου, προκειμένου να με κρατήσω πιο κοντά στην εξοχική οικογενειακή πλευρά της Ιταλίας κι όχι στους ωκεανούς του έρωτα με τα ρόδινα κοράλλια.

Ο Πέρσι πάλι έφυγε για το Λιβόρνο και είμαι ολομόναχη στην Κάζα Μάνι κάνοντας φριχτές και παιδαριώδεις σκέψεις: θα ήθελα μια μικρή, προσωρινή χηρεία. Όχι να πεθάνει ο Πέρσι – Θεέ μου, όχι. Ας εξαφανιζόταν για κάποιο καιρό έστω, ώστε να σταματούσα να βασανίζομαι με τα ταξίδια του και τις ατέλειωτες λογοτεχνικές του φιλοδοξίες. Να έπαιρνε παράταση η καμαρούλα του Λανφράνκι μας. Ανησυχώ πως ξέρω να αγαπώ μόνο προσωρινά.

Γράψε μου γρήγορα.

Μ.

Ο Έντουαρντ, ο στενός φίλος του Πέρσι με τον οποίο ταξίδευαν μαζί, ήθελε απεγνωσμένα να γυρίσει πίσω στο Σαν Τερέντσο, στη δικιά του γυναίκα. Ο Πέρσι τον καθησύχασε πως θα έφευγαν σήμερα. Ο Τρελώνυ κάπνιζε νευρικά από την απέναντι πλευρά του λιμανιού και παρακολουθούσε το φόρτωμα του ιστιοπλοϊκού. Αφού ο Έντουαρντ απομακρύνθηκε, ο Τρελώνυ έριξε το πούρο του στη θάλασσα και περπάτησε προς τον Πέρσι.

Το σκάφος λεγόταν «Δον Ζουάν», αλλά ο Πέρσι το αποκαλούσε «Άριελ». Ήταν ένα μικρό, πολύ γρήγορο, δίστηλο ιστιοφόρο τύπου σκούνας, κατασκευασμένο στη Γένοβα. Ο Τρελώνυ επέμενε να πάνε με τον Πέρσι στην εσωτερική καμπίνα προκειμένου να συζητήσουν ένα επείγον ζήτημα.

Λίγες στιγμές μετά, ο ημιστραγγαλισμένος Πέρσι μπουσουλούσε στηριζόμενος στους αγκώνες του, έξω από την καμπίνα. Κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τον στενό αποθηκευτικό χώρο κάτω από το μπροστινό κατάστρωμα, ένα σημείο που έβλεπε προς την πλώρη. Ο άντρας σερνόταν σα βασανισμένο ποντικάκι προσπαθώντας να χωθεί σε κάποια τρύπα που ο πελώριος Τρελώνυ δεν θα τον έφτανε.

Στην καρδιά του Ιούλη, όταν το «Δον Ζουάν» έπλευσε κατά τις μεσημεριανές ώρες προς το Σαν Τερέντσο, ο Τρελώνυ είχε ήδη συναντήσει τον Έντουαρντ έξω από το ιστιοφόρο για μια φευγαλέα στιγμή και τον ενημέρωσε πως ο καημένος Πέρσι ήταν τρομερά κακόκεφος εξαιτίας μιας είδησης που ο Τρελώνυ του ανακοίνωσε – ένα πολύ προσωπικό ζήτημα που αφορούσε τη Μαίρη κι ότι γι’ αυτό είχε αποσυρθεί στη μικροσκοπική καμπινούλα, μάλλον με πονοκέφαλο. Τον συμβούλεψε να μην τον ενοχλήσει μέχρι να ʼχουν περάσει έστω λίγες ταξιδιωτικές ώρες. Αυτά είπε ο Τρελώνυ και χάθηκε γοργά μέσα στο λιμάνι του Λιβόρνο, αφήνοντας το ιστιοφόρο με τα δύο ονόματα να ‘χει μόνο ένα.

Το σκάφος του Έντουαρντ και του ήδη άψυχου Πέρσι εξαφανίζεται μέσα στο τρομερό μπουρίνι. Δέκα μέρες μετά το ναυάγιο, νεκροί πια και οι δύο, ξεβράζονται στις ακτές· ο Έντουαρντ στις εκβολές του ποταμού Σέρκιο και ο Πέρσι στην παραλία του Βιαρέτζο, μπροστά από τη Πινέτα ντι Πονέντε, το δυτικό πευκοδάσος. Ο φόβος της πανώλης οδήγησε τους ντόπιους στην απόφαση να τους θάψουν προσωρινά στην άμμο με ασβέστη. Ο Τρελώνυ ταξιδεύει για την περίφημη αποτέφρωση του Πέρσι.

Είναι η καρδιά του Αυγούστου. Ο Τρελώνυ έχει φτάσει στην παραλία του Βιαρέτζο, ο Μπάιρον επίσης, μαζί με τον εκδότη. Για τη νεκρική τελετή έριξαν στη φωτιά λιβάνι, λάδι και κρασί. Ο Τρελώνυ ψαχουλεύει το πτώμα. Δεύτερη φορά που στέκεται πάνω από τον νεκρό Πέρσι.

Όταν η Μαίρη υποδέχθηκε τον Τρελώνυ στην Κάζα Μάνι, της παραδίδει ένα μικρό γυάλινο δοχείο, καλά πωματισμένο, με το σκουρόχρωμο λείψανο μέσα σε οινόπνευμα. Ήταν το ταξιδιάρικο ζωάκι του Πέρσι, συσκευασμένο.

Θαλασσινό γιατί βγήκε από τη θάλασσα. Φλογερό γιατί έπρεπε να ζεσταθεί στη φωτιά. Μεθυσμένο γιατί ήταν βουτηγμένο στην αλκοόλη.

Το ζωάκι του Πέρσι που κάποτε δούλευε αδιάκοπα φορτωμένο από τις αντλίες του, το ζωάκι που κουβαλούσε το αίμα πέρα δώθε και είχε το δικό του ηλεκτρικό σύστημα, ένα σύστημα πολύ πιο λειτουργικό από αυτό που ʼχε φανταστεί η Μαίρη για το τέρας της, τώρα ήταν προσεκτικά φυλαγμένο στις παλάμες της συγγραφέως και κολυμπούσε μίζερα.

Ο Τρελώνυ, με τις απροσανατολισμένες αλλά σίγουρα ευγενικές προθέσεις, κοίταξε τη Μαίρη: «Είναι για τη μικρή, προσωρινή σου χηρεία». Αυτό της είπε.

Κύλιση στην κορυφή