Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Σωτηρία Τριανταφύλλου

Τίνος είσαι εσύ;

Ας πάμε μια βόλτα στην πλατεία του χωριού, του δικού μας τόπου ή του άγνωστου ιδεατού. Εκεί θα βρει κανείς ξύλινα καθίσματα που φιλοξενούν σώματα, τα οποία μοιάζουν να έχουν αποφασίσει προ πολλού τη θέση τους στον κόσμο. Είναι άνθρωποι καθισμένοι εκεί όπου κάθονταν και οι πατέρες τους, φιγούρες που φαίνεται να μη διαπραγματεύονται πια το παραμικρό. Το βλέμμα τους δεν αναζητά παρά μόνο ό,τι ήδη γνωρίζει, και ο κόσμος τους δεν ξεπερνά τα όρια της πλατείας, του καφενείου, της αυλόπορτας. Ο χρόνος εδώ κυκλοφορεί, επαναλαμβάνεται, συνθλίβεται σαν αδιόρατο μοτίβο συνέχειας από την ανατολή έως τη δύση.

Ανάμεσά τους, παιδιά τρέχουν άναρχα και ασκόπως — πλάσματα που δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τίποτα, που δεν κάθονται πουθενά μόνιμα, αλλά διαθέτουν μια κίνηση που δεν υπακούει παρά στη δική της πηγαία ζωηράδα. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους, τους ακίνητους και τους κινούμενους, γεννιέται το ερώτημα αναφορικά με το πώς διαμορφώνεται τελικά ένας χαρακτήρας, και τι είναι εκείνο που τον κρατάει στην ίδια θέση.

Η στάση αυτή που περιγράφεται στην πλατεία δεν είναι προϊόν στιγμιαίας επιλογής, αλλά κουβαλάει το βάρος μιας μακράς διαδικασίας. Είναι, θα λέγαμε δανειζόμενοι τον Αριστοτέλη, μια έξις — μια σταθερή, ριζωμένη διάθεση χαρακτήρα που διαπερνά κάθε πράξη και κάθε βλέμμα. Ο φιλόσοφος το τονίζει καθαρά: η αρετή δεν αρκεί να εμφανιστεί μια φορά για να υπάρξει, χρειάζεται σταθερότητα, επανάληψη, μονιμότητα ως προς την εκδήλωσή της. Αυτό ακριβώς κουβαλούν τα σώματα στις θέσεις τους, μια συνέπεια που έχει σκληρύνει με τον καιρό σε κάτι αδιαπραγμάτευτο.

Με τον φακό στραμμένο σε μία αριστοτελική ανάγνωση ο δρόμος προς την αρετή δεν είναι ένας και μοναδικός. Υπάρχει ο δρόμος του λίγου, εκείνου που φτάνει στο ηθικώς πράττειν μέσα από την αυτόβουλη σκέψη και την προσωπική στοχαστική διαπραγμάτευση με γνώμονα το ορθό μέτρο, και υπάρχει ο δρόμος των πολλών, ο εθισμός, η αγωγή που σφυρηλατείται μέσα από την επανάληψη, ώσπου η συνήθεια να γίνει φύση. Σε πολλές επαρχιακές κοινότητες αυτός ο δεύτερος δρόμος μοιάζει να έχει γίνει ο μόνος δρόμος: κανείς δεν διερωτάται γιατί κάθεται εκεί που κάθεται. Κάθεται επειδή έμαθε να κάθεται εκεί, και η μάθηση αυτή έχει προ πολλού πάψει να θυμάται τον εαυτό της ως μάθηση — μοιάζει πια με φυσικό νόμο.

Ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν βλέπει αυτόν τον εθισμό ως κατώτερο δρόμο· τον θεωρεί αναγκαίο για τους πολλούς, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν όλοι την ικανότητα της αυτόβουλης σκέψης, μια ηθική ελιτίστικη στη ρίζα της. Μεταφέροντας αυτή την ανάγνωση σε πολλές επαρχιακές κοινότητες, ανοίγει ένα δύσκολο ερώτημα: η «νοοτροπία», που τόσο εύκολα κατηγορούμε ως στενότητα, μοιάζει με τη συλλογική, μαζική εκδοχή αυτού που ο φιλόσοφος θεωρούσε τη μόνη εφικτή αγωγή για όσους δεν θα έφταναν ποτέ στη φρόνηση μέσω στοχασμού — η ηθική των πολλών, όπως ακριβώς την είχε προβλέψει.

