Θάνος Γιαννούδης

Σύγχρονη έμμετρη ποίηση:

Το ταραγμένο πρώτο τέταρτο του αιώνα μας, ενός αιώνα που ξύπνησε εκκωφαντικά με το ξυπνητήρι της 11ης Σεπτεμβρίου, άρπαξε την Ελλάδα από την ονειρική ευμάρεια των Ολυμπιακών Αγώνων και την πέταξε σε μια κρίση διαρκείας, αλλά και, αντίστοιχα, κατέστησε την παγκόσμια επίφαση της «Ρax Americana» ένα πεδίο νέων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, πολεμικών συγκρούσεων και κυριαρχίας ενός ολοένα και εντεινόμενου αυταρχισμού, είχαν ως αντανάκλασή τους στο πεδίο της τέχνης και της ποίησης (τουλάχιστον στον λεγόμενο «δυτικό» κόσμο), αντί για τους μείζονες εκείνους δημιουργούς που θα χιμήξουν στο καμίνι του καιρού τους ώστε να τον διαμορφώσουν καίρια, μια τέχνη θραυσματική και ομφαλοσκοπική, λομπίστικη και ατομοκεντρική, επιγονική και συχνότατα στενά ενδο-ακαδημαϊκή. Στον καταιγισμό αυτόν, λοιπόν, των αντικρουόμενων, μετακινούμενων και συχνότατα βραχύβιων ρευμάτων και τάσεων, εντέλει η μοναδική δυναμική που κατόρθωσε να οριστεί και να προσδιοριστεί με κάποια σχετική ασφάλεια και να αποτελέσει (έστω και με τις αντιφάσεις της) ένα μάλλον σταθερό σημείο και έναν ελάχιστο πυλώνα αναφοράς δεν είναι άλλη από τη σύγχρονη έμμετρη ποίηση –που χαρακτηρίστηκε κατά τα προηγούμενα χρόνια και ως «νεοφορμαλισμός», αν και ο όρος αυτός σταδιακά φαίνεται πως εγκαταλείπεται.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι κάτω από τη συγκεκριμένη κατηγορία – ομπρέλα έχουν συνεξεταστεί δημιουργοί με πολύ διαφορετικό μεταξύ τους κοσμοείδωλο, χωρίς πάντα να έχουν κοινή την αίσθηση του ανήκειν και δίχως να γράφουν ποίηση αποκλειστικά και μόνο στις κανονικές, έμμετρες μορφές. Επομένως, η περιγραφή περί «ομαδοποίησης» ή ακόμα και περί έμμετρης συντηρητικής «κακοδαιμονίας» που τμήμα της κριτικής έχει παρατηρήσει εντέλει φαίνεται πως αστοχεί, μιας και η παραδειγματική συνύπαρξη καταλήγει να συστεγάζει ποιητές και ποιήτριες με συχνά αντίθετη τόσο την κοινωνικο-πολιτική ματιά όσο και τη στάση τους έναντι του νεωτερικού και μοντέρνου παραδείγματος (που κάποιοι αντιμετωπίζουν σαν πεδίο αέναου μορφικού πειραματισμού, ενώ άλλοι ως αντιαισθητική παρέκκλιση). Αυτομάτως, λοιπόν, τίθεται στον δημόσιο διάλογο και το πρώτο μας μεγάλο (κι εν πολλοίς ρητορικό) ερώτημα που έχει να κάνει με το αν αρκεί η φόρμα και μόνο ως ταυτοτικό στοιχείο για να προσδιορίσει μια ομάδα, μια γενιά ή ένα κίνημα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα ενοποιητικά εκείνα χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται στον λόγο των περισσότερων εξ αυτών κι έχουν να κάνουν με τη δυσανεξία προς τη νεωτερική τέχνη, αλλά και με μια συντονισμένη προσπάθεια να επικοινωνήσει εκ νέου η ποίηση με τα μαζικά ακροατήρια, να επανασυνδεθεί με τον (παραγκωνισμένο στη νεωτερική επικράτεια) δημόσιο χαρακτήρα της και να πιάσει ξανά το νήμα (αν δεχτούμε εξαρχής ότι το απώλεσε) με τον προαιώνιό της ορισμό και τη διαγενεακή, ιστορική της συνέχεια.

