Ανδρέας Καραγιάν

Σύνοψη της τετραλογίας και κάποιες σκέψεις

Μεγάλωσα καθολικός το θρήσκευμα υπό το βάρος του προ­πατορικού αμαρτήματος, που σαν Δαμόκλειος σπάθη αιωρείτο επάνω από το κεφάλι μου. Το σεξ ήταν αμαρτία, γιατί, ό­πως έμαθα, το μήλο που έφαγαν οι προπάτορες κι έχασαν τον Παράδεισο δεν ήταν μήλο αλλά μπανάνα. Όταν λοιπόν υπέκυπτα στην «κακή» πράξη του αυνανισμού κυλούσα σ’ ένα βά­ραθρο ενοχής και ακολουθούσε μια μεγάλη περίοδος όπου το «Χαίρε Μαρία» και το «Πάτερ Ημών» ήταν τα μόνα μέσα εξιλέωσής μου. Στην εξομολόγηση ο άγιος ιερωμένος με ρώτησε αν έκανα κακές πράξεις, μόνος μου ή με άντρα ή με γυναίκα, πράγμα που δεν κατάλαβα και ρώτησα τη μάνα μου τι ήταν κακή πρά­ξη με άντρα ή γυναίκα. Αρνήθηκε να μου απαντήσει

H μάνα μου παραπονιόταν πως δεν ήμουν «όπως τ’ άλλα α­γόρια». Το φυσικό μου βάδισμα ήταν χορευτικό. Δηλαδή περπα­τούσα με τις μύτες των ποδιών. Αυτό μου είπαν δεν είναι α­ντρικό περπάτημα. Βασανίστηκα τρία χρόνια ώσπου να μάθω να περπατώ σαν άντρας, δηλαδή με τις πατούσες πρώτα. Ύ­στερα ήρθε ο Τζον Τραβόλτα στο Πυρετός το Σαββατόβραδο και περπατούσε όπως εγώ παλιά. Ήταν το νέο χορευτικό περ­πάτημα. Όλοι προσπαθούσαν να τον μιμηθούν, κι εγώ που εί­χα γίνει πια άντρας και περπατούσα βαριά με τις πατούσες λυ­πήθηκα πολύ που δεν μπορούσα να είμαι της μόδας.

Είχα μια πολύ σημαντική σχέση με τη μητέρα μου, μια σχέση αγάπης-μίσους, με πολλές συγκρούσεις, προσπαθούσε να με προστατέψει να με φέρει στα κοινωνικά μέτρα της εποχής… Η μητέρα μου είχε φινέτσα, ήταν όμορφη κομψή, πάντα ντυμένη στην τρίχα, είχε πιλοποιείο, το περίφημο Carmela’s hats. Ταξίδευε στη Βηρυτό, στην Αθήνα, έφερνε τη μόδα. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έπιασαν τιμόνι στα χέρια τους, το Morris Minor μας. Γνώρισε τον Νίκο Θεοφανίδη και ερωτεύτηκαν. Ο Νίκος Θεοφανίδης ήταν γιατρός, παιδίατρος, ένας ωραίος ψηλός άντρας πάντα ντυμένος στα λινά, και θέλει να παντρευτούν αλλά δεν τον αφήνει η μητέρα του διότι, του λέει, «αυτή είναι μια Μαρωνίτισσα, τι θα μας τη φέρεις μέσα στο σπίτι μας, τι θα πει ο κόσμος;» Τελικά η μητέρα παντρεύεται με συνοικέσιο τον Τζον Καραγιάν, καθολικό το θρήσκευμα, Λατίνο, έναν κοσμοπολίτη Αλεξανδρινό Δον Ζουάν, βιολιστή, χαρτοπαίκτη, αρχιλογιστή στην Ιονική Τράπεζα. Στα τρία-τέσσερα χρόνια η μητέρα θέλει να χωρίσει. Οι καθολικοί όμως δεν μπορούν να πάρουν διαζύγιο. Ο Θεοφανίδης εμφανίζεται και πάλι στη ζωή της, και έτσι γεννιόμαστε ο Ανδρέας και ο Χάρης Καραγιάν. Τον Θεοφανίδη τον έλεγα «ο γιατρός», όπως όλος ο κόσμος, και τον Καραγιάν «πατέρα»! Δεν έμαθα ποτέ μου εάν ο πατέρας μου κατάλαβε ότι δεν είμαστε δικά του παιδιά ή ότι το ήξερε και μας μεγάλωσε σαν δικά του. …Έχουν περάσει 40 χρόνια που έφυγε ο Θεοφανίδης από τη ζωή μας, η μητέρα είναι ετοιμοθάνατη, και τελικά η τύχη το φέρνει να βρεθούν η Καρμέλλα και ο Θεοφανίδης στην ίδια κλινική, να τους χωρίζει ένας τοίχος, χωρίς να ξέρει ο ένας για τον άλλο. Ο Θεοφανίδης μάς αναγνωρίζει σαν φυσικά παιδιά του. Στις τρεις τα μεσάνυχτα την 16η Ιουνίου 1996 μου τηλεφωνούν ότι πέθανε ο Θεοφανίδης. Την ίδια μέρα στις 11 το πρωί πεθαίνει και η Καρμέλλα. Και τα δύο σώματά τους βρίσκονται στον Άγιο Πέτρο το ένα δίπλα στο άλλο, καθαρίζονται ντύνονται, μακιγιάρονται και παντρεύονται έτσι… Aυτές είναι ιστορίες που βλέπεις στον κινηματογράφο και λες είναι αδύνατο. Κι όμως αυτή την ιστορία έχω ζήσει.