Κάτι ακόμα πιο σκληρό κρύβεται εδώ, γιατί ο Αριστοτέλης, όταν χτίζει το σύστημα αξιών του, δεν το απευθύνει σε όλους. Το κείμενο των Ηθικών είναι σαφές: η αρετή, όπως την ορίζει, δεν αφορά τον δούλο, δεν αφορά τον αλλοεθνή, δεν αφορά τη γυναίκα — πρόκειται για θεμελιακό αποκλεισμό και όχι για απλή παράλειψη. Ο κύκλος της αρετής έχει όρια, και τα όρια αυτά καθορίζουν εκ των προτέρων ποιος μπορεί, καν, να φιλοδοξήσει στο ευ ζην.

Η πλατεία αναπαράγει, με τον δικό της τρόπο, ακριβώς αυτή τη γεωμετρία του αποκλεισμού. Ο κύκλος των «δικών μας» — αυτών που κάθονται στις θέσεις τους, που έχουν το δικαίωμα να κρίνουν, να αποδοκιμάζουν, να θέτουν το μέτρο του «σωστού» — παραμένει κλειστός, ακόμα κι όταν φαίνεται φιλόξενος. Ο ξένος που φτάνει στο χωριό, ακόμα κι αν οι ρίζες του κοιμούνται σιωπηλά στο ίδιο χώμα, δέχεται συνήθως τις ίδιες δύο ερωτήσεις: πότε ήρθες, και πότε θα φύγεις. Η καταγωγή δεν αρκεί από μόνη της για να του χαρίσει διαμονή στον κύκλο· χρειάζεται ημερομηνία άφιξης και ημερομηνία αναχώρησης, σαν η παρουσία του να είναι πάντα κάτι προσωρινό, κάτι που πρέπει να προγραμματιστεί εκ των προτέρων για να μην ενοχλήσει την τάξη πραγμάτων.

Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει σ’ αυτό το σημείο αγγίζει κάτι βαθύτερο από τη στενότητα ή τον συντηρητισμό: μήπως κάθε σύστημα ηθικής που στηρίζεται στην έξη και τη σταθερότητα χαρακτήρα, αντί στη διαρκή στοχαστική αναθεώρηση, παράγει αναγκαστικά έναν κύκλο ένταξης και έναν κύκλο αποκλεισμού; Ο Αριστοτέλης το παραδέχεται ανοιχτά· σε τέτοιες κοινότητες, αυτό απλώς βιώνεται ως αυτονόητο, ως «έτσι είναι εδώ», με την ίδια σιωπή που ντύνει και η ελιτίστικη ηθική του φιλοσόφου το δικό της όριο.

Το κείμενο των Ηθικών περιέχει και μια παρατήρηση φαινομενικά τεχνική, η οποία κρύβει εντός της ολόκληρο τον μηχανισμό λειτουργίας μιας κλειστής κοινωνίας: η αυστηρή αυτοκριτική ως προς τη συνέπεια τήρησης μιας αρετής, μαζί με την επιθυμία αποδοκιμασίας όταν αυτή στρεβλώνεται «εντός του κοινωνικού συνόλου», λειτουργούν για τον φιλόσοφο ως απόδειξη ότι η αρετή υπάρχει πραγματικά. Το σύνολο πρέπει να είναι έτοιμο να καταδικάσει όποιον παρεκκλίνει, εξίσου όσο ο ίδιος ο άνθρωπος πρέπει να πράττει ενάρετα, και η αρετή επιβεβαιώνεται έτσι διπλά: θετικά, με την πράξη, και αρνητικά, με τον μηχανισμό της συλλογικής επιτήρησης που ενεργοποιείται όταν κάποιος βγει έξω από τη γραμμή.

Στην πλατεία του χωριού αυτός ο μηχανισμός λειτουργεί άρρητα. Αρκεί ένα παρατεταμένο βλέμμα ή μια σιωπή στο καφενείο όταν περνάει κάποιος. Είναι, θα λέγαμε, πιο επικίνδυνο να είσαι «από εδώ» και να ξεφύγεις, παρά να είσαι εξ αρχής ξένος. Ό,τι στον Αριστοτέλη λειτουργεί ως παιδαγωγικό εργαλείο γίνεται εδώ κάτι πιο βαρύ: ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης του ίδιου του συστήματος, ανεξάρτητα πια από το αν αυτό που συντηρεί συνδέεται με κάποιο πραγματικό αγαθό. Η συμμόρφωση έχει πάρει σιωπηλά τη θέση της αρετής, ντυμένη τόσο καλά τον μανδύα της που κανείς στην πλατεία δεν θα ξεχώριζε πια τη μία από την άλλη.

