It is all art; there is no art.
Anna Kornbluh,
Immediacy or, The Style of Too Late Capitalism (2023)
Le poète, conservateur des infinis visages du vivant.
René Char, Feuillets d’hypnos (83)
Γράφουμε αλλά και διαβάζουμε, είτε ως αναγνώστ(ρι)ες είτε ως επαγγελματίες αναγνώστ(ρι)ες, ως κριτικοί (όσο κι αν η διάκριση αυτή τείνει σήμερα να εξαλειφθεί, μαζί με την «αδύναμη θεωρία», ως συνέπεια του μετασχηματισμού του πολιτισμικού πεδίου στην κατεύθυνση της αμεσότητας), με τη δική μας ματιά, αλλά πάντα μέσα σε μια ιστορική συνθήκη με ιδιαίτερη πολιτισμική λογική, που διαμορφώνει ένα πολύμορφο και αντινομικό σύμπαν λόγου (και σκέψης) και μαζί τα υποκείμενά τους. Αλλά μέσα στο δομημένο αυτό σύμπαν, η λέξη –το εκφώνημα– είναι, κατά τον Μιχαήλ Μπαχτίν, πάντα διατομική και διαλογική, θεμελιωμένη στην απεύθυνση και την αποκρισιμότητα. Είναι ένα θεατρικό έργο με τρία πρόσωπα: του δημιουργού· του αποδέκτη του λόγου που θα τον σημασιοδοτήσει με την ανταπόκρισή του, μια εκδοχή της οποίας προενσωματώνεται ήδη στην απεύθυνση του λόγου· και όλων εκείνων των οποίων η φωνή αντηχεί μέσα στον λόγο του δημιουργού.[1]
Αυτές οι αντηχήσεις μετέχουν στην (πολύτροπη) κληρονομιά που δεν μας δίνεται με διαθήκη, όπως λέει ο René Char στα Φύλλα του ύπνου (62), και μας καλεί να τη νοηματοδοτήσουμε, να τη φέρουμε στο παρόν και να την εγγράψουμε στο μέλλον, με ελευθερία και ευθύνη. Κι αυτό αφορά προφανώς και τους κοινωνικούς λόγους αλλά και την ποίηση και την όποια κάθε φορά συζήτηση για την ποίηση, η οποία είναι μια συζήτηση για τον λόγο και τον κόσμο. Πολλώ δε μάλλον σήμερα, όπου ο καπιταλιστικός ρεαλισμός, στη σχέση του με τη λατρεία του νεοφιλελεύθερου, ντετερμινιστικού δεδομενισμού, αποικίζει όχι μόνο τις καθημερινές πρακτικές σε όλο το εύρος τους αλλά και το φαντασιακό και υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα του λόγου και συνακόλουθα της σκέψης – προβάλλοντας πάντα και παντού την εξάντληση του μέλλοντος ως μοναδική κι αδήριτη πραγματικότητα.
Φυσικά, η ποίηση δεν είναι ποτέ μία, ενιαία και αδιαίρετη. Στο κατά Bourdieu ποιητικό πεδίο εκφέρονται ανά πάσα στιγμή ποικίλοι λόγοι, ποικιλοτρόπως ανταγωνιστικοί. Είναι δουλειά της γραμματολογίας να κάνει σχήματα για να το περιγράψει στην πολυπλοκότητά του, αλλά η διαμόρφωσή του συναρτάται, τόσο προς τις εσωτερικές του δυναμικές όσο και προς τις σχέσεις του με τα λοιπά πεδία. Και όλα αυτά αφορούν την ποίηση γενικά, αλλά και την ποίηση της νέας χιλιετίας στην οποία θα αναφερθώ εν συντομία, ξεκινώντας από τη θέση ότι οι ποιητές και οι ποιήτριες που εμφανίζονται λίγο πριν και λίγο μετά το γύρισμα του αιώνα και οι ποιητές και οι ποιήτριες που εμφανίζονται στην περίοδο της κρίσης που συνεχίζεται και παροξύνεται ως σήμερα δεν αποτελούν ένα ενιαίο όλον. Η δε συνεξέτασή τους ως ενιαίας οντότητας συσκοτίζει την αντίληψή μας για την εξέλιξη του σύγχρονου ποιητικού πεδίου.
