Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα[1]. Ξένη, όπως οι σημερινές τοποθεσίες που βρίσκεις φωτογραφημένες σε παλιές, ξεθωριασμένες καρτ-ποστάλ: αναγνωρίζεις το μέρος, μπορείς και σήμερα να πας εκεί, αλλά δεν θα πας ποτέ εκεί. Όπως ήταν τότε,και όπως ήσουν τότε.
Η ξένη χώρα όπου γεννήθηκα εγώ ήταν γεμάτη φόβους. Παντοδύναμους, κι αόρατους. Όσα είχα μπροστά μου, όσα μπορούσα να δω και να πιάσω, έμοιαζαν άφθονα, ασφαλή, δεδομένα και εγγυημένα: στέγη, φαγητό και νερό, σόμπα που μας ζέσταινε (λίγο αργότερα, καλοριφέρ), γονείς και συγγενείς ολόγυρα παρόντες, γείτονες, μαγαζιά, αυτοκίνητα στους δρόμους, γενέθλια και Χριστούγεννα και ηλιόλουστα καλοκαίρια. Όλα εκεί, δικά μου, όμως όλα επισφαλή· ήξερα ότι από τη μια στιγμή στην άλλη όλα μπορούσαν να χαθούν και να μείνω χωρίς τίποτα, και μια άγνωστη, αδιανόητη φρίκη να γίνει η νέα μου πραγματικότητα. Μεγάλωσα με τους φόβους εκείνης της ξένης χώρας που με έθρεψαν και με σημάδεψαν και, όπως συμβαίνει με τους στοργικότερους γονείς, μετά με έστειλαν στον κόσμο για να κάνω τη δική μου ζωή. Απορρίπτοντάς τους.
Γεννήθηκα το 1957 στην Αθήνα, στο κέντρο της πόλης. Σε μια μονοκατοικία, στο ισόγειο της οποίας κατοικούσε ένας ευγενικός κύριος που, όποτε συναντιόμασταν στην είσοδο, μας χαιρετούσε εγκάρδια με έντονη ξενική προφορά. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πως είχε ξεμείνει εδώ, ένας από τους πολλούς Γερμανούς που είχαν επιτάξει το σπίτι στην Κατοχή. Τόσα και τόσα είχαν ξεμείνει, εδώ: στην ξένη χώρα όπου γεννήθηκα, το παρελθόν ήταν νωπό σαν φρεσκοβαμμένη μπογιά. Ό,τι είχε συμβεί πριν δέκα-δεκαπέντε χρόνια κυκλοφορούσε ακόμα στους δρόμους μας και σερνόταν ψιθυρίζοντας προειδοποιητικά στα σπίτια μας –και γι’ αυτό, στην ξένη εκείνη χώρα των παιδικών μου χρόνων, τα κάναμε όλα αλλιώς. Είχαμε υποχρέωση να είμαστε άγρυπνοι, και προνοητικοί, και έτοιμοι. Να προβλέπουμε τους κινδύνους και να οργανώνουμε την άμυνά μας.
Νωρίς, έμαθα να αναγνωρίζω τους συναγερμούς: όπως, όταν γίνονταν διαδηλώσεις στους παραδίπλα δρόμους και πολιτικές αναταραχές, και ο πατέρας μου αμέσως γέμιζε την μπανιέρα μας με νερό. «Μα γιατί τη γεμίζουμε;» ρώτησα μια, την πρώτη φορά. «Γιατί μπορεί να μας κόψουν το νερό», μου απάντησε. (Η μπανιέρα έμενε γεμάτη μέχρι «να ησυχάσουν τα πράγματα» και να μπορέσουμε και πάλι να πλυθούμε κανονικά.) Μάντευα τους συναγερμούς από τον καλυμμένο τρόμο στο πρόσωπο της μητέρας μου –όπως όταν επί μέρες καθόταν κολλημένη δίπλα στο ραδιόφωνο, στο οποίο επαναλαμβάνονταν οι για μένα άγνωστες λέξεις «Κούβα» και «Κρίση Πυραύλων»· μάντευα ότι ο κόσμος μπορούσε ανά πάσα στιγμή, με ένα μπαμ, να εξαφανιστεί. Καταλάβαινα ότι υπήρχαν πράγματα που δεν ήξερα αλλά που έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να ζω με την πιθανότητά τους: όπως όταν, αρνούμενη να φάω κάτι που δεν μου άρεσε, η εξαιρετικά τρυφερή γιαγιά μου με κοίταξε με μάτια αίφνης ατσάλινα και μου είπε με πρωτοφανή αγριότητα, «Δεν ξέρεις τι θα πει πείνα!» Καταλάβαινα ότι υπήρχαν πράγματα που ήταν «απίθανο» να γίνουν, και όμως γίνονταν: όπως εκείνο το πρωί που κάποιος φώναξε από το διπλανό μπαλκόνι τη λέξη «Δικτατορία», και κάποιος άλλος απάντησε «Αποκλείεται, δεν γίνονται αυτά!» και μετά κάποιος τρίτος είπε, πιο σιγά, «Σουτ, είναι αλήθεια. Δικτατορία».
Μάθαινα και καταλάβαινα ότι τα απίθανα μπορούν να γίνουν.
Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα όπου κάναμε τα πράγματα αλλιώς και σ’ εκείνη την ξένη χώρα τα παραμύθια μας ήταν τρομακτικά. Μέσα από βιβλία παλιά, με σελίδες από χαρτί λεπτό και διάφανο σαν φτερά πεταλούδας και ζωγραφιές που, μόνο πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα πως ήσαν μικρά αριστουργήματα, μού διάβαζαν παραμύθια όπου μάγισσες έτρωγαν μικρά παιδάκια, δράκοι έκαιγαν χωριά και γίγαντες καταπλάκωναν πόλεις, βασίλισσες δηλητηρίαζαν τροφές και έσπερναν θανατερές αρρώστιες, και παντού υπήρχαν κακά δαιμόνια με μοναδικό σκοπό ύπαρξής τους το να με βλάψουν. Τα παραμύθια εκείνα τα άκουγα και μετά τα διάβαζα μόνη μου (χρωματίζοντας, και συνεπώς καταστρέφοντας, τις ζωγραφιές), με χαρά. Και αποδοχή. Και ένα είδος γαλήνης. Μεγάλωσα με αυτά και τα αγάπησα όσο τίποτε άλλο, μαθαίνοντας για το κακό: ότι υπάρχει, και ότι ο κόσμος είναι άδικος αφού υπάρχει, αλλά και δυνητικά υπέροχος αφού, δυνητικά, υπάρχουν τρόποι για να γλιτώσουμε απ’ αυτό.
Και μετά, όπως όλοι οι νέοι γύρω μου, μια μέρα αποφάσισα ότι ο δικός μου γενναίος καινούργιος κόσμος θα ήταν διαφορετικός από τον παλιό και όσα μου είχαν πει. Μα τι νόημα είχαν οι αστείοι φόβοι τους; Αφού δεν μας έκοψαν ποτέ το νερό· αφού ποτέ δεν έγινε πυρηνικός πόλεμος και ποτέ δεν πείνασα. Δεν υπάρχουν δράκοι, δεν υπάρχουν θανατερές αρρώστιες κι εισβολείς που παίρνουν το σπίτι σου, και κανένας δεν γκρεμίζει χωριά και δεν διαχέει δηλητήρια. Χαμογελούσα με ανωτερότητα: αυτά δεν γίνονται πια. Ήμασταν η γενιά της αφθονίας, των διεθνών ισορροπιών, της εγνωσμένης ειρήνης· η τυχερή γενιά, η χορτασμένη κι υποψιασμένη ώριμη νέα γενιά που επιτέλους έμαθε και δεν θα έκανε τα ίδια λάθη. Θα δοκιμάζαμε θαυμάσιες καινούργιες εμπειρίες και θα επινοούσαμε θαυμάσιες καινούργιες επιλογές που κανένας ως τότε δεν είχε σκεφτεί. Ήμασταν η γενιά που τίναξε από τους ώμους της σαν πιτυρίδα το φοβικό παρελθόν και, όταν ήρθε η ώρα να κάνουμε δικά μας παιδιά, τα ελευθερώσαμε από όλα όσα (ω, η χορωδία των ψυχολόγων!) ακρωτηριάζουν ευαίσθητες ψυχικές ισορροπίες με ανασφάλειες, ψαλιδίζουν προσωπικότητες και γεμίζουν τα ντιβάνια των αναλυτών. Η ύπαρξη του κακού, η πιθανότητά του, απομακρύνθηκε με μεθόδους απαλές κι αρωματισμένες σαν αποσμητικά χώρου –και τόσο αποτελεσματικές, που κατάφεραν να καλύψουν και την πραγματικότητα. Ο κακός λύκος είναι πια ένας παρεξηγημένος κι υπάρχει μια νέα γενιά που δεν ξέρει ότι τα αμέτρητα παιχνίδια μπορεί μια μέρα να μην υπάρχουν, και τα φαγητά που μας αρέσουν, και όλα τα φαγητά· και ότι τα απίθανα μπορούν να γίνουν. Κι αν κάτι μαντεύει κρυμμένο κάτω από τις δικές μας σιωπές (και το μαντεύει), αυτό είναι ακόμα πιο τρομακτικό.
Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, δεν κατοικούμε πια σ’ αυτήν, όμως μας συνορεύει· είναι γειτονική. Μπορούμε, ίσως, να συναλλασσόμαστε μαζί της και ν’ ανταλλάξουμε κάποια προϊόντα –ίσως, επωφελώς. Κυρίως, γιατί όσο κι αν αλλάζουν τα τοπία δεν αλλάζουν και τόσο πάρα πολύ, και η χώρα στην οποία ζούμε τώρα, το τοπίο έξω από τα παράθυρά μας, μάλλον θα ωφεληθεί αν εισάγει επειγόντως την πραγματικότητα: την επίγνωση ότι υπάρχουν ακόμα θανατερές αρρώστιες κι εισβολείς που παίρνουν το σπίτι σου και γκρεμίζουν χωριά και πόλεις και διαχέουν δηλητήρια. Θα ωφεληθούμε αν μάθουμε στα παιδιά μας ότι το κακό μπορεί να συμβεί και είναι καλύτερα να το έχουμε υπόψη μας όταν σκεφτόμαστε, και αποφασίζουμε, και δρούμε.
Κι όσο για το νερό στην μπανιέρα, υπερβολή βέβαια, δεν θα μας το κόψουν. Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, το κόψαμε μόνοι μας. Εκείνος ο δράκος που στέρευε όλες τις πηγές, μάλλον νίκησε.
[1] «The past is a foreign country: they do things differently there.» L.P. Hartley, Ο Μεσάζων, 1953.