Κι όμως, αυτά τα πρόσωπα στις θέσεις τους αξίζουν να κοιταχτούν και πέρα από τον μηχανισμό που τα διαμόρφωσε, γιατί υπάρχει εκεί, ανάμεσά τους, μια αγνότητα. Κάποια βλέμματα, αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά, κρύβουν βάθος φιλοσοφημένο, δοκιμασμένο από μια ζωή ολόκληρη, μια ειλικρίνεια που σπάνια συναντά κανείς αλλού — άνθρωποι που αγάπησαν, που έχασαν, που σήκωσαν πράγματα βαριά χωρίς να παραπονεθούν, που έμαθαν τη σιωπή από αξιοπρέπεια. Πρώτα απ’ όλα υπήρξαν θύματα της ίδιας διαδικασίας που τώρα, εκ των πραγμάτων, συνεχίζουν. Ο Αριστοτέλης έβλεπε στη φιλία μια αρετή θεμελιώδη, μεσότητα ανάμεσα στην κολακεία και τη δυσκολία, γεμάτη ανιδιοτέλεια και συμπάθεια για τον άλλον ως έναν άλλον εαυτό. Κάτι από αυτή τη φιλία επιβιώνει ακόμα εδώ, κάτω από τη σιωπή. Ο δρόμος τους έκλεισε πολύ πριν καταλάβουν πως έκλεινε, κι ό,τι απέμεινε κρύβει, μέσα στην ακινησία, κάτι γνήσιο — μια στοργή που έμαθε να εκφράζεται μέσα από τη φροντίδα του «έτσι κάνουμε εδώ», ο μόνος τρόπος αγάπης που έμαθαν κι εκείνοι.

Το χωριό, άλλωστε, κρύβει και άλλα «ξύλινα καθίσματα» πέρα από την πλατεία, μαγικά, ξένα απέναντι σε κάθε κρίση και αποδοκιμασία: ένα ανηφορικό μονοπάτι με βάθος που κόβει την ανάσα, μια βρύση κάτω από έναν πλάτανο, μια θέα που ανοίγεται απροσδόκητα πίσω από μια στροφή. Εκεί κανείς δεν ρωτάει τίνος είσαι, πότε ήρθες, πότε θα φύγεις· εκεί απλώς σε καλούν, όσο μακριά κι αν πας, όσα σπουδαία κι αν έχεις καταφέρει αλλού. Ο Αριστοτέλης υπογράμμιζε πως κάθε ζωντανό ον κουβαλάει μέσα του μια προδιάθεση, μια τελεολογία της φύσης του, που το ωθεί προς μια πληρέστερη μορφή του εαυτού του. Αυτά τα «καθίσματα» μοιάζουν με κάτι ανάλογο για τον άνθρωπο: ο τόπος που τον καλεί, σχεδόν φυσικά, προς κάτι πιο ολοκληρωμένο — η μνήμη ενός τόπου που τον αγάπησε προτού μάθει τι σημαίνει να κρίνεται.

Υπάρχει, μέσα στον αέρα του «χωριού» μας, μια βεβαιότητα που κανείς δεν χρειάζεται να αποδείξει: κάποιος σε αγάπησε εδώ, σιωπηλά και σταθερά, και θα συνεχίσει να σε αγαπάει έτσι, όπου κι αν πας, ό,τι κι αν γίνει. Κυκλοφορεί μαζί με τη μυρωδιά του χώματος και του καπνού, με τον ήχο της καμπάνας, με το φως που πέφτει το απόγευμα πάνω στις πέτρες μέσα στη γαλήνη της θερινής πανσελήνου — μια αγάπη σχεδόν ανώνυμη, δίχως πρόσωπο συγκεκριμένο, που ωστόσο σε περιμένει σε κάθε γωνιά.