Ζούσαμε την μπέλ επόκ της Λευκωσίας, με τα μπαλ μασκέ, το Αντωνάκης μπαρ, τους χορούς, τον αποικιακό τρόπο ζωής, η μεσαία τάξη ήταν κατά το μάλλον ή ήττον αγγλόφιλη. Και οι Άγγλοι, επειδή εμείς ήμασταν Λατίνοι, μας εμπιστεύονταν περισσότερο. Η οδός Ουζουνιάν, όπου μεγάλωσα, ήταν ένα πολυπολιτισμικό κέντρο, μια μικρογραφία της κοινωνίας της εποχής∙ θυμάμαι την κυρία Πάμπουλου που έβγαινε στο μπαλκόνι με το τσιγάρο της κι έλεγε για τους νεόπλουτους «λε κολ ξεβράκ αν βαγιάν λε βρακ χεστίκ». Ήταν βλέπεις γαλλομαθής, όπως ο Ίλανθός μου! Πέθανε λίαν αριστοκρατικά, μια μέρα όπως στολιζόταν να βγει έξω. Κάθε σπίτι είχε και μια ιστορία… Στο Ανώι ήταν το σπίτι του Αρμεναίου, του Τζόρτζ Ιντζιρτζιάν, ο οποίος έφερε την πρώτη τηλεόραση στη γειτονιά… Λοιπόν δεν μπορούσαν οι Έλληνες να αγοράσουν τηλεόραση γιατί πήγαιναν μασκοφορεμένοι επί τόπου και την έσπαζαν, εθεωρήθη ως προϊόν προπαγάνδας των Άγγλων. Ο Τζόρτζ όμως ήταν Αρμεναίος. Θυμάμαι που πήγαινα και έβλεπα όπερες. Κάθε βδομάδα είχε όπερα στην τηλεόραση. Τώρα γιατί εγώ από μικρός, χωρίς να ξέρω, ήταν η μανία μου η όπερα… Ίσως γιατί ολόκληρη μου η ζωή ήταν μια όπερα…

Η πιο καλή φίλη της μητέρας μου ήταν η Τουρκάλα Εμεττέ, η οποία έμενε ακριβώς απέναντι μας και ήταν το καταφύγιό μας. Η μητέρα μου έλεγε ότι οι πιο όμορφές γυναίκες της Κύπρου είναι οι Τουρκάλες. Η ιστορία με την Εμεττέ είναι πολύ συγκινητική, χωρίζουν το ʼ63 που μαζέψαν τους Τουρκοκύπριους στα γκέτο. Ύστερα από πολλά χρόνια, όταν ήμασταν στον Άγιο Δομέτιο, χτύπησε η πόρτα και ήταν μια γηραία κυρία και λέει, «Καρμέλα, έμμε κατάλαβες; είμαι η Εμεττέ και ήρτα να σε δω, φιλενάδα μου».

