Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Βασίλης Παπαδόπουλος

Θα κρατήσουν οι χοροί;

(Μέρος 2ο – Το περιβόλι του τρελλού)

Το Περιβόλι του Τρελλού (1969) εμφανίζεται στην ελληνική μουσική σκηνή σε μια εποχή που η χώρα βρίσκεται… στον «γύψο»! Παρόλα αυτά ο δίσκος φαίνεται να κινείται πέρα από τα «στενά» πλαίσια της επικαιρότητας και προσφέρει μια εμπειρία που συνδυάζει μουσική, λόγο και λογοτεχνική αφηγηματικότητα, όλα μαζί σε ένα συνεκτικό σύνολο. Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό πως δεν πρόκειται για μια απλή συλλογή τραγουδιών –κάθε κομμάτι, κάθε φράση, κάθε μουσική επιλογή συντελεί στη δημιουργία ενός μουσικού κόσμου όπου η αφήγηση, η μουσική και η φωνή του δημιουργού συνδέονται και αλληλεπιδρούν ουσιαστικά.

Η μουσική γλώσσα του Σαββόπουλου φαίνεται να συνδυάζει παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία με διεθνείς επιρροές της εποχής, όπως τουλάχιστον αυτός τις εισέπραττε, δημιουργώντας έναν ήχο που είναι ταυτόχρονα οικείος και μάλλον καινοτόμος. Η κιθάρα, που αποτελεί μέρος του μουσικού κορμού της ενορχήστρωσης, διαμορφώνει μουσικές γραμμές μεταξύ μείζονα και ελάσσονα τρόπου, με αρμονικές αποκλίσεις που ακολουθούν και υπογραμμίζουν την ψυχολογική καμπύλη των στίχων, ενισχύοντας το νόημα κάθε λέξης. Αυτές οι μετατοπίσεις, είτε υποστηρίζουν τη δραματική κορύφωση ενός στίχου, είτε επιχειρούν να αναδείξουν τη λεπτή, σχεδόν ψιθυριστή αίσθηση ενός προσωπικού στοχασμού, δείχνουν την ακρίβεια με την οποία η μουσική δομείται γύρω από την αφήγηση.

Η ενορχήστρωση –που επιμελήθηκε ο σπουδαίος Γιώργος Κοντογιώργος, μουσικός με σημαντική πορεία όλη εκείνη την εποχή και που αργότερα στράφηκε στη «λόγια» μουσική–, χρησιμοποιείται στρατηγικά για να φέρει στο προσκήνιο την ελληνική παραδοσιακή χροιά –όχι με τρόπο αναχρονιστικό ή γραμμικά προβλέψιμο– ενσωματώνοντας ταυτόχρονα pop/rock στοιχεία της εποχής. Έτσι, παραδοσιακοί και πιο σύγχρονοι ήχοι συγκροτούν ένα σύστημα όπου οι παραδοσιακές φόρμες επανερμηνεύονται με λεπτές αρμονικές και ρυθμικές αποκλίσεις, χωρίς το τελικό αποτέλεσμα να στηρίζεται σε νόμους ρηξικέλευθους ή «πρωτοποριακούς», αλλά σε μια διαφορετική οπτική που φαίνεται να δημιουργεί μια άλλη εικόνα, την οποία κανείς δεν είχε σκεφτεί πως θα μπορούσε να υπάρξει, τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πλήκτρα και έγχορδα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερο ψυχολογικό τοπίο γεμάτο βάθος και εντάσεις που δεν εξαντλούνται στη μουσική επιφάνεια, αλλά συνδέονται άμεσα και με τις εικόνες και τα συναισθήματα που ριζώνουν στους στίχους του Σαββόπουλου. Η ενορχήστρωση συνολικά δεν υποστηρίζει απλώς τη φωνή –ο Σαββόπουλος σοφά στηρίχτηκε διαχρονικά στις ιδιομορφίες της φωνής του και δεν επιδίωξε ποτέ να κάνει καριέρα «καλλίφωνου» τροβαδούρου– αλλά διαμορφώνει ένα ενεργό αφηγηματικό πλαίσιο, με μελωδίες και ρυθμικά μοτίβα να συμμετέχουν στη δημιουργία της αφήγησης.