Αν υποθέσουμε για τις ανάγκες της συζήτησης ότι το μέτρο καθαυτό αποτελεί στοιχείο μιας στοιχειώδους έστω κατηγοριοποίησης, τότε ομολογουμένως το πρώτο τέταρτο του αιώνα που διανύουμε μάς έχει δώσει μια ιδιαίτερα έντονη έμμετρη παραγωγή που παρουσιάζει αυξημένο ερευνητικό (και όχι μόνο) ενδιαφέρον. Ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα οι οργανωμένες απόπειρες δόμησης ενός νέου έμμετρου παραδείγματος και ενός σύγχρονου και επίκαιρου λυρισμού από τους Διονύση Καψάλη, Ηλία Λάγιο, Γιώργο Κοροπούλη, Νίκο Φωκά, Άντεια Φραντζή, Νάσο Βαγενά, Μιχάλη Γκανά και άλλους δημιουργούς είχαν αντιμετωπιστεί από τμήμα της κυρίαρχης κριτικής της εποχής περισσότερο ως μεταμοντέρνο παιχνίδι μεταξύ λογίων ή σαν μία συντηρητική απόπειρα «νεκρανάστασης» ενός τρόπου εκφοράς που τα επιστημονικά «ιερατεία» είχαν αποφανθεί πως έχει δήθεν διαπαντός εκλείψει. Ο μυστηριώδης κι αδιευκρίνιστος, τώρα, θάνατος του Ηλία Λάγιου το 2005 έρχεται να δώσει μια νέα δυναμική, με αφορμή το έργο του και τον ιδιότυπο «μύθο» που εκείνος δομεί, και στο ίδιο συνακόλουθα το έμμετρο ποιητικό παράδειγμα, το οποίο ο ποιητής είχε εκ των έσω ανανεώσει κομβικά.

Κατά την πρώτη, λοιπόν, δεκαετία του αιώνα μας, η σύγχρονη έμμετρη ποίηση περνά στην επόμενη φάση και αποκτά σταδιακά το αναγκαίο εκείνο βάθος που έρχονται να της παράσχουν τόσο τα δοκίμια θεωρητικής υποστήριξης (ιδίως του Δ. Καψάλη) όσο και η τομή της διαδικτυακής ανθολογίας των «Νέων Ήχων στο Παμπάλαιο Νερό» από τους Κώστα Κουτσουρέλη και Σοφία Κολοτούρου. Κινούμενη στα πρότυπα του αγγλόφωνου «The new formalist», η συγκεκριμένη πρωτοβουλία συστηματοποιεί και ανθολογεί για πρώτη φορά τόσο συνολικά και απροκατάληπτα τη σύγχρονη έμμετρη ποιητική παραγωγή όσο και την υπαρκτή γραμμή σύνδεσής της με την προνεωτερική ποίηση κατά τα χρόνια της λεγόμενης «κυριαρχίας» του ελεύθερου στίχου (1930-1990). Ταυτόχρονα, παρέχει μια πληθώρα πληροφοριών ως προς τα επιμέρους μορφικά είδη και την ιστορία τους, δίνει τον λόγο σε νέες έμμετρες φωνές, αλλά και αναδεικνύει αποσιωπημένα ποιήματα μοντερνιστών ποιητών σε σφιχτή φόρμα και σταθερή μορφή, καθώς και ολόκληρες κατηγορίες ποιημάτων (επικαιρικά, σατιρικά κ.ά) που το μοντερνιστικό κοσμοείδωλο είχε απωθήσει. Πλάι στην πρωτότυπη παραγωγή, τώρα, δίνει εξίσου έμφαση και στην έμμετρη μετάφραση, αναδεικνύοντας από τη μία μείζονες μεταφραστικές φωνές του αιώνα μας, όπως οι αξιοσημείωτες περιπτώσεις του Γιώργου Κεντρωτή και της Μαρίας Υψηλάντη, διαδραματίζοντας από την άλλη και κρίσιμο ρόλο σε μια νέα δεξίωση κλασικών έργων στον 21ο αιώνα, με αφομοιωμένες και παγιωμένες πια τις κατακτήσεις ενός σύγχρονου λυρικού παραδείγματος.

