Σίγουρα, μα τι λέω, σιγουρότατα, η μάμμα μου (το δεύτερο μί τονισμένο με συμπυκνωμένη τρυφερότητα), η κοκώνα Θεοδώρα Χρίστου από το Πέλλα Πάης, με αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο. Ίσως γιατί μια επιδημία πολιομυελίτιδας που ξέσπασε ξαφνικά στη μικρή μας πόλη με άφησε κουτσή. ΄Η πάλιν ίσως, γιατί γύρω στα δεκατρία μου, από μια επιδημία τύφου κόντεψα να πεθάνω. Η μάμμα μου τότε έπεισε τον πατέρα μου να φέρει από τίς Αθήνες έναν διάσημο παθολόγο, τον γιατρό Λεωνίδα Μιλτιάδους. Αυτός, μόλις είδε τη μεταξένια και λυρική αδελφή μου την Χαριτίνη, κοιτάζοντάς την συνέχεια, μου έβαλε στη γλώσσα ένα θερμόμετρο. Όταν είδε πως δεν είχα πυρετό, ζήτησε να πιει νερό. Και ύστερα, κοιτάζοντας τον πατέρα μου ξεδίπλωσε την ψυχή του λέγοντας σοβαρά, «κύριε, δεν μπορώ να φανταστώ την υπόλοιπη ζωή μου χωρίς να ’χω δίπλα μου αυτό το υπέροχο πλάσμα. Μου δίνετε το χέρι της κόρης σας;»
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ
Ο πατέρας μου, ο έντιμος, ο αθώος μου πατέρας! Τον θυμούμαι πολύ καλά. Εργαζόταν στο Κτηματολόγιο, αργούσε να σχολάσει γιατί συνήθως έκανε και τη δουλειά των άλλων, δούλευε και τις αργίες παρά τις διαμαρτυρίες τής μάμμας μου. Ακούω ακόμα τις φωνές της. «Τι νομίζεις; Θα σου κάμουν άγαλμα; Καημένε μου, καημένε μου…» Και η περιφρόνηση (αχ αυτή η περιφρόνηση), έσταζε από το στόμα της πικρή σαν δηλητήριο.
Ο έξυπνος καλός μου πατέρας! Eίχε τελειώσει το σχολείο των φτωχών, την Αγγλική Σχολή, που ίδρυσε η αγγλική Κυβέρνηση. Ήξερε καλά αγγλικά, μιλούσε και έγραφε άπταιστα τα τούρκικα. Μόλις αποφοίτησε βρήκε αμέσως δουλειά στο Κτηματολόγιο. Toυ άρεσαν πολύ τα βιβλία. Προτού κλείσω τα 17 είχα διαβάσει πολλά βιβλία του Ντοστογιέφσκι, του Παπαδιαμάντη, του Τολστόι πού ήταν στη βιβλιοθήκη του πατέρα. Τον είχα ταυτίσει στο νεανικό μυαλό μου με τον Αμνό του Θεού, τον γλυκύτατο Αλιόσα. Τώρα που το σκέφτομαι, θυμούμαι τον πατέρα μου πάντα σκυμμένο, υποταγμένο σε κάποιο αόρατο καθήκον, ανήσυχο για κάτι άγνωστο. Ένιωθα πως ήταν απαρηγόρητος γι’ αυτό που δεν ήξερε, ήθελε όμως με πάθος να καταλάβει. Όταν πληρωνόταν –μόνο εγώ το ήξερα, μόνο εμένα εμπιστευόταν– άφηνε από τον μισθό του 2, 3 λίρες, με κάθιζε στο ποδήλατό του και κατηφορίζαμε χαρούμενοι στο βιβλιοπωλείο του κυρίου Χατζηλαμπή.
Μα η προσοχή πάει τώρα στη σαγηνευτική, βελούδινη αδερφή μου. Η ερώτηση έμεινε σαν βαθιά απορημένη να αιωρείται στον αέρα, «μου δίνετε το χέρι της κόρης σας;»
Η σιωπή, ανελέητη, βιαστική διακόπτεται από τη φωνή της μάνας μου:
«Κύριε, η Χαριτίνη μας μόλις έκλεισε τα 18 και δεν έχει προίκα».
Η απάντηση άμεση, ανακουφιστική.
«Δεν χρειάζεται προίκα, κυρία».