Η φωνητική τεχνική του Σαββόπουλου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την κατανόηση της μουσικής δομής του δίσκου. Ζητούμενο δεν είναι η απλή εκφορά των στίχων, ρυθμός, μελωδία και φωνή κινούνται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Παύσεις, ψιθυρισμοί, διακριτικές επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις λειτουργούν ως αφηγηματικά εργαλεία, επιτρέποντας στον ακροατή να ακολουθήσει με σχετική άνεση τις συναισθηματικές και νοηματικές αποχρώσεις των στίχων. Επομένως ο Σαββόπουλος δεν χρησιμοποιεί τη φωνή του απλά σαν μέσο έκφρασης αλλά σαν ένα από τα βασικά δομικά στοιχεία του μουσικού του αρχιτεκτονήματος.

Μια τεχνική που εμφανίζεται επανειλημμένα σε όλο το άλμπουμ είναι η χρήση κυκλικών μελωδικών φράσεων. Αυτές οι φράσεις επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές, δημιουργώντας μια αίσθηση «αναπνοής» –ενός απαραίτητου «κενού»– και συνέχειας την ίδια στιγμή, αφήνοντας χώρο για την εκφορά των στίχων και την ανάπτυξη των αφηγηματικών σχεδίων του δημιουργού. Τα αρμονικά μοτίβα, φαινομενικά απλά και συνάμα απρόσμενα, λειτουργούν προσδίδοντας συνεκτικότητα στο σύνολο και ένα αίσθημα ασφάλειας στον ακροατή –βασικό «χαρτί» στο μουσικό παιχνίδι του Σαββόπουλου–, ενώ οι σκόπιμες και μετρημένες αποκλίσεις φωτίζουν τεχνηέντως καίρια σημεία των στίχων ενισχύοντας τις συναισθηματικές κορυφώσεις.

Το άλμπουμ, συνολικά, δημιουργεί έναν συνεκτικό αφηγηματικό χώρο όπου στίχοι και μουσική αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοενισχύονται. Δεν πρόκειται –τουλάχιστον στα περισσότερα κομμάτια του δίσκου– για τραγούδια που ακολουθούν το σχέδιο συγκρότησης μιας τυπικής λίστας τραγουδιών στο τυπικό πλαίσιο ενός δίσκου. Κάθε κομμάτι σχετίζεται με τα υπόλοιπα μέσω μουσικών μοτίβων, θεματικών εικόνων και φωνητικών τεχνικών. Η συνολική εμπειρία είναι αυτή ενός «μουσικού περιβολιού», όπου η αφήγηση, οι εικόνες, οι σκέψεις και τα συναισθήματα κινούνται και αναπτύσσονται συνεχώς, δημιουργώντας ένα έργο που κινείται με επάρκεια πέρα από τα όρια μιας επιφανειακής ακρόασης.

Το ομώνυμο τραγούδι που σχεδόν ανοίγει τον δίσκο, δίνει τον «τόνο» και τη μελωδική ταυτότητα ολόκληρου του δίσκου. Από τις πρώτες νότες, η κιθάρα δείχνει «πως κάτι συμβαίνει εδώ», αφήνοντας ταυτόχρονα το μουσικό πλαίσιο ανοιχτό. Αρμονικές δομές απλές, μια αίσθηση φωτεινότητας και νοσταλγίας, σύντομες μετατοπίσεις σε μινόρε συγχορδίες και μια αφήγηση με στοιχεία στοχασμού και αμφιθυμίας που τονίζεται διακριτικά, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της ρητορείας. Αυτές οι μεταστροφές δεν αποτελούν απλώς αρμονικές διακυμάνσεις, αλλά αποτελούν ζωντανά αφηγηματικά εργαλεία που φωτίζουν τις ψυχολογικές αποχρώσεις των στίχων. Η φωνή του Σαββόπουλου είναι ουσιαστικά αυτή ενός ραψωδού μέσα σε ένα σύμπαν που ο ίδιος δημιουργεί. Σε στιγμές έντασης ο δημιουργός ξέρει να γίνεται πληθωρικός, να φορτίζεται συναισθηματικά ή να υιοθετεί μια ψιθυριστή και διακοπτόμενη εκφορά, σε έναν μυστικό διάλογο με τον εαυτό του.

