Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Κώστας Βραχνός

Το ανεπίγνωστο

«Όποιος δεν μυρίζει το θειάφι
στον σύγχρονο κόσμο δεν έχει
την αίσθηση της όσφρησης»

Nicolás Gómez Dávila

Κάθε εποχή είναι εποχή κρίσης και κάθε περίοδος είναι μεταβατική περίοδος, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Πάντα ο άνθρωπος και η ανθρωπότητα είχαν μιαν αμφίθυμη, κρυπτομοιρολατρική αίσθηση έκπτωσης και αναγέννησης. Αμετάκλητης απώλειας και αναντίστροφης εξέλιξης. Εκείνο ίσως που ποικίλλει ανά τους αιώνες είναι η συνείδηση της κρίσης και της μετάβασης, το είδος, ο βαθμός και η ποιότητα της συνειδητότητας καθώς και οι αιτιακές σχέσεις ή η αυταπάτη αιτιακών σχέσεων, που αναπτύσσονται εντός της ρευστής επικράτειάς της.

Σπανίως και συνήθως σε παραγνωρισμένα και περιθωριοποιημένα πνεύματα επιτεύχθηκε αληθινή, σε πραγματικό χρόνο, ιστορική αυτογνωσία. Κατά κανόνα, ακριβή διαίσθηση και σαφή αυτοεικόνα της ανθρώπινης παρουσίας μάς χάρισαν μονάχα κάποιες φωνές, οι οποίες έμελλε να ακουστούν μόνον απ’ τη διαχρονικά σταθερή, άτυπη ομοταξία των αφυπνισμένων ή ευαίσθητων, αλλά να μην εισακουστούν ποτέ από τους αληθινούς αποδέκτες τους, τη μεγάλη πλειοψηφία των αδυνάμων και την ολιγαρχία των ισχυρών, που διαβιούν έκαστος απορροφημένος και αποξενωμένος στα αγαθά και τα βάσανα της οικείας του εξωτερικότητας.

Το ασύμπτωτο αυτό ιστορικότητας και επίγνωσης αναφέρεται σε ολόκληρο το φάσμα των εκτιμήσεων και των αισθημάτων, από την καταστατική εξαθλίωση και την αναπόδραστη παρακμή μέχρι τη χαρά της προκοπής και τη μέθη της παντοδυναμίας. Παθογένειες αναμενόμενες, απότοκα της προσκόλλησης ενός νοησιαρχικού φαντάσματος στο υλικοχωροχρονικό μηδέν, θα έλεγε με το δίκιο του ένας Ινδός. Πράγματι, η υπέρμετρη αμεσότητα χωρίς όμως εσωτερικότητα διαπλάθει τον γνώριμό μας, κυρίαρχο ανθρωπότυπο, τον άνθρωπο της μάζας, που δεν προφταίνει ούτε να ζήσει ούτε να χαρεί ούτε να σκεφτεί το παρόν. Τη γνώριμή μας θλιβερή καρικατούρα, που χωρίς τα βασικά πνευματικά όργανα, αδυνατεί να σταθμίσει τα πράγματα, να κατατοπιστεί στο αίνιγμα, να πραγματώσει τον ίσκιο του, αλλά και να υπολογίσει τον πλησίον.

Οι διαγνώστες της κρίσης, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, παντοτινά σύγχρονοί μας, παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή μονοτονία ως προς τις διαγνώσεις τους, με πρώτη και καλύτερη τη συλλογική λήθη ή άγνοια ή άρνηση ή αμφισβήτηση ή υποτίμηση του προβλήματος· κι αμέσως μετά ως προς τις ολότελα πνευματικές αιτίες που το προξενούν, ακόμα κι όταν τα έκτακτα κοινωνικο-οικονομικά συμπτώματα επικαλύπτουν με εκκωφαντικό τρόπο τη σιωπηρή νομοτέλεια που υπομονετικά τα εγκυμονεί. Επίσης, η μελανότητα των θεωρήσεων παραμένει σταθερή μέσα από τις διαφορετικές αποτιμήσεις (πτώση, μαρασμός, δύση, τέλμα, αποσύνθεση, καταποντισμός, όλεθρος κ.ο.κ.). Ενίοτε μόνο παροξύνεται για λόγους αισθητικούς ή διαισθητικούς ο τόνος, και απ’ τη μελαγχολία ή την ανησυχία περνάμε στο ανάθεμα και από την απλή προειδοποίηση στην κινδυνολογία και την καταστροφολογία, εγκαταλείποντας ή επαναφέροντας τον ρεαλισμό για τα μάτια μιας απεγνωσμένης αυταρέσκειας. Πληρότητα και αντικειμενικότητα σε πραγματικό χρόνο στην παρατήρηση και την αξιολόγηση της κατάστασης δεν είναι δυνατόν να έχουμε.