Στην περίπτωση των ποιητών και ποιητριών του 2000, επιβεβαιώνεται, νομίζω, η θέση του Pierre Bourdieu ότι οι λογοτεχνικές γενιές είναι κοινωνικές κατασκευές, με αναφορά στις διαμάχες του πεδίου ανάμεσα σε κυρίαρχους και νεοεισερχόμενους δρώντες. Ο Bourdieu απορρίπτει τις «γενιές επί χάρτου», όπως ονομάζει τις οριζόμενες μόνο με βάση ηλικιακά, χρονολογικά κριτήρια γενιές, η οποία εξ ορισμού δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη ομάδα ποιητών και ποιητριών: πέραν του ότι συγκαταλέγονται και φωνές που είχαν δημοσιεύσει στο γύρισμα του αιώνα, λίγα χρόνια πριν από την αλλαγή του, μετά το 2000, ποιητές και ποιήτριες γεννημένοι-ες στη δεκαετία του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 συνυπάρχουν με ποιητές και ποιήτριες γεννημένους-ες στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στη δεκαετία του ’80. Στην περίπτωση λοιπόν της γενιάς/μη-γενιάς του 2000 (αναφέρομαι στον αυτοπροσδιορισμό της ομάδας αυτής και δεν θέλω να επεκταθώ επ’ αυτού· ας δεχτούμε προσώρας για λόγους οικονομίας τη τον όρο ‘γενιά’, έως ότου αποσαφηνιστεί καλύτερα στη συνέχεια), έχει ενδιαφέρον ο τρόπος εισόδου της στη λογοτεχνική σκηνή, σε σχέση με τη διαγενεακή διαμάχη, η οποία σχετίζεται κάθε φορά τόσο με θέσεις στο πεδίο, των κυρίαρχων/παλαιών και των νεοεισερχόμενων, όσο και με το καινούργιο στην ποίηση, όπως κάθε φορά αυτό ορίζεται. Ακόμη περισσότερο, το καινούργιο, ως αιρετικό σε σχέση με μια δεδομένη παράδοση, αποτελεί κεντρικό στοιχείο της διαμάχης. Αλλά και η διαμάχη αυτή λαμβάνει κάθε φορά στις συνθήκες που περιέγραψα στην αρχή του κειμένου μου.
Η διαγενεακή αυτή διαμάχη λοιπόν στο γύρισμα του αιώνα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με κυρίαρχο ένα έντονο στοιχείο αποδοχής και ενσωμάτωσης.: οι κυρίαρχοι-ες/παλαιοί-ές στο πεδίο, ποιητές και ποιήτριες των προηγούμενων γενεών, ισχυροί-ές εκπροσώπους της γενιάς του ’70 αλλά και της β’ μεταπολεμικής γενιάς και της γενιάς του ’80, υποδέχονται ως επί το πλείστον ασμένως τους-ις νεοεισερχόμενους-ες σε αυτό, με τους-ις οποίους-ες πολύ συχνά διατηρούν και προσωπικές σχέσεις (θυμάμαι πολύ καλά, λόγου χάρη, ως ένα και μόνο στιγμιότυπο αυτής της σχέσης, τη συνάντησή μου με αρκετούς νέους ποιητές και αρκετές νέες ποιήτριες στα γραφεία του Κέδρου). Με άλλα λόγια, κάποιοι-ες κυρίαρχοι-ες τους-ις υποδέχτηκαν (όχι όλοι-ες όλους και όλες και όχι όλους-ες το ίδιο προφανώς, οι ανταγωνισμοί ρυθμίζουν και τη λειτουργία της υποδοχής), με ενθουσιασμό, τους-ις στήριξαν, τους -ις καθιέρωσαν, στο μέτρο της δικής τους ισχύος πάντοτε και στο πλαίσιο διαφορετικών δικτύων.