Στη «Θαλασσογραφία» η μουσική δομή παραμένει στέρεη και ρευστή ταυτόχρονα. Έντονος ρυθμός με κυματιστά μοτίβα και τη φωνή να ακολουθεί τις εσωτερικές μεταλλάξεις του στίχου, δίνοντας την αίσθηση μιας μουσικής μεταμόρφωσης των κυμάτων και της θάλασσας σε λόγο. Οι μικρές παύσεις και οι επιβραδύνσεις, οι πρόσκαιρες αλλαγές ύφους, ενισχύουν την ψυχολογική ένταση και την αίσθηση μιας εσωτερικής αναζήτησης, που τελικά εκβάλει και πάλι πριν το τέλος στο βάθος του υδάτινου στοιχείου του εσωτερικού κόσμου του δημιουργού.

Άραγε το «Σαν ρεμπέτικο παλιό» προσπαθεί να δημιουργήσει μια αίσθηση παραδοσιακού ρυθμού ή την εντύπωση που διατηρεί ο δημιουργός μέσα του από μια τέτοια αίσθηση; Ο ηλεκτρικός ήχος φαίνεται να κυριαρχεί στα όρια μιας μουσικής αφήγησης που ενσωματώνει βιώματα του δημιουργού μέσα σε μιαν ασταθή κοινωνικοπολιτική συγκυρία. Ο Σαββόπουλος ξέρει να αυτοσαρκάζεται αλλά και να σαρκάζει τις συμβάσεις και τους καθωσπρεπισμούς της εποχής. Το τραγούδι φυσικά δεν είναι ρεμπέτικο, αλλά διατηρεί στα σπλάχνα του κάποια στοιχεία της ρεμπέτικης «ψυχής» μέσα από τη ροκ ματιά του δημιουργού του.

Στα «Παιδιά που χαθήκαν» μελωδία και ρυθμός διαμορφώνονται πιο ελεύθερα. Μουσικές φράσεις και φωνή κινούνται υπογραμμίζοντας το στοχαστικό και συναισθηματικό περιεχόμενο των στίχων. Οι μικρές ασυμμετρίες και οι μεταβολές δυναμικής δημιουργούν έναν διάλογο ανάμεσα στον χρόνο της αφήγησης και τον μουσικό χρόνο του μουσικού παραμυθιού του Σαββόπουλου.

Η συγκερασμένη σχέση μουσικής και λόγου διατρέχει ολόκληρο τον δίσκο, με τις μουσικές και φωνητικές τεχνικές να αναδεικνύουν τα νοήματα και τις εικόνες. Η εσωτερική δομή του άλμπουμ είναι ένας στόχος που ο δημιουργός του πετυχαίνει χωρίς αμφιβολία, συνδέοντας χαρακτηριστικές προσωπικές αλλά και συλλογικές αφηγήσεις με συνδετικό νήμα την ελληνική μουσική παράδοση.

Η μουσική πρακτική του Σαββόπουλου στο Περιβόλι του Τρελλού αποκτά και μια πρόσθετη διάσταση αν σκεφτεί κανείς την πορεία δημιουργών της εποχής, όπως ο Bob Dylan, ο George Brassens και ο Leonard Cohen. Παρά τις προφανείς διαφορές στο πολιτισμικό και γλωσσικό πεδίο, υπάρχουν αρκετοί κοινοί τόποι στην προσέγγιση της αφηγηματικότητας, της μουσικής δομής και της έντασης μεταξύ λόγου και ήχου, που επιτρέπουν μια σε μεγαλύτερο βάθος κατανόηση του έργου του Σαββόπουλου.