Θα έπρεπε, ωστόσο, να πιστεύει κανείς τυφλά στην κυκλικότητα της ιστορίας –ως ετέρας Φύσεως– και στα εναλλασσόμενα διαλεκτικά της σχήματα (θάνατος-ανάσταση, ακμή-παρακμή) για να στέκει ατάραχος μπροστά ή, μάλλον, μέσα στην παθογένεια που του έλαχε να ζήσει. Μια δόση Ιερεμίου επιβάλλεται από την ίδια τη θέα του κόσμου αλλά και για να μη χαμηλώνει η επαγρύπνηση. «Επ’ ουδενί λόγω κάθε καταστροφή δεν επιφέρει μια ανανέωση. Όπως η καταστροφή μιας εκλεκτής βλάστησης μπορεί να μετατρέψει διά παντός σε έρημο ένα κομμάτι γης, έτσι ένα έθνος ενδέχεται να μην αναρρώσει ποτέ από μια δεινή ταλαιπωρία» φώναξε ο Jacob Burkhardt. Το γνώρισμα –και το αίσθημα– αυτό του ανέκκλητου αντιπροσωπεύει φαινομενικά μια ταραξικάρδια ίσως υποκατηγορία της κρίσης, όμως, κατ’ ουσίαν αποτελεί μια ιδιότητά της που την υψώνει πέρα από την παθολογία της, σε διαστάσεις όπου οι κλασικές θεραπευτικές μέθοδοι δεν επαρκούν και όπου απαιτούνται εναλλακτικές θεραπείες –με τη γνωστή τους αναποτελεσματικότητα– και, προπαντός, η συνδρομή του θείου –με την αδιάγνωστη συμβολή του.

Μα έλα που ο πολιτισμός αποκτά ένα είδος εφήμερης αυτοσυνειδησίας μονάχα εάν διαταραχτεί «από τα μέσα» η κανονικότητά του. Όπως συμβαίνει με την υγεία, την οποία εκτιμούμε μονάχα όταν διασαλεύεται ή απειλείται. Υλικής τάξεως προβλήματα αφυπνίζουν τον στοχασμό περί ύλης. Αντιστοίχως, τεχνολογικά κακοφορμίσματα εγείρουν τα ερωτήματα περί τεχνολογίας ή βιοηθικής. Ποιος από τους δισεκατομμύρια φανατικούς σπόνσορες της ψηφιακής και διαδικτυακής μονοκρατορίας δεν φρικιά πότε-πότε με το βάθος της εμπλοκής του; Πότε; Όταν η τρέλα της εποχής τον πνίγει με τις υπερβολές της, με τις αναφομοίωτες και μη αφομοιώσιμες κατακτήσεις της. Διότι η εποχή τρελάθηκε από αλόγιστη χρήση του λόγου, καταπώς αυτός μονοπωλήθηκε από τον ορθολογισμό· απ’ την εξωφρενική πριμοδότηση της πιο στενόμυαλης εκδοχής του λόγου, της λογικής, και απ’ την καθυποτακτική έρευνα της φύσης στην πιο στενόκαρδη εκδοχή της, τη φυσική. «Για τους περισσότερους, ήταν η οικονομική κρίση, την οποία βίωσαν στο πετσί τους (οι περισσότεροι άνθρωποι είναι στο σώμα πιο ευαίσθητοι απ’ ό,τι στο πνεύμα), που προετοίμασε το έδαφος για τέτοιες σκέψεις (περί κρίσης)» γράφει ήδη το 1935 ο J. Huizinga. Για να έρθουμε στο σήμερα, υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως μετά την πρόσφατη πανδημία το γένος των ανθρώπων αναβαπτίσθηκε και αναπτύχθηκε; Ελλείψει θρησκευτικότητας, δηλαδή ελλείψει εν γένει μηχανισμών πνευματικής επεξεργασίας και νοηματοδότησης της οδύνης και των συναφών θεμελιωδών/οριακών βιωμάτων, πώς θα κατανοήσουν και πώς θα μεταβολίσουν οι άνθρωποι το ανέλπιστο ταρακούνημα που τους ξεβόλεψε; Μεταβολισμός υπήρξε, μόνο που μετέτρεψε όλες τις οδυνηρές συνειδητοποιήσεις (θνητότητα, βραχυβιότητα, ευθραυστότητα, ετερονομία, ματαιότητα κ.λπ.) σε προσχήματα και άλλοθι ούτως ώστε το άτομο, πιο αγριεμένο από την πρόσκαιρη στέρηση, να ριχτεί με ακόμα δριμύτερη απληστία στις απολαύσεις και τα κεκτημένα, που του κρατούν το κεφάλι σκυμμένο στο χώμα και στο στιγμιαίο παρόν.

