Γράφω αυτές τις γραμμές ενώ η χώρα καίγεται. Μαζί, καίγονται και ξερόχορτα της λογικής μου· στο facebook και στο twitter διαβάζω σχόλια ανείπωτης κακοήθειας για όσους είναι χωμένοι μέσα στις φλόγες προσπαθώντας να σώσουν ζωές και περιουσίες, και ανείπωτης παράνοιας: φταίνε ξένοι πράκτορες, θέλουν πρόωρες εκλογές, ποια κλιματική αλλαγή, το κάνουν για τις ανεμογεννήτριες κ.λπ. Την ίδια στιγμή κοκαλώνω μπροστά σε μια φωτογραφία που «παίζει» παντού, με πυροσβέστες της περιοχής των Αφιδνών ξαπλωμένους κατάχαμα στο μπετόν να κοιμούνται παραδομένοι στην απόλυτη εξάντληση εκείνων που τα έχουν δώσει όλα, τα έχουν δει όλα.
Τα έχουμε δει κι εμείς, κατά κάποιον τρόπο, όλα. Γιατί όλα μπορείς να τα δεις στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ): πληροφόρηση και παραπληροφόρηση (με μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα που δεν θα πρασινίσει ποτέ, καθώς η ταχύτητα της διάδοσης είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη βραδύτητα που απαιτείται για τον έλεγχό της), πολιτική και παραπολιτική, φιλία και «φιλία», συζήτηση και δημαγωγία, ναρκισσισμό και ενσυναίσθηση, διαδικτυακές «επαφές» που αναπτύσσονται σε αληθινές σχέσεις και το δηλητηριώδες αντίστροφό τους. Όλα σ’ αυτόν τον περίεργο, πανίσχυρο αλλ’ ανεξέλεγκτο, πυκνότατο αλλ’ αναξιόπιστο ιστό μέσα στο οποίο πηδάμε οι περισσότεροι χωρίς απολύτως κανένα δίχτυ ασφαλείας, αν και τον αποκαλούμε «δικτύωση».
Κεντρικό χαρακτηριστικό κάθε δημοκρατίας, ξέρουμε, είναι η λήψη αποφάσεων με συμμετοχή των πολιτών. Έτσι μας έμαθαν για το καλύτερο πολίτευμα του κόσμου, αλλ’ ίσως εδώ θα έπρεπε πια να μπει ένας αστερίσκος: γιατί ποια ακριβώς είναι η συμμετοχή του πολιτικού σώματος που είναι τώρα ο πληκτρολογών λαός; Συμμετέχει όντως στη δημοκρατική διαδικασία με τα ενθουσιώδη ή οργισμένα ή προγραμματισμένα του λάικ στα πληρωμένα τρολς και μποτς που κάνουν επιχειρησιακή συγκομιδή ψηφιακών αλλά και πραγματικών ψήφων, αλλά και στους συν-χρήστες του που «λένε, απλώς, τη γνώμη τους»;
Εν αρχή ην η πραγματικότητα, αλλά όχι πια. Τώρα η πραγματικότητα είναι ένας τεράστιος μπουφές απλωμένος στην οθόνη μας, από τον οποίο δεν έχουμε παρά να διαλέξουμε ό,τι μας πάει καλύτερα σαν γεύση. Είναι περιττό να απαριθμήσουμε περιπτώσεις μαζικής κι ολέθριας αποκοπής απ’ αυτήν: αρκούν οι λέξεις «Τραμπ» κι «αντιεμβολιαστές», έτσι για μεζέ. Τώρα (επικαλούμενοι τη γνωστή ρήση του Ντ. Μόινιχαν) δικαιούμαστε όλοι να έχουμε όχι μόνο τη δική μας γνώμη αλλά και τα δικά μας δεδομένα.