Ήμουν επαναστάτης, πάντα! Με το που πήγαινε να ανοίξει η μάνα μου το στόμα της να μου πει κάτι,η απάντηση ήταν: «Όχι!». Πάντα αντιδρούσα. Ίσως είναι και η προσωπική μου στάση στη ζωή. Λάτρευα τα βιβλία… Παίζαμε όμως και μέσα στους δρόμους, δεν είχε αυτοκίνητα τότε, κατασκοτωνόμασταν, έφτιαχνα τα διάφορα παιχνίδια, τα δικά μου. Φλερτάραμε τα κορίτσια. Φλέρταρα δύο την εποχή εκείνη… Ήμουν τρελά ερωτευμένος με τη Σύλβια, που ερχόταν κάθε Κυριακή στην εκκλησία των Λατίνων και καθόταν στα μπροστινά στασίδια και εγώ πήγαινα ακριβώς και καθόμουν πίσω της για να μυρίζω τη μυρωδιά των μαλλιών της. Η άλλη ήταν η Ροζάρια. Μια πανέμορφη κοπέλα, που έπαιζε στο ΡΙΚ όλες τις πριγκιποπούλες, όλες τις βασιλοπούλες… Ήμασταν έφηβοι 14 χρόνων… Τα κορίτσια μου άρεσαν, η έλξη μου γι’ αυτά ήταν φυσική, αγνή και ρομαντική, έξω από κάθε σεξουαλική επιθυμία· ονει­ρευόμουν τους μεγάλους έρωτες των συναισθηματικών ρομάν­τζων. Δεν περνούσε από το μυαλό μου ότι το σεξ, που ήδη εί­χα διαχωρίσει ως «αμαρτία», έπαιζε τόσο σημαντικό ρόλο, του­λάχιστον στα ρομάντζα που διάβαζα δεν αναφερόταν, σε ση­μείο ώστε, μια και ως γνωστόν τα παιδιά τα έφερνε ο πελαργός, να μη γνωρίζω επακριβώς τη φυσιολογία της ερωτικής πράξης και της γέννας!

Υπήρχε όμως και μια διαφορετική πλευρά στον εαυτό μου. Στην αρχή δεν μπορούσα να το αποδεχτώ ήταν αδύνατο να το αποδεχτώ, ήταν κάτι σαν μίασμα εκείνη την εποχή. Ηθικό παιδί ήμουνα και τον στέφανο του μαρτυρίου ευχα­ρίστως θα τον φορούσα. Μέσα όμως από το υποσυνείδητό μου ανεδύοντο εικόνες σκοτεινές, ηδονικές, κάθε άλλο παρά ηθικές. Μετά από την παιδική εύθυμη ηλικία, όταν άρχισε η σεξουαλικότητα να ξυπνά και να μη μπορώ να καταλάβω το τι μου συμβαίνει, τι είναι αυτά τα πράγματα που έρχονται στο μυαλό μου, οι εικόνες, τα όνειρα που έκαναν τη φα­ντασία μου ν’ ανάβει και οι ξεφλουδισμένες από την υγρασία μπογιές στον τοίχο της τουαλέτας του παλιού σπιτιού γίνονταν πτερωτά πέη ή σάτυροι –δεν ήξερα καν, τότε, για την Πομπηία! Κάποτε μάλιστα συμπλήρωνα τις εικόνες μ’ ένα μο­λύβι, είτε τις μετέφερα σε φανταστικά σχέδια οργιαστικού πε­ριεχομένου. Δυστυχώς, από αυτή την πρώτη «καλλιτεχνική» μου περίοδο δεν σώζεται κανένα δείγμα, γιατί σε μια στιγμή η­θικής αυτοκριτικής τα έριξα στην πυρά.

Το πρώτο μου ερωτικό αντικείμενο ήταν ο Απόλλων του Μπελβεντέρε. Ξεφυλλίζοντας το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ήλιος, ήμουν γύρω στα δώδεκα, ανακάλυψα το περίφημο γλυπτό –έ­τσι νόμιζα τότε–, που μου προκάλεσε ρίγη συγκίνησης. Η αγάπη μου γι’ αυτό το βάρβαρο ρωμαϊκό αντίγραφο κράτησε έως ότου σε κάποιο πε­ριοδικό τέχνης ανακάλυψα τα ανδρικά γυμνά του Μιχαήλ Άγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα. Ύστερα τα γούστα μου έγιναν πιο «λαϊκά», όπως το εξώφυλλο ενός νεαρού ημίγυμνου άντρα στη Μάσκα –περιοδικό αστυνομικών περιπετειών και μυστηρίου.