Κατάλαβα. (Πώς διάβαζα την ψυχή της μάνας μου – έκανε γρήγορα έναν υπολογισμό, η κουτσή, η αδικημένη της κόρη, θα ’παιρνε προίκα το εφάπαξ του πατέρα– μπορεί να κτίσει ένα σπίτι, ω, σίγουρα το αδικημένο της πλάσμα θα ’βρισκε τον δρόμο του… θα βρισκόταν ένα φτωχό, αλλά τίμιο παλληκάρι και θα την πάντρευε… ναι… ναι… ας πήγαινε στο καλό η μεγάλη της κόρη. Την αγαπούσε, μα αυτή είχε προίκα τα τριανταφυλλένια της νιάτα και έναν μαγεμένο Λεωνίδα…)
Έτσι, η Χαριτίνη μας στρίμωξε τη ζωή της, τα ανθισμένα νιάτα της και τα όνειρά της σε μια βαλίτσα και έφυγε για την Αθήνα, με τον Λεωνίδα της.
Μείναμε μόνοι.
Το σπίτι σαν να μην ανάπνεε, σαν να μαζεύτηκε στον εαυτό του, σαν να μαράζωσε. Τις νύκτες κάποτε το άκουα να τρίζει και ένιωθα πως ήθελε να με παρηγορήσει για κάτι. Από το δωμάτιο των γονιών μου άκουα τη θυμωμένη φωνή της μάνας μου «πού χάθηκε έτσι η ζωή μου, εγώ δεν είχα όνειρα;»
Και ύστερα η σιωπή και το βαθύ σκοτάδι.
Κι εγώ; Σαν βάλσαμο έφταναν στ’ αυτιά μου τα λόγια του κυρίου Χατζηλαμπή… «Αχ κύριε Γιάννη μου. Σήμερα το πρωί παρέλαβα, φρέσκο-φρέσκο, το σπουδαίο έργο του Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και Τιμωρία. Μεταφρασμένο από τον γίγαντα Παπαδιαμάντη. Μόνο τρεις λίρες, κύριε Γιάννη μου, αν θέλεις με δόσεις…». Οι φωνές δυνάμωναν, με ξεκούφαιναν, σχεδόν δεν ανάπνεα, μα η φωνή της μάνας μου όλο ανέβαινε και ο θυμός την έπνιγε, «δεν σκεφτόταν ότι είχε άρρωστο παιδί; Τα χρέη τα σκέφτηκε; Πόσους μήνες έχουν να δώσουν στη δόση του σπιτιού; Θα τους πάρουν το σπίτι και πού θα μείνουν; το σακατεμένο κορίτσι τους πού θα καταντούσε; Αχ, τί έφταιξε στη μάνα της και την πάντρεψε με τον γιο της πουτάνας τής Αθηνούς, που άφησε τον άντρα της και έβγαζε τα μάτια της με τον Τούρκο τον Χαλίλ μπέη από το Καζάφανι, μέσα στα χωράφια;»
Έπεσε ξαφνική σιωπή. Η λέξη «Τούρκος» ξεχώρισε μόνη της και άπλωσε σαν απειλή, σαν κατάρα. Εγώ αγαπούσα πολύ την στετέ Αθηνού. Είχε ωραία στρογγυλά καφέ μάτια και μεγάλα βυζιά που κουνιόνταν πέρα δώθε. Όταν μ’ αγκάλιαζε, τα ένιωθα σαν κάτι φιλικό, σαν κάτι ζωντανό που μ’ αγαπούσαν και τ’ αγαπούσα. Συμπαθούσα και τον Χαλίλ μπέη. Όταν με συναντούσε πάντα με την στετέ, έβγαζε από την πλισεδωτή βράκα του ένα λίζο και μου τό ʼδινε.
Και ξαφνικά η σιωπή έγινε ασήκωτη, τίποτε δεν ερχόταν από την πλευρά του πατέρα. Έμεινε εκεί σαν σωριασμένος, σαν πολύ πληγωμένος, ανάσανε βαριά, κάτι σαν υγρό κατηφόρισε από το μάγουλό του. Ένα δάκρυ. Έκλαιγε εκεί σιωπηλά για όσα ονειρεύτηκε και έμειναν μόνο όνειρα, για το ωραίο κορίτσι του που προτίμησε να φύγει μακριά του, και για την πουτάνα τη μάνα του που έβγαζε τα μάτια της στα χωράφια μ’ έναν Τούρκο, αχ με έναν Τούρκο…15 Δεκ