Κατά την ίδια περίπου περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους και αρκετοί ταλαντούχοι ποιητές της νεότερης γενιάς (οι σημερινοί 45ρηδες-55ρηδες) που μπολιάζουν την (καινοφανή ή ήδη διαμορφωμένη) γραφή τους με το παράδειγμα του νέου έμμετρου λόγου που έχει αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται, εξελίσσοντάς το καίρια και σύγχρονα. Εκτός από τους Κουτσουρέλη και Κολοτούρου που προαναφέραμε, σημαντική εδώ είναι και η συνεισφορά των Θεοδόση Βολκώφ και Γιώργου Βαρθαλίτη σε έναν υψηλών προδιαγραφών λυρισμό, των Γιάννη Δούκα και του αδικοχαμένου Δημήτρη Ελευθεράκη (στο ξεκίνημα, τουλάχιστον, της δημιουργικής τους πορείας) σε μια σύγχρονη προοδευτική ματιά που δεν εγκαταλείπει την επαφή με το κοινωνικό γίγνεσθαι, των Δημήτρη Ε. Σολδάτου και Στιχάκια (Γιάννη Μπελεσιώτη) στη σκληρή και αμείλικτη σάτιρα των κακώς κειμένων της Ελλάδας, αλλά και της ίδιας της ποιητικής σέχτας. Το εύρος τους αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, και τη μη κοινή ιδεολογική κατεύθυνση του «κινήματος», συστεγάζοντας ποιητές που έχουν θεωρηθεί εκπρόσωποι μιας ποίησης της «αριστερής μελαγχολίας», όπως οι πρώιμοι Δούκας και Ελευθεράκης, με συνεχιστές της παραδοσιακής και προνεωτερικής αντίληψης για την τέχνη, όπως οι Βολκώφ και Βαρθαλίτης και με εκπροσώπους ενός οράματος περί ενός δημόσιου ρόλου της ποίησης που επιδιώκει να υπερβεί τη νεωτερικότητα, όπως ο Κουτσουρέλης. Αντίστοιχα, συνενώνει ομαλά φορείς φεμινιστικής αντίληψης, όπως η Κολοτούρου, με ένα λεκτικό μη «πολιτικά ορθό» σαν εκείνο του Σολδάτου. Το 2012, μάλιστα, θα κυκλοφορήσει συμβολικά στα 20 χρόνια μετά το Τριώδιο των Καψάλη – Κοροπούλη – Λάγιου, η (επίσης συλλογική) Τρίλιζα των Σοφίας Κολοτούρου, Ααρών Μνησιβιάδη και Θάνου Γιαννούδη, ως φόρος τιμής και ταυτόχρονα ως συνέχεια της ίδιας εκείνης έμμετρης αλυσίδας στις νέες συνθήκες.

Από την περασμένη, τώρα, δεκαετία μέχρι και σήμερα, το πεδίο έχει επεκταθεί σημαντικά και ελπιδοφόρα, απότοκο, προφανώς, των παραπάνω κινήσεων που λειτούργησαν κλιμακωτά, καθώς και της ελευθερίας έκφρασης που παρέχει αφειδώς προς όλες τις κατευθύνσεις ο διαδικτυακός χώρος. Η σύγχρονη έμμετρη ποίηση, που θεωρούνταν από τους κρατούντες του ποιητικού γίγνεσθαι μια
«άσκηση» ή «παρέκκλιση» μόλις λίγα χρόνια πριν, αντιμετωπίζεται πλέον ως μια ακόμα θεμιτή και «θεσμική» εκδοχή και προοπτική του συγκαιρινού ποιητικού τοπίου, ενίοτε απολαμβάνοντας και θέσεις σε πάνελ ή σε βραχείες λίστες λογοτεχνικών βραβείων σε έναν παραδειγματικό άξονα, πλάι σε έργα του νεωτερικού παραδείγματος και σε φορείς εντελώς διαφορετικού κοσμοειδώλου από το δικό της. Το άνοιγμα, τώρα, του πεδίου δίνει τη δυνατότητα να βγουν στο προσκήνιο τόσο γυναικείες φωνές που ανακαλύπτουν ή εφευρίσκουν ξανά τον εαυτό τους μέσω του μέτρου (ενδεικτικά: Σοφία Πόταρη –προτάσσοντας το όραμα μιας αρκαδικής υπερχρονικής ευτοπίας–, Ελένη Χαϊμάνη –στη σύζευξη ενός υψηλού λυρισμού με την χθαμαλότητα του κοινωνικού γίγνεσθαι–, Εσμεράλδα Γκέκα –στην παραγκωνισμένη και στην επικράτεια ακόμα των φορμαλιστών «ελευθερωμένη» ποίηση– αλλά και: Στέλλα Πετρίδου, Άννα Σπυράτου, Ευσταθία Δήμου, Ελένη Σιγαλού, Φιλιώ Χρυσοστομίδου, Έλενα Σταγκουράκη κ.ά.) όσο και νεότεροι ηλικιακά δημιουργοί (περίπου 25-40 ετών σήμερα) που έχουν θέσει πια ως πρότυπο και τμήμα της ιδιότυπης «παράδοσής» τους τη γενιά των Καψάλη, Λάγιου και Κοροπούλη και επιδιώκουν να αναδιαμορφώσουν και να επικαιροποιήσουν τις κατακτήσεις της (για παράδειγμα: Ανδρέας Αντωνίου, Θανάσης Γαλανάκης, Αλέξανδρος Κορδάς, Ααρών Μνησιβιάδης, Θάνος Γιαννούδης, αλλά και ο νεότατος Θοδωρής Αρσένης). Στη γραφή, τώρα, των τελευταίων παρατηρείται μια πολυμορφία που ανοίγεται σε πεδία όπως η θρησκευτική και μεταφυσική αναζήτηση, η επικοινωνία με τη Λογοτεχνία του φανταστικού, ακόμα και η ανοιχτή διατύπωση αιτημάτων της ομοφυλόφιλης κοινότητας, μοτίβα, ωστόσο, που δεν αναγιγνώσκουν αποσπασματικά την ανθρώπινη ολότητα, αλλά είναι ενταγμένα οργανικά μέσα σε σταθερά και συνεκτικά σχήματα που τα περικλείουν και τα υπερβαίνουν.

