Ὅταν μοῦ ζητήθηκε κάτι γιὰ τὸ ἀφιέρωμα στὸ Φρέαρ γιὰ τὸν Σαββόπουλο, ἦταν οἱ μέρες τοῦ θανάτου του. Ἔβλεπα, ἐν τῷ μεταξύ, ἀπ’ τοὺς σκαφτιάδες τοῦ διαδικτύου ἀνασυρμένη τὶς μέρες ἐκεῖνες, τὴ συζήτηση στὴν τηλεόραση μὲ τὸν Δοξιάδη καὶ τὸν Ραφαηλίδη, ὅταν εἶχε γίνει θέμα στὶς εἰδήσεις ἡ Φρίντα Λιάπα. Ἡ τελευταία της ταινία, Τὰ χρόνια τῆς μεγάλης ζέστης (1991), στὶς τότε πονηρὲς μέρες τοῦ ἐνενῆντα, ἦταν θέμα συζήτησης, μὲ ἕνα παιδάκι νήπιο, ποὺ τάχα κακοποίησε στὴν ταινία της. Ἡ ἄτυχη σκηνοθέτις βρέθηκε ἄθελά της στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπίμαχης σκηνῆς τῆς ταινίας της ποὺ λίγοι ἐξάλλου τὴν εἶδαν, ἀλλὰ γιατὶ ἔπεσε πάνω στὴν «ἀναμόρφωση» τοῦ ἑλληνικοῦ σινεμὰ ποὺ σχεδίαζε ἡ κυβέρνηση –πάλι καὶ τότε– Μητσοτάκη. Γιὰ κάποιον ποὺ στοιχειωδῶς ξέρει πῶς γυρίζεται μιὰ ταινία, δὲν ὑπῆρχε ζήτημα «κακοποίησης» τοῦ βρέφους, ποὺ στὴ σκηνὴ φαινόταν σκανδαλωδῶς νὰ εἶναι παρὸν κλαίοντας σὲ σκηνὲς ἐρωτικῶν περιπτύξεων τοῦ ζεύγους τῆς ταινίας. Γνωστόν, ἄλλωστε, ὅτι στὸ μέγα ψέμα ποὺ εἶναι ὁ κινηματογράφος –γιατὶ «στὰ ψέματα» λέει τὶς ἀλήθειες του, ὅπως κι ὅλη ἡ τέχνη ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε–, πράγματα ποὺ στὴν ὀθόνη μοιάζει νὰ γειτονεύουν, στὸ γύρισμα μπορεῖ ν’ ἀπέχουν παρασάγγας. Τότε, λοιπόν, ὁ Σαββόπουλος, γνωστὸς γιὰ τὸν παλιὸ κριτικό του στίχο γιὰ «σκηνοθέτες ποὺ ὁδηγήσαν μιὰ γενιὰ στὰ πιὸ βαθειὰ χασμουρητά», ἀπὸ τὰ Τραπεζάκια ἔξω καί, ὑποθέτω, ἕνεκα φιλίας μὲ τὸν Ἀπόστολο Δοξιάδη, ἔριχνε μαζί τὰ πυρά του στὴ Λιάπα, μὲ τὸν Ραφαηλίδη –ἥρως κι αὐτὸς τῶν ἡμερῶν– νὰ μπουμπουνίζει καὶ ν’ ἀστράφτει ἐναντίον του (τους), τὸν Γιῶργο Καρυπίδη νὰ ὑπερασπίζεται σκηνοθέτιδα καὶ ταινία καὶ τὴν ἄρρωστη ἤδη Λιάπα, μὲ κοριτσίστικη συστολὴ σ’ ἕνα βίντεο, νὰ προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξει, ὡς συνήθως, ὅτι δὲν εἶναι ἐλέφας. Τώρα, ἐκτὸς Δοξιάδη, εἶναι ὅλοι τους μακαρίτες. Ἥρωες μιᾶς ταραγμένης δεκαετίας, ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔμπαινε ἀγουροξυπνημένη στὸ ἔνδοξο 1992 τῆς «εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης», περήφανη καὶ ἀκάθεκτη, μέχρι τὴν κακοσκαλιά, ὅπως ἀπὸ τὸ μετέπειτα στραμπούληγμα φάνηκε, τοῦ 2004. Ὅταν καὶ πάλι ὁ Σαββόπουλος ἔκλεισε τὴ γιορτή, τὴν τελευταία μας, μὲ τὸν συρτό του «Ἂς κρατήσουν οἱ χοροί».