Η αποδοχή και η ενσωμάτωση αυτή αποτέλεσε μια στρατηγική επιλογή, σχετιζόμενη για έναν μεγάλο αριθμό καταξιωμένων ποιητών και ποιητριών με την αύξηση του συμβολικού κεφαλαίου του πεδίου, απαραίτητη σε σχέση με την ιδιαιτερότητα της ποιητικής παραγωγής στην προηγούμενη δεκαετία, τη μειωμένη δηλαδή εμφάνιση νέων ποιητών και ποιητριών – μια συνθήκη, την οποία οφείλουμε να εξετάσουμε ενδελεχέστερα, και με αναφορά στην συμπερίληψη σημαντικών, όπως αποδεικνύεται από την πορεία τους, φωνών που πρωτοδημοσίευσαν στη δεκαετία του ’90 και συγκαταλέγονται στην επόμενη γενιά – η οποία εξαρχής μόνο ενιαία δεν υπήρξε και οργανώθηκε σταδιακά, με βάση κοινές αντιλήψεις σε παρέες, γύρω από (διαφορετικά) περιοδικά, εκδοτικούς οίκους κ.λπ. Η ενσωμάτωση αυτή, όμως, προϋπέθετε, παράλληλα και εξ ορισμού, την επένδυση των νεοεισερχόμενων στο παιχνίδι του πεδίου (illusio), με παράλληλη αποδοχή των κανόνων του: οι νέοι-ες ποιητές-τριες υπόσχονταν να ανανεώσουν το πεδίο χωρίς να θέσουν υπό αίρεση τη βασική του δομή και λειτουργία – αποτελώντας, τρόπον τινά, συνεχιστές και θεματοφύλακες των επιλογών των κυρίαρχων/παλαιών.
Στο σημείο αυτό, να εξηγήσω ότι, με την αναφορά στη συνέχεια και τη διαφύλαξη, δεν υποτιμώ την ανανεωτική πνοή της γενιάς του 2000. Για την ακρίβεια, λοιπόν, δεν αμφισβητώ το καινούργιο που κάποιοι ποιητές και κάποιες ποιήτριες έφεραν στην ποίηση, ο καθένας και η καθεμία με τον (πολύ διαφορετικό) τρόπο του-ης, μέσα από διαφορετικές συνομιλίες με την παράδοση, τον μοντερνισμό και τις πρωτοπορίες ως απόληξη του ρομαντισμού, τη μεταμοντερνιστική αποστασιοποίηση, ειρωνεία και υβριδικότητα. Στο έργο των ποιητών και των ποιητριών του 2000, η αγωνία της έκφρασης, ως κατανόησης του εαυτού και του κόσμου και διαλόγου με τον άλλον, πατάει στην ποιητική (και ευρύτερα πολιτισμική) κληρονομιά και τη μεταποιεί με αναφορά στον καιρό, ατομικά και συλλογικά βιωμένο, εισάγοντας και νέα στοιχεία, όπως αυτό της διακαλλιτεχνικότητας – η διακαλλιτεχνικότητα αυτή, ωστόσο, επίσης πρέπει να εξεταστεί πιο επισταμένα, και ως προσαρμογή διαχρονικών πρακτικών στη σύγχρονη πολιτισμική λογική. Επανέρχομαι λοιπόν και διευκρινίζω ότι, όταν μιλώ για αποδοχή, ενσωμάτωση, συνέχεια αναφέρομαι στον τρόπο λειτουργίας του πεδίου – που ήδη είχε αρχίσει να κατακερματίζεται. Και ως προς το στοιχείο αυτό δεν είναι τυχαία η ισχυρή θέση στο πεδίο ποιητών και ποιητριών του ’70, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει άλλες όψεις του, που (ανα)συγκρότησαν στο πλαίσιό του μια συσσωμάτωση (και) με γενεακούς όρους και, κατά κύριο λόγο, υποδέχτηκαν θετικά τη γενιά του 2000. Το δε κομβικό στοιχείο για την θετική υποδοχή τους ήταν η πεποίθησή τους ότι οι νεοεισερχόμενοι-ες αποδέχονταν την αξία του παιχνιδιού στο ποιητικό πεδίο, την ίδια την αξία της ποίησης, αλλά και τους τρόπους λειτουργίας του συναφιού, του μετιέ. Στους τρόπους λειτουργίας περιλαμβάνω και την προσωπική σχέση με τους παλαιότερους ποιητές και τις παλαιότερες ποιήτριες, σε πλαίσιο μαθητείας και απόδειξης της αξίας – παρότι προφανώς, στην πορεία, κάποιοι ποιητές και κάποιες ποιήτριες αμφισβήτησαν τους κυρίαρχους παλαιότερους, ήρθαν σε ρήξη μαζί τους, εντός της λογικής του πεδίου όμως πάντα. Επίσης όμως περιλαμβάνω και μια σειρά από θεσμικές ανταποκρίσεις, ανακλαστικές της προσίδιας αντίδρασης του πεδίου, ως προς τη σημασία των νέων ποιητών, όπως τα βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών, αλλά και την ίδια την κριτική πρόσληψη του έργου τους, εξίσου πρώιμη όσο και διεξοδική.