Η έμμετρη «κοσμογονία» των τελευταίων ετών, ωστόσο, δεν σταματά εδώ, καθώς συμπεριλαμβάνει, ακόμα, και ποιητές παλαιότερης γενιάς που επιδιώκουν να συνδυάσουν τη σφιχτή φόρμα με ένα νεωτερικό λεκτικό (με προεξάρχουσες τις περιπτώσεις των Δημήτρη Κοσμόπουλου, Γιάννη Κακριδή και Ευριπίδη Γαραντούδη), αλλά και αρκετούς ακόμα φτασμένους ή εκκολαπτόμενους μοντερνιστές δημιουργούς που αξιοποιούν την εκ νέου επικαιροποίηση των σταθερών μορφών και πειραματίζονται μετρικά με πολλαπλά αποτελέσματα, ενίοτε ιδιαίτερα καλαίσθητα (πρόσφατες είναι οι περιπτώσεις των Βάνας Πασούλη και Δήμητρας Χριστοδούλου) ή ταλαντεύονται διαρκώς ανάμεσα στην έμμετρη και την ελευθερόστιχη ταυτότητα (Γιάννης Υφαντής, Ι. Ν. Κυριαζής, Πάνος Σταθόγιαννης, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πάνος Στασινός, Μιχάλης Βάκρινος κ.ά.). Σημεία αναφοράς, τώρα, κατά την τελευταία αυτή δεκαετία αποτελούν αφενός η έκδοση τριών ακόμα συλλογικών έμμετρων ποιητικών βιβλίων (Ξέρετε το τέλος των Στέργιου Μήτα, Θοδωρή Ρακόπουλου, Αντώνη Ψάλτη, Πεντάσημον των Γιώργου Βαρθαλίτη, Θεοδόση Βολκώφ, Αλέξανδρου Κορδά, Δημήτρη Κοσμόπουλου, Χάρη Ψαρρά και Ευτοπία των Ευριπίδη Γαραντούδη, Σοφίας Κολοτούρου) και αφετέρου η ίδρυση από το 2020 της πρωτοβουλίας «Κανονική Ποίηση» από τους Θάνο Γιαννούδη και Ααρών Μνησιβιάδη που επιδιώκει να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησαν οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» και να επεκταθεί σε επιμέρους φωνές και πεδία αναφοράς.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, φέρνουν καίρια στο προσκήνιο προβληματισμούς που έχουν να κάνουν με την αυτοτέλεια ενός τέτοιου τρόπου γραφής στο ελληνικό «σήμερα», με τις σχέσεις του με το ποιητικό παρελθόν και την παράδοση, καθώς και με τις συνάφειες που οφείλει (ή δεν οφείλει) να δομήσει τόσο με το μοντερνιστικό παράδειγμα όσο και με τις όποιες επιτεύξεις του ελεύθερου στίχου και της αισθητικής νεωτερικότητας. Κατά καιρούς σχετικές τοποθετήσεις ή ποιητικά «πιστεύω» επιμέρους δημιουργών έχουν φιλοδοξήσει να σχηματοποιήσουν έναν αισθητικό «οδικό χάρτη», χωρίς, πάντως, οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά τους να έχουν γίνει απολύτως κοινά αποδεκτά, ιδιαίτερα από το (πλειοψηφικό ακόμα) τμήμα εκείνο της μη έμμετρης σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Ως προς τις σχέσεις του φορμαλιστικού «ρεύματος» με την τελευταία, παρατηρείται μια μεγάλη απόκλιση στάσεων και αντιλήψεων που εκκινεί από τη στείρα άρνηση ακόμα και της ίδιας της καλλιτεχνικής ιδιότητας των μοντερνιστών ποιητών (εκφερόμενη ιδίως από κάποιους πιο συντηρητικούς ιδεολογικά δημιουργούς), διέρχεται από την αποδοχή του ζωτικού χώρου του καθενός και από την άτυπη υπογραφή ενός ιδιότυπου συμφώνου «μη επιθέσεως» και αγγίζει μέχρι και την αποδοχή τμήματος ενός «βιώσιμου» μοντερνισμού (συνήθως σχετιζόμενου με την «κλασική» πλέον Γενιά του ’30) που αντιμετωπίζεται εξίσου ισότιμα ως προποιητικό υλικό και ως στοιχείο της ίδιας παράδοσης που συμπεριλαμβάνει αξεδιάλυτα και τις κανονικές, έμμετρες μορφές του παρελθόντος.