Η επιστήμη, όσο παραμένει σε επαφή με τον πυρήνα της, δηλαδή έχει ευτυχή επίγνωση της βασιμότητας των αξιώσεών της, κάθε άλλο παρά αρνείται και πολεμά το μυστήριο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, ενόσω ο μισός Newton ασχολούνταν με τους νόμους της βαρύτητας, ο άλλος μισός καταγινόταν με την καμπαλά και τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Επίσης, δεν διστάζει να παραδεχτεί πως «ανέκαθεν υπήρχαν κάποιες μη επιστημονικές μέθοδοι της αλήθειας (αστρολογία, αλχημεία), οι οποίες μας οδηγούν, αν όχι στη γνώση της αλήθειας, τουλάχιστον στον προθάλαμό της», που οι σύγχρονες μεθοδολογίες έχουν διασύρει τόσο πολύ ώστε να μην τολμούμε πια να τις θεωρήσουμε σοβαρές, διαμαρτύρεται ο L. Chestov. Απλώς αυτοοριοθετείται και, τρόπον τινά, ησυχάζει ως αναρμόδια. Γιατί σίγουρα δεν έχει ούτε την επάρκεια ούτε τη φιλοδοξία να επιβάλει μια κοσμοθεωρία. Εντούτοις, αυτό συνέβη με πανηγυρικό τρόπο ενάντια σε όλα τα προγνωστικά. Όμως δεν είναι η επιστήμη που θριάμβευσε αλλά το θετικιστικό πνεύμα, το οποίο –παρεμπιπτόντως– υιοθέτησε το κύριο χαρακτηριστικό του εχθρού: «η πίστη του August Comte στην επιστήμη ήταν θεολογική και δογματική πίστη, επ’ ουδενί θετικιστική»,διέκρινε εύστοχα ο Miguel de Unamuno. Κοντολογίς, συντελέστηκε σταδιακά μια επικίνδυνη αντιποίηση σε ό,τι αφορά τις «αρμοδιότητες». Την απαίτηση για μια ολοκληρωμένη αναπαράσταση της πραγματικότητας κι ένα πλέγμα αξιακών αναφορών προσανατολισμού αντικατέστησε ο κατακερματισμός της γνώσης ως αυτοσκοπού. Ο ανέκαθεν και καθόλου άδικα «καθ’ ύλην αρμόδιος», η οργανωμένη θρησκεία, ο μόνος ικανός –ακόμα και διά της αντιθέσεως προς αυτήν– να νοηματοδοτήσει, να εμπνεύσει, να παρηγορήσει, να δικαιώσει και να υποστηρίξει τον βίο στη ριζική μυστηριακότητα της ανορθολογικότητάς του, σιγά-σιγά είτε εξοβελίσθηκε είτε εκφυλίσθηκε σε αφελείς και μοιραίες μεταμφιέσεις, ικανές μονάχα να βαθαίνουν το ιλιγγιώδες υπαρξιακό κενό και να εντείνουν το αίσθημα παντελούς ανεπιστασίας. Διότι η νικηφόρος επιστήμη, που έχει χάσει την επικοινωνία με τον άξονά της, «αποκλείει κατ’ αρχήν τα ερωτήματα που, στους άθλιους καιρούς μας, είναι φλέγοντα για τα ανθρώπινα όντα (…) τα ερωτήματα του νοήματος ή του ανούσιου της ανθρώπινης ύπαρξης», όπως παρατηρεί ο Husserl στην περίφημη διάλεξή του για την κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών. Έλα όμως που αυτά τα ερωτήματα, παρά τη λογοκρισία ή τον εκχυδαϊσμό (διά της ακραίας ψυχολογικοποίησής τους), υφίστανται και πιέζουν έξωθεν κι έσωθεν τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη ψυχή, η οποία δεν μπορεί να υποψιαστεί τι της φταίει. Ενώ, λοιπόν, η εποχή δεν κουράζεται ν’ ασχολείται με την ίδια της την πάθηση και να καθιστά ανεπιγνώστως μα αυταρέσκως τη δυσφορία της κεντρικό θέμα των αναζητήσεων και των προβολών της, αδυνατεί να αναχθεί στις ρίζες του προβλήματος και να το συσχετίσει με τη σοβαρή προβληματικότητα των νέων πολιτιστικών παραδειγμάτων.