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η εκτίμηση των κυρίαρχων του πεδίου για τους ποιητές και τις ποιήτριες του 2000 ήταν σωστή, αποδέχονταν, ως επί το πλείστον πάντα και με ποικίλες διαφοροποιήσεις, την αξία του παιχνιδιού και τη λογική του πεδίου καθαυτό, με τους πολύμορφους πάντα ανταγωνισμούς του. Μια διάσταση της λογικής αυτής είχε να κάνει και με την αποδοχή της ύπαρξης της κληρονομιάς, και διά της απόρριψής της. Μια άλλη, με την αποδοχή της αισθητικής ως υπεράσπισης μιας αντιεργαλειακής ματιάς στον κόσμο και στον λόγο μέσα από την επεξεργασία της μορφής – ως συγκροτητικής του θέματος, του περιεχομένου (προφανώς κάτω από τις γραμμές διαβάζει κανείς εδώ τις θέσεις του Theodor Adorno για την πολιτική διάσταση του λυρισμού, αλλά και την άλλη σημαντική θέση του ότι η μορφή μπορεί να γίνει αντιληπτή όχι κατ’ αντιδιαστολή αλλά διαμέσου του περιεχομένου, διαφορετικά καταλήγουμε σε εκείνη την αφηρημένη αντίληψη της αισθητικής που συμμαχεί με την αντιδραστική τέχνη).[2] Η σημαντική θέση της Ιστορίας ο άμεσα πολιτικός λόγος που εντοπίζεται σε μια συνιστώσα της γενιάς, θεματικές που αποκλίνουν από προγενέστερες δεσπόζουσες αλλά και συνεχίζουν περιφερειακές αλλά καθόλου αμελητέες ποιητικές γραμμές δημιουργίας, δεν μπορεί να αποτιμάται, ως εκ τούτου, παρά μόνο εκτός ποιητικής πραγμάτωσης.
Όλα αυτά ισχύουν μέσα στο γενικό πλαίσιο της δυναμικής του πεδίου, όπως διαμορφώνεται από τις ιεραρχίες και τις διαμάχες του, με αναφορά τόσο στις θέσεις όσο και στις τάσεις, και δεν αφορούν κριτικές αποτιμήσεις συγκεκριμένων έργων – παρότι, είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια μετά την εμφάνιση των ποιητών και ποιητριών του 2000, το τοπίο έχει ξεκαθαρίσει σημαντικά και, μπορώ να πω, ότι οι αρχικές εκτιμήσεις για τη διαδρομή τους (ας μιλήσω τουλάχιστον για τις δικές μου) έχουν επιβεβαιωθεί. Όπως έχει πλέον κατασταλάξει και η ματιά μας σε μακροσκοπικό επίπεδο όσον αφορά τη σχέση τους με το ποιητικό πεδίο, τη (διαφορετική προφανώς) θέση και λειτουργία τους σε αυτό, μέσα από μια σειρά από δίκτυα. Θα έλεγα, μάλιστα, τώρα πια, ότι, εκ του μακρόθεν, ότι, ασχέτως των σχετικών τοποθετήσεων των ίδιων των ποιητών και ποιητριών και παρά τις έντονες διαφοροποιήσεις στην ποιητική τους, μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι υπάρχει εντέλει μια γενιά του 2000 κατά Bourdieu – η δυναμική της οποίας μάλλον παραπέμπει στη γενιά του ’70 παρά του ’80. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι εμφανέστατες και οι φυγόκεντρες δυνάμεις που εξαρχής χαρακτήριζαν τη συγκεκριμένη ομάδα ποιητών και ποιητριών, οι οποίες ναι μεν δεν υπονομεύουν την αντίληψή τους ως γενεακής συσσωμάτωσης σε ένα γραμματολογικό επίπεδο, αλλά λειτουργούν ενισχυτικά ως προς τον κατακερματισμό του ποιητικού πεδίου, που τείνει πλέον στην εξαΰλωσή του.