Θα μπορούσε, άραγε, κανείς να τολμήσει μια επιλογική πρόβλεψη για το επόμενο, τώρα, τέταρτο του αιώνα μας όσον αφορά την έμμετρη ποιητική παραγωγή; Η μη γραμμική πορεία του ιστορικού χρόνου και η ετερογονία των σκοπών που διέπουν την ανθρώπινη συνθήκη αναμφίβολα καθιστούν κωμική την οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα. Μπορεί να τεθεί, εντούτοις, ως δεδομένο ότι μια νομοτελειακή ανατροπή της (ήδη παρηκμασμένης) νεωτερικής καλλιτεχνικής κοσμοαντίληψης, ακόμα κι αν δεχτούμε πως τίθεται εξαρχής ως αίτημα, αποτελεί κάτι που υπερβαίνει τη δύναμη ενός κινήματος ή καλλιτεχνικού ρεύματος, μιας και εξαρτάται κατά βάση από εξωγενείς και παγκοσμιοποιημένους πλέον παράγοντες που αντανακλώνται εν συνεχεία και στο πεδίο της τέχνης. Και παρόλο που οι έσχατες πλανητικές αναταράξεις, η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και η κλιμακούμενη κλιματική ανισορροπία ενδέχεται να ταράξουν το εν γένει επιστητό με τρόπους μη προβλέψιμους και να γεννήσουν έξαφνα την ώθηση αναζήτησης μιας νέας συνεκτικής και κεντρομόλου αφήγησης, και πάλι πιο εφικτός και έμπρακτος στόχος φαντάζει η στρατηγική του «ένα βήμα τη φορά». Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η σύγχρονη έμμετρη παραγωγή κατόρθωσε να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής αντί για συντηρητική παλινόρθωση ή μεταμοντέρνο παιχνίδι αναβίωσης (ακόμα κι αν δεν αποδέχεται πάντοτε η ίδια τους συνομιλητές της ως ισότιμους), μπόρεσε να επικοινωνήσει εκ νέου με τον προαιώνιο ορισμό της ποίησης αφομοιώνοντας ενίοτε ορισμένες κατακτήσεις της αισθητικής νεωτερικότητας που είναι σε θέση να μιλήσουν με το μαζικό κοινό, βοήθησε να διαβαστούν ξανά ονόματα της ποιητικής παράδοσης που είχαν πέσει σε παρακμή και είδε, ακόμα, τον εαυτό της ως τμήμα μιας ιστορικής συνέχειας που την εμπεριέχει και την υπερβαίνει. Και κυρίως: απέδειξε περίτρανα πως δεν υπάρχει ένας μόνο ορισμός περί «προόδου», «ιστορικής νομοτέλειας», «αέναης πρωτοπορίας» ή τελικής «νίκης» και κατίσχυσης στο πνευματικό πεδίο. Τα πάντα ρίχνονται στο καμίνι της πράξης και ο (αυτοχαρακτηριζόμενος ως) νικητής της μίας γενιάς κάλλιστα καθίσταται το κατεστημένο της επόμενης, διατηρώντας μια επίφαση «προόδου» στο αφήγημά του ενώ οι πράξεις του καταδεικνύουν μονάχα πως αποτελεί πλέον το νέο σύστημα και δρα ως τέτοιο. Και μπορεί μεν ακόμα και η έννοια της νίκης να συνιστά μια αυταπάτη, το μόνο βέβαιο, ωστόσο, είναι πως ποτέ δεν θα προσεγγιστεί ούτε καν ως ουτοπία αν πρώτα δεν δώσεις ολόψυχα εσύ την κρίσιμη μάχη…

Κύλιση στην κορυφή