Προς αποφυγή παρανοήσεων, η στάση συλλήβδην κριτικής του ορθολογισμού και ταυτόχρονα προάσπισης της ανορθολογικής αντίληψης της ζωής και του ανθρώπου δεν πρέπει να εκληφθεί σαν ένας ακόμα συγκινησιοκρατικός δικαιωματισμός που έρχεται να εμπεδώσει την απουσία καθολικών αξιολογικών και κανονιστικών πλαισίων αναφοράς και συναίνεσης, αλλά σαν ένας εμφατικός και ενδεχομένως απλοϊκός τρόπος να υπενθυμιστεί η μη αναγώγιμη στον επιστημονικό λόγο φύση της ύπαρξης του κόσμου και στον κόσμο. Και, βεβαίως, ότι «ο ορθολογισμός, ο οποίος δεν υποτάσσεται στην ύψιστη πνευματική αρχή, γεννάει ανορθολογικές επιπτώσεις» θα υποστηρίξει ο Berdayev σ’ ένα απ’ τα καταπληκτικότερα δοκίμια που γράφτηκαν για την πνευματική κατάσταση του σύγχρονου κόσμου.

Ασφαλώς, θα ήταν απερίσκεπτο να αρνηθούμε τους απίστευτους άθλους της νεωτερικότητας, ειδικά σε ό,τι αφορά τη βελτίωση των υλικών και νομικών όρων διαβίωσης και να ξεχάσουμε πού βρίσκονται σήμερα τα δυτικά κράτη σε σύγκριση με τα αφρικανικά, τα μουσουλμανικά ή τις προνεωτερικές κοινωνίες γενικώς. Δε θέλει και πολύ να διολισθήσουμε σ’ αυτό που ο Odo Marquard αποκάλεσε «μελλοντοποιημένο αντιμοντερνισμό»: την άρνηση του παρόντος όχι πλέον μέσω της σύγκρισης μ’ ένα ιερό προνεωτερικό παρελθόν αλλά εν ονόματι ενός ιερού μετανεωτερικού μέλλοντος με χαρακτηριστικά ουτοπίας κι ολίγον τι αχαριστίας. Υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος στον πλανήτη που να πιστεύει ότι «τα πράγματα πάνε καλά»; [Αν ήταν μεμονωμένο άτομο, θα κλείναμε την κοινωνία στο τρελάδικο. Εμείς, ωστόσο, κυκλοφορούμε ελεύθεροι και καταγγέλλουμε δεξιά κι αριστερά και δεν υποπτευόμαστε τον ρόλο μας στο θέατρο του κόσμου.] Το νέο πολιτιστικό παράδειγμα είναιμια αδιάκοπη, ολοένα επιτακτικότερη διαδικασία τεχνικοποίησης του πλανήτη και του βίου, διά της οποίας δια- και απο- κόπτεται η ιστορική παράδοση στους λαούς για να τοποθετηθεί σύνολη η ύπαρξη πάνω σε καινούργια βάση, αυτήν της διαμεσολαβημένης παρουσίας και προσωποποιημένης κατανάλωσης. Καινοφανής μαζική τρέλα μόνωσης, απάθειας, κυνισμού, αμάθειας, αφασίας, αδηφαγίας, υλοδοξίας, βίας, έμπρακτου μηδενισμού. Μια ματιά στη μαθητιώσα νεολαία αρκεί για μας δώσει μια ιδέα της κατάστασης. Ίσως ποτέ η απώλεια και η αίσθηση απώλειας, η σύγχυση και η αίσθηση σύγχυσης, να μην ήταν δραματικότερες.