Ἱστορίες γι’ ἀγρίους. Τί νὰ γράψεις γιὰ τὸν Σαββόπουλο, ποὺ μπλέκεται ἔτσι κι ἀλλιῶς μὲ τὰ χρόνια τῆς πρώτης μας νεότητας τοῦ ὀγδόντα καὶ ποὺ σ’ ἕνα παλιὸ manifesto, τοὔχαμε κάνει καὶ συνέντευξη μαζὶ μὲ τὸν Θεόδωρο τὸν Παντούλα; Γιὰ τὰ τραγούδια καὶ τὸν ἰδιάζοντα τρόπο του μιλήσαμε καρδιακὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ τεῦχος. Τὶς μέρες τῆς θανῆς καὶ τῆς κηδείας του πάλι, ὁ κάθε πικραμένος ἔλεγε καὶ τὸ κατιτίς του. Γνωστὸ κι ὅλας ἀπ’ τὴν Ἰλιάδα τὸ χούι μας νὰ μαλώνουμε πάνω σ’ ἕναν νεκρό. Κι αἴφνης πέφτω πάλι πάνω στὸν ποιητή-μουσικό-συνθέτη-βάρδο-μάγο μας μὲ κάτι λόγια τῆς Κατερίνας Γώγου. Σὲ συνέντευξή της ποὺ δημοσιεύτηκε μεταθανάτια, μόλις τὸ 2018, λέει ἐν εἴδει ἐρωτικῆς ἐξομολόγησης: «Ἦταν ἡ ἐποχὴ πού, ὅπως εἶπε ἕνας φίλος μου καὶ θέλω νὰ τὸ γράψεις, ἀγαπούσαμε τὸν Σαββόπουλο καὶ μᾶς ἀγαποῦσε. Τότε! Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ κουβέντα. Ποὺ τὸν ἀγαπούσαμε καὶ μᾶς ἀγαποῦσε ὅμως. Αὐτὰ λέω γιὰ τὸν κύριο Σαββόπουλο ἐγώ, καὶ νὰ τὸ γράψεις. Χαιρετίσματα, γκουντμπάι». Οἱ κουβέντες τῆς Γώγου εἶναι ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐκεῖνο ταραγμένο καιρό, τὸ 1991: «Δὲν τοῦ λέω γιὰ ὅτι ἔγινε χριστιανὸς ἢ ὅ,τι ἔγινε, δὲν ἔχω τέτοια προβλήματα ἂν ἤθελε νὰ πάει ἀπὸ ἐκεῖ ἢ ἀπ’ ἀλλοῦ, εἶναι ὅμως κάποια ἐπὶ τῆς οὐσίας θέματα ἠθικά, δὲν μπορεῖ νὰ μιλάει ἔτσι γιατὶ μᾶς ἔχει γράψει καὶ καλὰ πράγματα. […] Δὲν μπορεῖς νὰ βγαίνεις σ’ ἐμᾶς ποὺ σ’ ἀγαπᾶμε τόσο πολὺ καὶ λέμε “ὁ Νιόνιος” καὶ “σὰν βγῶ ἀπ’ αὐτὴ τὴ φυλακὴ κανεὶς δὲν θὰ μέ περιμένει” καὶ τρέχαμε ὅλοι, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς λέει τώρα τέτοια…». Καὶ λίγο παρακάτω τὸ κλού: «Ζητᾶ δεκανίκια ὁ ξεφτίλας. Νὰ βγεῖ, λοιπόν, καὶ νὰ πεῖ τὰ δικά του! Νὰ τὰ πεῖ καλά! Γιατὶ ἤξερε κι ἔγραφε καλά! Τώρα δὲν πιστεύει. Δὲν τὸν πιστεύω καὶ γιὰ χριστιανό, νὰ σοῦ πῶ».