[1]«Everyone is entitled to his own opinion, but not to his own facts. » Daniel Patrick Moynihan. «Από την ώρα που μια όλο και ευρύτερη ομάδα συμπολιτών χρησιμοποιεί κάποιο ΜΚΔ ως κύριο ή και μοναδικό κανάλι επικοινωνίας με τον κόσμο των ειδήσεων, η σχέση με την πραγματικότητα αλλάζει. Αυτό που καταναλώνει δεν είναι διαφορετικές, εναλλακτικές ή συγκρουόμενες αφηγήσεις της πραγματικότητας, αλλά εκδοχές συναισθηματικής αντίδρασης των χρηστών σε αυτό που εκείνοι αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα. Δεν είναι ειδήσεις, αλλά συναισθήματα. Ζούμε την εποχή της Διαρκούς Συγκίνησης»[2]Π. Τσίμας, εφ. Τα Νέα, 26.6.2021.. Και η συγκίνηση δεν είναι βέβαια κακό πράγμα, μπορεί μάλιστα να είναι και ευεργετική όταν πλατσουρίζει στα οικεία νερά της, λ.χ. στους ωκεανούς της Τέχνης. Στον δημόσιο λόγο και την άσκηση πολιτικής όμως, γνωρίζουμε από πικρή πείρα (λέγε με και λαϊκισμό) ότι λειτουργεί ως προσάναμμα που λαμπαδιάζει υπέροχα αφανίζοντας Αμαζόνιους λογικής και ψυχραιμίας. «Πριν από την εποχή του Διαδικτύου και των ΜΚΔ η ιδέα ότι η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζορτζ Σορός διοικούσαν ένα παγκόσμιο δίκτυο κανίβαλων παιδόφιλων θα είχε χαρακτηριστεί αμέσως τρέλα. Αλλά σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένου και του 50% των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ- λένε ότι πιστεύουν τέτοιες ανοησίες. Τα επιχειρήματα δεν τους νοιάζουν.»[3]Ίαν Μπουρούμα, Τα Νέα, 13-15.8.2021. Επιπλέον η «συγκίνηση» είναι και λαϊκό αίτημα: εσύ, το δημόσιο πρόσωπο, γιατί δεν συγκινείσαι; «Φαίνεται κάποιοι να πιστεύουν ότι αν δεν αναρτήσεις για τις φωτιές δεν σε ενδιαφέρουν, ενώ αν αναρτήσεις είσαι ισάξιος πυροσβέστης», δήλωσε με πίκρα η Ολυμπιονίκης Κατερίνα Στεφανίδη.
Όμως πραγματικότητα είναι και οι άλλοι –μας αρέσει δεν μας αρέσει. Το περίφημο reality check. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να τσεκάρεις πού ζεις και ανάμεσα σε ποιους, από τα ΜΚΔ. Ο φιλόσοφος Ισάια Μπερλίν έλεγε ότι έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον να διαβάζει τι έλεγαν οι εχθροί του παρά οι υποστηρικτές του. Γιατί οι υποστηρικτές λένε εκείνα με τα οποία ήδη συμφωνείς και αυτό, για όσους δεν αρκούνται στην αυτο-επιβεβαίωση, μοιάζει με αυτο-ικανοποίηση. Άνθρωποι με παρόμοιες αντιλήψεις δημιουργούν «θαλάμους αντήχησης»[4]Γιώργος Πλειός, Τα Νέα, 9.8.21.. Το να παραμένουμε στον περίκλειστο χώρο των δικών μας ιδεών είναι κι αυτός ένας τρόπος να κλείνουμε έξω την πραγματικότητα. Στα ΜΚΔ πολλοί αναμασούν ηδονικά μαζί με ομοϊδεάτες τις πεποιθήσεις τους, ενισχύοντας έτσι τις προκαταλήψεις τους και «μπλοκάροντας» οποιαδήποτε αμφισβήτηση –ακόμα και ενδεχόμενα ευεργετικούς προβληματισμούς. Ο μπουφές είναι τεράστιος και σίγουρος: αν ξέρεις τι θέλεις, το τσιμπάς και χόρτασες.
Τα όρια ακυρώνονται, οι γραμμές θολώνουν: ποιος είναι ο ειδικός; Όλοι. Όλοι έχουν γνώμη και η γνώμη είναι φυσικά υπέρτατο δημοκρατικό δικαίωμα, όμως από δικαίωμα γίνεται και υποχρέωση (τόσοι πολλοί «αισθάνονται την ανάγκη» να αποφανθούν επί πάντων), και από υποχρέωση, επιβολή. Γιατί αν δεν συμφωνείς με μένα είσαι απέναντί μου, και τότε η γνώμη μου γίνεται πογκρόμ και θα σε λιντσάρω.