Δεν έζησα αυτό που λένε οι διάσημοι συγγραφείς, να πίνουν το αψέντι, να καπνίζουν αρειμανίως, να οδεύουν με πόρνες… Εγώ ζούσα τον έρωτα αλά Τόμας Μαν, α λα «Γέφυρα των Στεναγμών»… Ήμαστε πολυμορφικά όντα και πολύ ερωτικά όντα. Το ερωτικό για μένα είχε πάντα κάτι το μυθικό. Ακόμα και το πιο σκοτεινό… Ήταν ιστορίες που τις μετέπλαθα. Τους έδινα μια άλλη διάσταση και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Δεν με περιόριζε το κορμί του άλλου, δεν ήταν το κορμί που είχε σημασία όσο η ιστορία που δημιουργούσα εγώ με αυτό το κορμί. Έτσι γεννιέται ο Μύθος.

Περιγράφω όλα τα ωραία που μου συνέβησαν, αλλά όλα τα πράγματα έχουν ένα τίμημα. Και το τίμημα είναι πάντα πάρα πολύ μεγάλο. Μπορείς να το αντέξεις, προχωρείς, δεν μπορείς… δεν κάνεις τις επαναστάσεις σου. Είναι το πώς παρουσιάζεις τα πράγματα που έχει σημασία, η ζωγραφική μου και τα γραφτά μου δεν ήταν ποτέ ούτε χυδαία ούτε πορνογραφικά, απέπνεαν μια φινέτσα. Υπάρχει μια τραγική και σκοτεινή πλευρά, την οποία τώρα κοιτάζω από απόσταση και τη διακωμωδώ. Βλέπω τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Κάθε τέλος μιας ερωτικής ιστορίας, νόμιζα τότε ότι ήταν το τέλος του κόσμου, ότι το μόνο που μου απομένει ήταν η αυτοκτονία. Και μετά κατάλαβα ότι το τέλος κάθε ιστορίας ήταν η αρχή μιας άλλης υπέροχης ιστορίας.

Όταν ήμουν στο Λονδίνο ασχολήθηκα πάρα πολύ με τα κινήματα των γκέι και τα φεμινιστικά, εύρισκα ότι και τα δυο ήταν συνυφασμένα κάτω από ένα καταπιεστικό ανδροκρατούμενο σύστημα. Όταν ήρθα πίσω στην Κύπρο, ήμασταν σε μια εποχή συντηρητισμού και δύσκολη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η επανάστασή μου άρχισε και συνεχίστηκε με μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά. Η ιστορία αυτή με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανος και φυσικά επαναστάτης. Τι πιο ωραίο και πιο ρομαντικό από το να αντιμετωπίζω την ίδια την κοινωνία; Όλα όμως έχουν το τίμημά τους. Αυτό το έμαθα πολύ αργότερα…

Οι πόλεις έπαιξαν έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη ζωή μου. Η Αλεξάνδρεια υπήρξε σημαντικός σταθμός, η μοντέρνα Αλεξάνδρεια! Ένας Αιγύπτιος, ο οποίος είναι και μεταφραστής από τα ελληνικά στα αραβικά, όταν διάβασε τα βιβλία μου είπε: «Ανδρέα είσαι από τους ελάχιστους δυτικούς συγγραφείς που βλέπεις την Αλεξάνδρεια μέσα από τα μάτια μιας σύγχρονης Αλεξανδρινής οικογένειας Μωαμεθανών και όχι με τα μάτια του ʼ30». Μέσα από αυτήν την εμπειρία, έμαθα πάρα πολλά πράγματα και μπορώ να πω ότι με συγκίνησε η αντίληψη που έχουν της δικαιοσύνης και της υπευθυνότητας. Ξεπέρασα τις προκαταλήψεις που έχουμε για τη διαφορετικότητα της θρησκείας. Στο σαλόνι μου συνυπάρχουν η Βίβλος και το Κοράνι.