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο κι ας ακούσουμε με προσοχή τον πάντα επίκαιρο καθότι αποκαλυπτικό Nicolai Berdayev: «Ζούμε σ’ έναν κόσμο που είναι εκτεθειμένος στον παραλογισμό, έναν παραλογισμό που δεν γνωρίσαμε ποτέ στο παρελθόν (…) Η αποχριστιανοποίηση οδήγησε στον απανθρωπισμό, που με τη σειρά του προκάλεσε την παραφροσύνη (…) Στην ομαδική παραφροσύνη, τον πολυδαιμονισμό και τη σύγχρονη ειδωλολατρία μπορεί να αντισταθεί μονάχα μια κινητοποίηση των πνευματικών δυνάμεων. Η κοινωνική οργάνωση μόνη της είναι ανίσχυρη να αγωνιστεί ενάντια στη χαοτική παρακμή του κόσμου και του ανθρώπου», την απανθρωποποίηση, που παραδόξως ο σύγχρονος κοινός νους αποκαλεί «πρόοδο», αλλά είναι διαφωτισμός δίχως φώτιση, «παγκόσμια τύφλωση», για να θυμηθούμε τον Léon Bloy.

Μέσα σ’ ένα αποκαρδιωτικό πανόραμα συστηματικής πλανητικής αυτοϋπονόμευσης, η λύση, η απάντηση, η πρόταση, η ελπίδα, η αντίσταση στην κυρίαρχη παράνοια της κατίσχυσης της λογικής, φυσικά, δεν μπορεί ούτε πρόκειται να προέλθει από τον ορθολογισμό αλλά από την ομοιοπαθητική: «Το άλογο δεν μπορεί να νικηθεί από το έλλογο αλλά από το υπέρλογο» λέει o Berdayev, ο οποίος έχει τη διορατικότητα να γενεαλογήσει τις ασθένειες του σύγχρονου κόσμου όχι μόνο στην έκπτωση απ’ τον χριστιανισμό αλλά και στις οργανικές παθήσεις του ίδιου του χριστιανισμού. . Το υπέρλογο είναι η θρησκευτικότητα, το μυστήριο, το ιερό, το υπερβατικό και όλες οι μορφές σχέσης μαζί του. Οι δε θεσπισμένες θρησκείες, ακόμα και στην τρέχουσα εκφυλισμένη εκδοχή τους, τον φαυλεπίφαυλο κλήρο, είναι οι κατεξοχήν «ειδικοί», «αρμόδιοι», «διαπιστευμένοι», «κατάλληλοι» –για να μην πούμε οι μόνοι, ουσιαστικά– «διαχειριστές» του. Μέσα από την εκάστοτε πνευματική παράδοση, ακόμα και στην πιο στρεβλή ή επιδερμική αφομοίωσή της, ο κάθε λαός και ο κάθε άνθρωπος αποκτά χάρτη, πυξίδα, τιμόνι και σκάφος. Έξω από αυτήν δεν ξέρει πού βρίσκεται και πού πηγαίνει. Γράφει ο μέγας Kierkegaard: «Στην τρικυμία ο ναυτικός δεν κοιτάζει τα κύματα αλλά τα αστέρια. Τα αστέρια λάμπουν αιώνια στο στερέωμα. Μόνο το αμετάβλητο μπορεί να νικήσει το μεταβλητό, μόνο το αιώνιο μπορεί να νικήσει το μέλλον». Κατά συνέπεια, με «σύγχρονα» όπλα δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί η κρίση της εποχής. Τα αίτιά της συναρτώνται αναφανδόν με την πρωτοφανή διάρρηξη της οργανικής συνέχειας των κοινωνιών και η εξέτασή της απαιτεί υποχρεωτικά ένα ελάχιστο ενδιαφέρον για την απέραντη, αναξιοποίητη παρακαταθήκη τού χτες. Όπως τονίζει ο Karl Jaspers στο προφητικό