Με αυτή τη λογική λοιπόν, αν υπάρχει μια τομή στην ποίηση και στο ποιητικό πεδίο μετά το 1975, κατά τη γνώμη μου αυτή δεν εντοπίζεται στο 2000, αλλά στην επόμενη περίοδο, της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η οποία επιτάχυνε την αλλαγή παραδείγματος σε πολιτισμικό επίπεδο. Η αλλαγή αυτή ολοκλήρωσε τον κατακερματισμό του πεδίου, που είχε άλλωστε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα –παρότι με καθυστέρηση, για λόγους ιστορικούς, σε σχέση με τη Δύση– και μια έκφανσή του αποτελεί και η ίδια η άρνηση, ως επί το πλείστον, των ποιητών και ποιητριών της γενιάς του 2000 να αυτοπροσδιοριστούν με αναφορά σε γενεακά σχήματα. Ο κατακερματισμός του πεδίου δεν σημαίνει την ανυπαρξία δικτύων, γύρω από περιοδικά λόγου χάρη, ως επί το πλείστον πλέον ηλεκτρονικά, ή ιστότοπους με συγκεκριμένους αισθητικούς και ιδεολογικούς άξονες· ή και με βάση περισσότερο ή λιγότερο εφήμερες συσσωματώσεις γύρω από διαφορετικής υφής –και προέλευσης– ταυτοτικές διακηρύξεις. Σημαίνει μια πολυπολικότητα και μια κατά περίπτωση μικρο-οργάνωση, που μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν μια εξέλιξη εξόχως χειραφετητική – οι ίδιες οι λέξεις που περιγράφουν τις θέσεις στο πεδίο, κυριαρχία, ισχύς, εξουσία, έλεγχος, σίγουρα προκαλούν απέχθεια σε κάποιους-ες, κι ας έχουν να κάνουν με μια οργάνωση που διασφαλίζει την, κατά το δυνατόν, αυτονομία του. Εκτός και αν έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό, το οποίο ο Bourdieu δεν φανταζόταν όταν διατύπωνε τη θεωρία του το’υ λογοτεχνικού πεδίου. Θα αναφερθώ στο ζήτημα αυτό στη συνέχεια, αφού δώσω πρώτα κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις.
Ξεκινώ λοιπόν από το γεγονός ότι δεν θέλω και δεν μπορώ να τοποθετηθώ συνολικά για την ποιητική παραγωγή της δεκαπενταετίας. Λαμβάνοντας υπόψη το εύρος και την πολυμορφία της, θα ήταν άδικο και για μένα και για το έργο των ποιητών και των ποιητριών. Διότι στο ποιητικό τοπίο, όπως διαμορφώνεται στην περίοδο αυτή, υπάρχουν πολύ διαφορετικές στάσεις, τάσεις, πραγματώσεις. Θα σταθώ στο ζήτημα της αντίληψης, της εννοιοποίησης της ποίησης, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στο γενικότερο σύγχρονο πολιτισμικό ύφος. Για κάποιους ποιητές και κάποιες ποιήτριες, το παιχνίδι της ποίησης και η επένδυση σ’ αυτό εξακολουθεί να εννοιοποιείται κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν τον οποίο περιέγραψα σε σχέση με την είσοδο της γενιάς του 2000 στη σκηνή – κι αυτό ασχέτως του κατακερματισμού και της διάλυσης του πεδίου. Για κάποιους άλλους και για κάποιες άλλες, εντελώς διαφορετικά, με όρους της πολιτισμικής κατηγορίας της αμεσότητας (immediacy), όπως την ορίζει η Kornbluh, ως κατάργησης της μεσολάβησης και της αναπαράστασης, όπως λειτουργεί συγκεκριμένα στην τέχνη, συμβαδίζοντας με την ποσοτική της έκρηξη.