Τα βιβλία μου είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό και με κάθε βιβλίο προστίθενται καινούργιες ψηφίδες. Οι πρωταγωνιστές εξελίσσονται και φανερώνουν μίαν άλλη όψη των πραγμάτων. Όταν μπουν στη θέση τους οι ψηφίδες, ιστορούνται σημαντικά γεγονότα του 20ού αιώνα, της Κύπρου του ʼ40 και ʼ50, της Αθήνας του ʼ60, των Παιδιών των Λουλουδιών, της πτώσης του τείχους στο Βερολίνο, της Αλεξάνδρειας πριν την επανάσταση… Και όλα αυτά μέσα από την πορεία ενός νέου ανθρώπου ούτε ομοφυλόφιλου ούτε ετεροφυλόφιλου. Ο ήρωας του βιβλίου είναι πέρα από τον μύθο του σεξουαλικού προσανατολισμού γιατί μπορεί να δει το ερωτικό, το σεξουαλικό, μέσα σε ένα πλούσιο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Και είναι τούτο που τον φέρνει πιο κοντά στην αυτογνωσία.

Είμαι κλασικός και στα βιβλία μου και στη ζωγραφική μου, είμαι κλασικός και ας πουν ότι είμαι ντεμοντέ. Είμαι ντεμοντέ και το χαίρομαι. Απολαμβάνω τη γραμματική της ζωγραφικής. Απολαμβάνω τη γραμματική των λέξεων, μπορεί ένα κεφάλαιο να το δουλέψω ατέλειωτες ώρες μέχρι να βγάλω το αποτέλεσμα που θέλω. Πού είναι η ομορφιά της γλώσσας μας, την οποία έχουμε κατακερματίσει!

Η αλήθεια είναι ευάλωτη. Αν δεν είσαι ευάλωτος δεν λες αλήθειες.. Η αλήθεια είναι το να είσαι εσύ ο στόχος αυτού που γράφεις, δηλαδή να ρίχνω τα βέλη μου εντός μου. Και να βγαίνουν προς τα έξω, ειδάλλως δεν είσαι τίποτε. Τι ανακάλυψα; Ότι για όλα τα πράγματα γελώ και γελώ και γελώ και γελώ… Για μένα η ζωή είναι μια grand όπερα. Το ωραίο είναι ότι όσο μεγαλώνεις το καταλαβαίνεις αυτό το θέατρο, το απολαμβάνεις σαν παράσταση, αλλά είσαι και παρατηρητής, δεν είσαι πλέον ο ηθοποιός του δράματος. Τη σκηνοθέτησα τη ζωή μου. Χωρίς όμως να είμαι ψεύτης. Η μαγεία ερχόταν από μόνη της. Και η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, δεν προσδιόριζα εγώ τα πράγματα, εγώ τα έκανα πιο πλούσια, τους έδινα μια άλλη διάσταση. Έφτιαχνα τη δική μου «Μυθολογία» και δίχως αυτήν τη «Μυθολογία» δεν θα μπορούσα να φτιάξω την Τέχνη μου και τη συγγραφή μου.

Φοβάμαι τη μοναξιά, ίσως να με τρομάζει το γεγονός να μείνω εντελώς μόνος, να μην έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου να με κοιτάξει. Πώς να μην έχεις φοβίες και ανησυχίες για το αύριο. Από την άλλη, όμως, λέω κιόλας, ξέρεις Αντρέα, c’est la vie. Αυτή είναι η ζωή, πρέπει να την αντιμετωπίσεις με την αισιοδοξία σου, με τη δύναμη σου, ακόμη και να βγεις στη Λήδρας να ζητιανεύεις, να τραγουδάς… Πρέπει να πούμε και κάτι άλλο, όταν ο Άγγελος του Κυρίου έρθει και σου πει «τι έκανες στη ζωή σου με τα δώρα που σου έδωσα» και του απαντήσεις «τίποτα», θα πας στην Κόλαση. Όταν του πεις, όμως, «προσπάθησα να κατανοήσω ό,τι μου έδωσες, χόρεψα, ερωτεύτηκα…», θα πας στον Παράδεισο. Λέω και ʼγω για τον θάνατο… Ή δεν θα υπάρχει τίποτα, μια πλήρης σιωπή, ή θα πάω στον Παράδεισο.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων, στις 25.5.2025, κατά την τελετή απονομής του βραβείου «Στασινός» στον Ανδρέα Καραγιάν για τη ζωγραφική και συγγραφική του προσφορά.] 

Κύλιση στην κορυφή