Ας επιστρέψουμε στα παιδιά που τρέχουν ανέμελα στην πλατεία, εκεί όπου ξεκινήσαμε: κυνηγητό, κρυφτό, σώματα που δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τίποτα, με μια κίνηση που υπακούει μόνο στη δική της χαρά, μια χαρά ειλικρινή. Κάποια στιγμή, ένα από αυτά πέφτει και κλαίει γοερά. Κάποιος ενήλικας, πρόχειρα, σχεδόν μηχανικά σπεύδει να το παρηγορήσει μειδιώντας: «Μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει!». Τέσσερις λέξεις, ειπωμένες χωρίς κακία, σχεδόν με στοργή, που κουβαλούν ωστόσο όλη την αρχιτεκτονική του εθισμού: δεν υπόσχονται στο παιδί ότι θα περάσει ο πόνος, αλλά ότι ο πόνος του δεν αξίζει τη στιγμή του, ότι το κλάμα είναι υπερβολή που πρέπει να μετρηθεί με μια κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από αυτό, μια ζωή ολόκληρη, μέχρι τον γάμο, μέχρι την ενηλικίωση, μέχρι τη στιγμή που θα πάρει κι αυτό τη θέση του στην πλατεία. Το παιδί μαθαίνει έτσι να αναβάλλει τον πόνο, να τον μικραίνει μπροστά σε κάτι που δήθεν μετράει περισσότερο — η πρώτη μάθηση της μεσότητας εδώ, όχι ως ορθό μέτρο ανάμεσα σε έλλειψη και υπερβολή, αλλά ως σιωπηλή εντολή να μην γίνεσαι ποτέ υπερβολικός, ούτε καν στον πόνο σου.

Το κυνηγητό θα σταματήσει κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει σε κάθε ζωή που μεγαλώνει. Και το ερώτημα που μένει ανοιχτό αφορά την αιτία: αν θα σταματήσει επειδή κάτι πραγματικά ολοκληρώθηκε μέσα τους, ή επειδή έμαθαν, μία φράση τη φορά, να μην κλαίνε πια πολλή ώρα για τίποτα, πιστεύοντας πως αυτό ήταν δική τους επιλογή;

Κι αναρωτιέται κανείς, κοιτάζοντάς τα να τρέχουν ακόμα, αν οι δρόμοι τους θα παραμείνουν ανοιχτοί, ή αν θα κλείσουν σιγά σιγά, σιωπηλά, χωρίς να το προσέξει κανείς. Δεν πρόκειται για μια στιγμή αποφασιστική, ένα κατώφλι που θα περάσουν συνειδητά, αλλά για μια σκυτάλη που θα την πάρουν στα χέρια τους χωρίς να θυμούνται πότε τους δόθηκε — πιστεύοντας ίσως ότι διάλεξαν τα ίδια να σταθούν εκεί που θα σταθούν, τη θέση που θα κάτσουν, το βλέμμα που θα κρατούν λίγο παραπάνω πάνω σε όποιον περνάει και είναι διαφορετικός.

Κι όμως, ακόμα κι αν «κλείσουν» οι δρόμοι τους πάνω στις ξύλινες καρέκλες της πλατείας, θα μείνουν πάντα εκεί, κρυμμένες, εκείνες οι άλλες θέσεις του χωριού — το μονοπάτι, η βρύση, η θέα πίσω από τη στροφή, θέσεις που δεν έμαθαν ποτέ να κρίνουν, που δεν ρώτησαν ποτέ τίνος είσαι εσύ. Αυτό μοιάζει, τελικά, με το μόνο σίγουρο πράγμα: όσο μακριά κι αν φτάσουν, όσα σπουδαία κι αν καταφέρουν, κάτι σε αυτόν τον τόπο θα συνεχίζει να τα καλεί πίσω — αυτό το άλλο χωριό, το μαγικό, που τα αγάπησε πρώτο και χωρίς όρους. Εκεί μοιάζει να κρύβεται και το δικό τους ευ ζην, σε αυτή τη διαρκή κλήση που τα ακολουθεί όπου κι αν πάνε — μια ευδαιμονία που ανανεώνεται κάθε φορά που κάποιος γυρίζει, έστω νοερά, σε αυτές τις θέσεις που τον αγάπησαν πρώτες.

Ίσως γι’ αυτό το χωριό μας λειτουργεί, τελικά, και ως σημείο κάθαρσης, ως τόπος αναφοράς όπου κάποιος επιστρέφει, έστω νοερά, για να επαναπροσδιοριστεί. Μακριά από τους δικούς του δρόμους, τις δικές του κατακτήσεις, τις ταχύτητες και τις ψευδαισθήσεις, εκεί βλέπει καθαρότερα τι πραγματικά αγάπησε, και τι αξίζει, τελικά, να κρατήσει.

Τίνος είσαι εσύ; Ίσως, τελικά, είμαι όποιου με αγάπησε βαθιά.

Κύλιση στην κορυφή