Κατά την Kornbluh, η αμεσότητα, στις χωροχρονικές της διαστάσεις που εκβάλλουν στην ίδια την ταυτοτική αντίληψη, ρυθμίζει την τέχνη, αλλά και την (μετα)κριτική της, την οικονομία, την πολιτική, τις διαπροσωπικές σχέσεις, στη σχέση της με τη ροή (την ίδια ροή που σχολιάζει και ο Mark Fisher στον καπιταλιστικό ρεαλισμό), την εμβύθιση, την ένταση, το στιγμιαίο, το αίσθημα· με την άρνηση του ύφους έναντι της ουσίας, την αυτοέκφραση και την αυτοθεωρία. Είναι το ύφος της πολυκρίσης, της απανταχού κρίσης ενός αλγοριθμικού καπιταλισμού που δεν είναι πλέον ύστερος (late) αλλά έχει φτάσει στο πολύ αργά (too late). Είναι το ύφος και μιας ποίησης που εστιάζει στην έκφραση όχι της βιωμένης εμπειρίας, αλλά της προσωπικής αίσθησης της εμπειρίας, της αυθεντικότητας του βιώματος, ως του μόνου ικανού και αναγκαίου όρου της ποιητικής πρακτικής, ερήμην κάθε διαμεσολάβησης. Εάν, όπως διατείνεται ο Jerome McGann, τον οποίο παραθέτει η Kornbluh, το ποιητικό κείμενο δεν μπορεί παρά να επιδιώκει να πυκνώνει το μέσο όσο το δυνατόν περισσότερο, εν προκειμένω το μέσο αραιώνει έως τα όρια ενός συνεχούς, κοινού άμορφου λόγου.
Θα πει κανείς, ότι η επιλογή αυτή αποτελεί τρόπο κριτικής συνομιλίας με την πραγματικότητα. Παρότι δεν συμμερίζομαι όλες τις θέσεις της Kornbluh, συμφωνώ όμως απολύτως μαζί της ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κριτική ούτε με συνομιλία, αλλά με αποδυνάμωση του ποιητικού λόγου στο πλαίσιο της κυρίαρχης ροής, της πληροφορίας, των λέξεων και των εικόνων που διαδέχονται ταχύτατα η μία την άλλη χωρίς να συγκροτούν νόημα και χωρίς να ανοίγουν δρόμους για νέο νόημα. Το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό και η ευαγγελιζόμενη χειραφέτηση από την τυραννία του μέσου, της μορφής, του πεδίου δεν αποτελεί εντέλει παρά μια πρακτική ασύνειδης υποδούλωσης. Υπό την έννοια αυτή, έχει σήμερα περισσότερο από ποτέ σημασία η υπεράσπιση της μεσολάβησης, του μέσου, της μορφής, ενάντια στην αμορφία της ροής. Όσον αφορά δε το ποιητικό πεδίο, έχουμε όντως να κάνουμε με μια διαδικασία που ο Bourdieu δεν μπορούσε να προβλέψει, ως προς τις συγκεκριμένες λεπτομέρειές της, αλλά είχε συλλάβει ως προς τη γενική λογική της: έχουμε δηλαδή να κάνουμε με την απώλεια της αυτονομίας του στο πλαίσιο της γενικευμένης εξίσωσης των λόγων, την ετερόνομη πλέον λειτουργία του, με την υποταγή του σε μια πολιτισμική λογική, που είναι μια βαθιά πολιτική λογική. Προφανώς δεν υπεραμύνομαι κανενός νεοφορμαλισμού, το έχω ήδη ξεκαθαρίσει εξαρχής με την αναφορά στον Adorno. Υπεραμύνομαι μιας ποίησης ως κοινωνικά συμβολικής πρακτικής, που θα συνεχίσει, χωρίς κανέναν περιορισμό στο θέμα και τη μορφή της, να διευρύνει τη γνώση και την αίσθησή μας του κόσμου. Από τη σκοπιά αυτή, όλοι οι εμπλεκόμενοι στο πεδίο δεν μπορούν παρά να πάρουν θέση.
[1] Bakhtin, M. (1986). Problem of the Text in Linguistics, Philology, and the Human Sciences: An Experiment in Philosophical Analysis. In C. Emerson & M. Holquist (Eds.), Speech Genres and Other Late Essays. Texas UP.
[2] Adorno, T. W. (1996 [1957]). Περί λυρικής ποιήσεως και κοινωνίας (Γ. Σαγκριώτης, Φ. Τερζάκης, μετ.). Πλανόδιον, 5 (23), 209-227. Adorno, T. W. (2000 [1970]). Αισθητική θεωρία (Λ. Αναγνώστου, μετ.). Αλεξάνδρεια [242].