Όπως ο Ντύλαν, έτσι κι ο Σαββόπουλος χρησιμοποιεί τη φωνή ως βασικό του αφηγηματικό εργαλείο με τους τονισμούς, τις παύσεις και τους ψιθυρισμούς να προσδίδουν βάθος στο νόημα των στίχων. Οι διακυμάνσεις της φωνής ακολουθούν τις συναισθηματικές κορυφώσεις, μουσική και εκφορά συνυπάρχουν με στόχο την ανάδειξη της αφήγησης και στους δύο δημιουργούς.

Με τον Μπρασένς o Σαββόπουλος μοιράζεται την απλότητα και την αμεσότητα των μουσικών και λεκτικών μέσων. Η σχετικά περιορισμένη ενορχηστρωτική παλέτα φαίνεται πως ικανοποιούσε και τους δύο, με στόχο την ανάδειξη της φωνής και της μελωδίας, όχι όμως με τρόπο μονοδιάστατο. Οι παραδοσιακές φόρμες ενισχύουν την αφήγηση με διακριτικότητα, ενώ τα επαναλαμβανόμενα κυκλικά μοτίβα δημιουργούν ένα πλαίσιο επαναφοράς, αναδεικνύοντας το στίχο χωρίς να τον καταπιέζουν.

Η ομοιότητα με τον Κοέν εντοπίζεται κυρίως στη συνύπαρξη σκοτεινών ή και έντονα εσωτερικών αποχρώσεων με μια μελωδική απλότητα, που όμως δεν υποβαθμίζει σε καμιά περίπτωση τη φωνητική εκφραστικότητα. Στη «Θαλασσογραφία», όπως και σε αρκετά κομμάτια του Κοέν, η περιορισμένη χρήση μουσικών μέσων ενισχύει τη δραματικότητα και το βάθος των στίχων.

Φυσικά, ο Σαββόπουλος διαφοροποιείται αισθητά από τους Ντύλαν, Μπρασένς και Κοέν και μέσα από την ενσωμάτωση ελληνικών παραδοσιακών στοιχείων, η χρήση των οποίων δεν αποτελεί απλό διακοσμητικό στοιχείο αλλά συνδέεται οργανικά με τη μελωδία και τον στίχο, προσδίδοντας ταυτότητα και μια μοναδική χροιά που δεν εμφανίζεται στους διεθνείς ομολόγους του. Παράλληλα, η μετατόπιση μεταξύ ματζόρε και μινόρε συγχορδιών μαζί με την εναλλαγή δυναμικών επιτρέπει την ανάπτυξη αφηγηματικών κορυφώσεων και την ανάδειξη ηχητικών αποχρώσεων, καθιστώντας την ακρόαση του δίσκου μια εμπειρία πλήρως πολυεπίπεδη.

Συνολικά, η συγκριτική θεώρηση αναδεικνύει δύο βασικά στοιχεία που κάνουν το έργο του Σαββόπουλου μοναδικό: πρώτον, τη συνθετική ενότητα λόγου και μουσικής, όπου οι φωνητικές και ρυθμικές επιλογές παραμένουν σε πλήρη σύνδεση με το περιεχόμενο των στίχων και δεύτερον, την τοπική ιδιαιτερότητα της ελληνικής μουσικής παράδοσης, που διατηρείται μέσα σε μια συναισθηματική και αφηγηματική δομή που αφενός παραμένει εντελώς προσωπική και αφετέρου βρίσκεται σε «ανοιχτό διάλογο» με το έργο διεθνών συναδέλφων του.