Α, το διαδικτυακό λιντσάρισμα. Όποιος δεν το έχει υποστεί δεν μπορεί να αντιληφθεί το πλήρες μέγεθός του. Ξεκινά από λίγους, από μια συντονισμένη «αγανάκτηση», από ένα hashtag. Μετά το κύμα φουσκώνει αφρίζοντας την οργή εκείνων που δεν θα καταλάβουν ποτέ περί τινος ακριβώς πρόκειται –στα ΜΚΔ κανένας δεν θα σε υποχρεώσει να διαβάσεις ένα κείμενο μέχρι τέλους, αρκεί ένας ωραίος εύκολος τίτλος και μαζί ένας θυμός για τους φόρους, την ανεργία, την ερωτική απραξία –τη ζωή του καθενός. Το κύμα απλώνεται, φτάνει στην ακτή των ανύποπτων, ξεβράζει αφρούς και σκουπίδια, πόσα σκουπίδια. Και δεν ησυχάζει παρά αφού έχει σκεπάσει κάθε αμφιβολία, κάθε αλήθεια, αφού έχει γίνει η νέα παραλία, το νέο τοπίο, το νέο «γεγονός».
Κάποιοι κουραστήκαμε. Κουραστήκαμε με τον σχολιασμό των πάντων, την αδιάκοπη ψηφοφορία για όλα, την χωρίς δισταγμό γνωμάτευση κάθε άσχετου. Και η κόπωση βλάπτει τη δημοκρατία. Ας σταματήσουν, ψιθυρίζω διαβάζοντας τις «πληροφορίες» του καθενός που ξέρει καλύτερα, ας σωπάσουν επιτέλους. Όμως υπάρχει και κάτι άλλο. Υπάρχουν και οι ενημερώσεις και o συντονισμός για ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια, για ζώα που χάθηκαν, για σημεία και τρόπους για να βοηθήσει κανείς. Και μετά οι ενημερώσεις για ανθρώπους και ζώα που βοηθήθηκαν, βρέθηκαν και σώθηκαν, για την απίστευτη συμμετοχή και αρωγή του κόσμου. Υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό το πυκνοϋφασμένο δίχτυ της ανθρωπότητας που είναι στ’ αλήθεια δίχτυ ασφαλείας, το ύστατο και πιο ανθεκτικό για τις στιγμές εκείνες που κάποιοι πηδούν στο κενό, ενώ πίσω τους τρέχουν οι πραγματικές φλόγες ή πλημμύρες, οι αληθινοί σεισμοί, ο ρατσισμός, ο πόλεμος, ο κίνδυνος, ο θάνατος. Το δίχτυ αυτό λειτουργεί, λειτουργεί τόσο συχνά ώστε να αξίζει ν’ αντέχουμε και την κακοήθεια, το δηλητήριο, την εγκληματική ανοησία που κολλάει πάνω του σαν εκείνες τις μέδουσες με τα μακριά αόρατα πλοκάμια. Το δίχτυ λειτουργεί με την αληθινή συγκίνηση όσων ευχαριστούν τους συνανθρώπους τους για έργα πραγματικά (αποδεδειγμένα), για αλληλεγγύη και σύμπραξη και αποτελέσματα (αποδεδειγμένα), για όσα δηλαδή μπορεί να καταφέρει η ανθρώπινη κοινότητα όταν συμπλέει προς έναν κοινό σκοπό.
Ποια είναι λοιπόν η νέα δημοκρατία μας; Ένας νέος τύπος άμεσης συμμετοχής στα κοινά, όπως κι αν τα αντιλαμβάνεται και τα εννοεί το κάθε πληκτρολόγιο; Μια καινοτόμα δημόσια αγορά όπου όλοι μπορούν, ανέξοδα κι ατιμώρητα, να ρητορεύουν, να δημαγωγούν, να υβρίζουν, να πουλούν τις πραμάτειες τους, να υμνούν, να δυσφημούν ή να εμπνέουν; Το μήνυμα βρίσκεται στο μέσο αλλά το μέσο είναι και το μήνυμα –και τελικά δεν είναι και τόσο καινούργιο, αυτό το μήνυμα: σήμερα, όπως πάντα, η δημοκρατία είναι εύθραυστη, ευάλωτη, οριακά ανυπεράσπιστη. Και εναπόκειται σ’ εμάς, τώρα όπως πάντα, είτε ξεχυνόμαστε στους δρόμους είτε σκύβουμε πάνω στην κάλπη είτε πληκτρολογούμε από τον καναπέ μας, να την προστατεύσουμε.