Καλά, ἐντάξει! Εἶναι τὸ ὕφος τῆς Γώγου. Ἀλλὰ εἶναι ἐρωτικὴ ἡ ἀπεύθυνση. Μετὰ τὸν χωρισμὸ ἴσως, ἀλλὰ ἐρωτική. Κι ἐκφράζει, πιστεύω, ἕναν κόσμο «ποὺ ἀγαπούσαμε τὸν Σαββόπουλο καὶ μᾶς ἀγαποῦσε». Γράφοντας πιὰ σήμερα, ποὺ κύλησαν κιόλας δυόμιση δεκαετίες τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα, κοιτάζοντας πίσω, στὸ ξεψύχισμα τοῦ εἰκοστοῦ, δυὸ μῆνες ἀπ’ τὴ θανή του, δὲν εἶχα ἄλλο λόγο γιὰ τὰ τραγούδια του, μὰ οὔτε καὶ τὴν ὄρεξη νὰ πιάσω τὰ «πολιτικά» του. Γιὰ τὴ θέση ποὺ ἔχει στὴ λαϊκή μας μουσική, ἂν καὶ δὲν εἰπώθηκαν πολλὰ ζουμερὰ ἀκόμα, εἶναι ἄλλοι ποὺ θὰ τὰ ποῦν ἴσως καλύτερα. «Ἀναλύσεις» πάλι γιὰ τὴν οἱονεὶ πολιτική του θέση, γιὰ τὴ στροφή του κ.λπ. εἴδαμε πολλές, ἁρμοδίων καὶ ἀσχέτων. Νά, ὅμως, ποὺ τοῦτες οἱ κουβέντες τῆς Γώγου μὲ γύρισαν πίσω, ὄχι χωρὶς νοσταλγία ὁπωσδήποτε, στὶς μέρες ἐκεῖνες ποὺ ἔσφυζαν ἀπὸ ἀντιπαραθέσεις πού, τουλάχιστον στὰ μάτια μας, φαίνονταν σπουδαῖες. Ἦταν ἴσως ἡ αἴσθηση πὼς κάτι ἀκόμα παίζεται, ποὺ σήμερα δὲν ὑπάρχει. Ὁ Σαββόπουλος, σὰν γνήσιος Ρωμιός, μπλέχτηκε σ’ αὐτὲς μὲ ρωμέικο πάθος. Ποὺ ταιριάζει μὲ τὸ πάθος –τὰ πάθη καλύτερα– τῶν τραγουδιῶν του. Ρὸκ πάθος ποὺ δὲν χρειάζεται –οὔτε χρειαζόταν– δεκανίκια –δίκιο δὲν ἔχει ἡ Γώγου;– γιὰ νὰ τρέξει «στὸ ρὸκ τοῦ μέλλοντός μας». Κι εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι ὁ Σαββόπουλος γέννησε ἕνα κύμα καὶ ἀκολούθησε τὸ κύμα τοῦ καιροῦ του συνάμα. Ποὺ τὸν παρέσυρε κάτι ὧρες σὲ ξέρες, ναί! Μὰ ὁλονῶν ἁμαρτίες δὲν εἶναι αὐτές; «Βλέπω τὴν τέλεια ἀπουσία πνευματικῆς ἡγεσίας. Ὁ τόπος αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν κυβερνᾶται!» ἀκούγεται νὰ ἐκσφενδονίζει μὲ πάθος ὁ τραγουδοποιός, σ’ ἐκείνη τὴ συζήτηση ποὺ σᾶς εἶπα. Ποιός θὰ διαφωνήσει; Στὸν ἐπιθανάτιο ρόγχο τῆς Μεταπολίτευσης τότε, ποὺ κράτησε καὶ κρατᾶ πολύ, ὁ Σαββόπουλος ὁρμοῦσε μὲ τὸ ἴδιο πάθος ποὺ εἶχε στὰ τραγούδια του. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἔπαιζε ἐκτὸς ἕδρας. Ἐκτὸς τοῦ τεραίν τῆς ποιήσεως.
«Νὰ βγεῖ, λοιπόν, καὶ νὰ πεῖ τὰ δικά του! Νὰ τὰ πεῖ καλά! Γιατὶ ἤξερε κι ἔγραφε καλά!» Ἕνα κακὸ ποὔχουν οἱ καλλιτέχνες, αὐτοὶ ποὺ «τὰ λένε καλά», εἶναι ὅτι γίνονται διάσημοι. Ἀποκτοῦν δηλαδὴ ὑπερυψωμένο βῆμα στὴν ἀγορά –δὲν ἐννοῶ αὐτὴ τοῦ χρήματος, τὴν λογίζω μὲ τὴν παλιὰ χωριάτικη-δημοτικὴ σημασία της, δηλαδὴ τοῦ δημόσιου χώρου. Κι ἔχοντας, μὲσα ἀπὸ τὴν τέχνη τους, βεβαίως, βῆμα καὶ «ἀναγνωρισιμότητα», σύμφωνα