Το Περιβόλι του Τρελλού εμφανίστηκε σε μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας έντονα ταραγμένη, με την κοινωνία να βιώνει εν πολλοίς μια μετάβαση, την ώρα που ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει τη συλλογική της ταυτότητα. Η μουσική του Σαββόπουλου δεν υπήρξε απλώς στοιχείο καλλιτεχνικής έκφρασης –αποτέλεσε μέσο διαμεσολάβησης ιδεών και συναισθημάτων, προβάλλοντας την προσωπική και κοινωνική ελευθερία χωρίς να υιοθετεί προφανή προπαγανδιστικά μοτίβα. Ο δίσκος δεν είναι ένα πολιτικό μανιφέστο με την τυπική έννοια, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί και να αποσυνδεθεί από το κοινωνικό του πλαίσιο. Τραγούδια όπως το ομώνυμο «Περιβόλι του τρελλού» και η «Θαλασσογραφία» δημιουργούν εικόνες ενός εσωτερικού κόσμου που αντανακλά τις συλλογικές αγωνίες και τις υπαρξιακές αναζητήσεις της εποχής. Οι στίχοι, γεμάτες μεταφορές και λογοτεχνικές εικόνες, φέρνουν στο προσκήνιο έννοιες όπως η ελευθερία, η μοναξιά, η αναζήτηση ταυτότητας και η αμφιθυμία μεταξύ ατομικού και συλλογικού βίου. Η μουσική τούς συνοδεύει ενισχύοντας και διαμορφώνοντας την ψυχολογική ένταση, ενώ η ελληνική παραδοσιακή χροιά δημιουργεί έναν άξονα αναφοράς στον πολιτισμικό χώρο. Η χρήση παραδοσιακών οργάνων δεν έχει μόνο αισθητικούς στόχους αλλά δημιουργεί μια αίσθησης συνέχειας και ταυτότητας, αναδιαμορφώνει μια παράδοση μέσα από σύγχρονες αφηγηματικές και μουσικές πρακτικές. Έτσι ο δίσκος λειτουργεί ταυτόχρονα ως γέφυρα ανάμεσα σε μια διαχρονική ελληνική ταυτότητα και τις διεθνείς επιρροές της εποχής, ενσωματώνοντας στοιχεία από την εργογραφία των Ντύλαν, Μπρασένς και Κοέν – για να αναφέρουμε μόνο ίσως τους σημαντικότερους – χωρίς να χάνει την ελληνική του ιδιομορφία.

Κοινωνικά, το έργο του Σαββόπουλου συνέβαλε στην ανάδειξη μιας νέας αντίληψης για το τραγούδι ως μέσο έκφρασης τόσο του δημιουργού του αλλά και μιας συλλογικής συνείδησης. Ο δίσκος δεν απευθύνεται στον μέσο μουσικόφιλο, αλλά σε κάθε ακροατή που επιδιώκει να βιώσει μουσικά την άμεση σύνδεση με τον λόγο, τις εικόνες και τις εμπειρίες τού γύρω του κόσμου. Η ενορχήστρωση, η χρήση της φωνής και η δομή των τραγουδιών δημιουργούν ένα είδος «ανοιχτού περιβολιού», μέσα στο οποίο ο ακροατής μπορεί να κινηθεί ελεύθερα επιλέγοντας με ποιο από τα στοιχεία του δίσκου θα συνδεθεί, είτε αυτό είναι η μουσική, είτε ο στίχος, είτε και τα δύο μαζί.

Η επίδραση του δίσκου δεν περιορίστηκε στην εποχή της κυκλοφορίας του. Αντίθετα, φαίνεται πως καθιέρωσε πρότυπα για τους επόμενους τραγουδοποιούς, συνδέοντας την πολιτισμική ταυτότητα με προσωπικές και συλλογικές αφηγήσεις. Η μουσική του Σαββόπουλου απέδειξε πως το ελληνικό τραγούδι μπορεί να είναι ταυτόχρονα λογοτεχνικό, πλούσιο μουσικά και κοινωνικά επίκαιρο, δείχνοντας προς έναν καινούργιο ορίζοντα για την ελληνική τραγουδοποιϊα.

Κύλιση στην κορυφή