μὲ τὴ Νέα Ὁμιλία τοῦ καιροῦ μας, κολλᾶνε ὧρες-ὧρες στὴν πολιτική, συνήθως ὡς παρατρεχάμενοι. Μάλιστα, στὶς μέρες μας εἶναι ὁλότελα ξεκάθαρο: Ὅσο ἡ πολιτικὴ βυθίζεται στὰ τέλματα τῆς ἔκλειψής της, τῆς ἀπαξίας της, τόσο περισσότερο ἐπιστρατεύονται «ἀναγνωρίσιμοι», κυρίως ἀπὸ τὸ παλκοσένικο, γιὰ βιτρίνα τῆς ἀνυπαρξίας της. Καλὰ τὰ λέει ἡ Γώγου στὴν ἀναρχία της. Δουλειὰ τοῦ καλλιτέχνη εἶναι ἡ τέχνη του, «τὰ δικά του». Κι ἂν τὰ λέει καλά, μέχρι καὶ ἐπανάσταση μπορεῖ νὰ ξεσηκώσει. Ἔλεγε κάποτε ὁ Ἄκης Πάνου, θαυμάζοντας τὸν Στέλιο Καζαντζίδη, πὼς ἂν κατέβαινε τὴν Πανεπιστημίου τραγουδώντας, μὲ τὸ πλῆθος ποὺ θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε θὰ ἔκανε ἐπανάσταση. Κι ὁ Σαββόπουλος, χωρὶς νὰ εἶναι Καζαντζίδης βέβαια, ἦταν κι αὐτὸς ἕνας δημεγέρτης. Καὶ δὲν τοῦ ἔλειπε ἡ σοφία στὶς δημόσιες παρεμβάσεις του. Πλὴν ὅμως «τὰ δικά του» ἦταν ἄλλα. Ἂν μοῦ πέφτει λόγος, τὸ πιὸ πολιτικό του τραγούδι εἶναι τὸ «Μακρύ ζεϊμπέκικο γιὰ τὸν Νίκο», ἀπὸ τὴ Ρεζέρβα (1979) του: «Δὲν ἔχει ἐλπίδα, ἐλευθερία δὲν ζητᾶ, ἀλλὰ δικαιοσύνη»! Ἐκεῖ ζωγραφίζει μὲ «τὰ δικά του» μαγικά, τοὺς στίχους καὶ τὰ ἀκοπανιαμέντα τῆς κιθάρας του, τὴ θαυματουργικὴ εἰκόνα τοῦ ἀδικημένου, τοῦ τσακισμένου σημερινοῦ Ἕλληνα. Μιὰ πραγματικὰ πολιτικὴ εἰκόνα τοῦ τόπου, ὅπως θὰ τὄλεγε κι ὁ ἴδιος. Τὰ ὑπόλοιπα, περὶ «κάθαρσης», «ἐκσυγχρονισμοῦ», «ἐξυγίανσης» καὶ οἱ ἄλλες τσιχλόφουσκες τῆς παρακμῆς τοῦ πολιτικοῦ, ὅσο «σοφὰ» κι ἂν τὰ πεῖς, εἶσαι ἐκτὸς θέματος. Ἐκτὸς τῶν μαγικῶν τῆς τέχνης σου θαυμάτων.
Γιἀ κάποιο τέλος, ἂν κι ἡ συζήτηση ποὺ ἀνοίξαμε δὲν τελειώνει ὅ,τι καὶ νὰ γράψεις γιὰ τὸν μακαρίτη, ἐκεῖνο ποὺ θὰ μείνει εἶναι τὰ τραγούδια του. «Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ κουβέντα»! Σ’ ὅσους ἀρέσουν, φυσικά. Γιὰ ὅσους «τὸν ἀγαπούσαμε καὶ μᾶς ἀγαποῦσε». Καλὰ τὰ λέει ἡ Γώγου. Γιατὶ ὁ ἀληθινὸς καλλιτέχνης δὲν ἔχει ψηφοφόρους σὰν τὸν πολιτικό. Ἔχει ἀγαπητικοὺς καὶ ἀγαπητικές. Γιατὶ τὸ τραγούδι τί ἄλλο εἶναι πάρεξ ἐπιστολὴ ἀγάπης ἀπὸ τὸν μελωδὸ στὸν ἀκροατή; Ἀνεπίδοτη κάποτε, σπαρακτικὴ πάντοτε.
Ἂς εἶναι αἰωνία σου ἡ μνήμη, Διονύσιε Σαββόπουλε!
⸙⸙⸙
[* Τὰ λόγια τῆς Κατερίνας Γώγου ἀπὸ τὸ βιβλίο της, Μοῦ μοιάζει ὁ ἄνθρωπος μ’ ἕναν ἥλιο, ποὺ καίγεται ἀπὸ μόνος του, ἐπιμέλεια: Εὐτυχία Παναγιώτου, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2018. Ἡ ἀδημοσίευτη συνέντευξή της εἶναι στὴν Ἑλένη Γκίκα, Μάιος 1991, σσ. 181-182.]