του έργο Η πνευματική κατάσταση της εποχής, «η αρχαιότητα έριξε τις βάσεις για ό,τι στη Δύση μπορούμε να είμαστε ως άνθρωποι (…) Κάθε αξιοσημείωτη ακμή του ανθρώπινου όντος στη Δύση επήλθε απ’ την επαφή και την αντιπαράθεση με την αρχαιότητα. Όπου αυτή λησμονήθηκε, έκανε την εμφάνισή της η βαρβαρότητα. Αν ό,τι ξεκολλάει από τη βάση του μέλλει να ταλαντεύεται δίχως στήριγμα, το ίδιο κι εμείς με την απώλεια του αρχαίου. Η βάση μας, παρότι πάντοτε σε διαδικασία μεταμόρφωσης, είναι η αρχαιότητα». Φυσικά, αναφερόμαστε στη δυτική/νεωτερική έχθρητα προς το παρελθόν, έχθρητα που αποτυπώνεται εύγλωττα μεταξύ άλλων στη βάναυση απαξίωση των κλασικών σπουδών, παράλληλα, όμως, με την τελειοποίηση των υπηρεσιών μελέτης και διαφύλαξης του παρελθόντος (νόμοι, αρχεία, βιβλιοθήκες, μουσεία) και την καθολική, σχιζοφρενική παραδοχή της αδιαμφισβήτητης σημασίας κι αιώνιας υποδειγματικότητας των αριστουργημάτων του. Έτσι, αν «ο θετικισμός είναι το φιλοσοφικό μαυσωλείο πάνω από την παρακμάζουσα ανθρωπότητα» (V. Rosanov), «η Ευρώπη μετατρέπεται ούτως ειπείν σ’ ένα τεράστιο μουσείο της ιστορίας του δυτικού ανθρώπου» (K. Jaspers). Ωστόσο, αν έπρεπε σε μία λέξη να συμπυκνώσουμε την πλειονότητα των παθογενειών, αυτή θα ήταν η «αποχριστιανοποίηση», η οποία –σημειωτέον- ως φαινόμενο εμπεριέχει κι όλες τις καίριες εκδηλώσεις επιφύλαξης ή εναντίωσης προς την πίστη. Ο Jacques Maritain, πατέρας του όρου «αντιμοντέρνος», αποδίδει το μοντέρνο στην «αντιχριστιανική επανάσταση». Γενικώς, εγκατάλειψη των ηθικών αξιών και καθιερωμένων στερεοτύπων, αποκλεισμός και υποτίμηση του θεολογείν, λατρεία των επιστημονικών εφαρμογών που υποδουλώνουν τον άνθρωπο (René Guénon) και, απαρεγκλίτως, εμπιστοσύνη στην αναγκαιότητα και το διηνεκές της προόδου (Robert Spaemann): ιδού κάποιες σταθερές του νεωτερικού προτάγματος.

Καθόλου τυχαίο το ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ανατόμοι της ψυχής και του καιρού, «οι διορατικές ψυχές και όλα τα αληθινά προοδευτικά πνεύματα», όπως τους ονομάζει ο κατά Berdayev «πνευματολόγος» F. Dostoyevski,ήταν κατά κανόνα «αντιμοντέρνοι», κι ως επί το πλείστον «συντηρητικοί» στις πολιτικές τους απόψεις. Κάτι που στην καλύτερη περίπτωση σκανδαλίζει την κατ’ όνομα προοδευτικότητα της εποχής, ανίκανης να αναλογιστεί τα λόγια του Michael Oakshott: «Δεν είναι αντιφατικό να είσαι συντηρητικός σε θέματα διακυβέρνησης και ριζοσπάστης σε ό,τι αφορά οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα». Με τους σημερινούς επικρατούντες (woke, political correctness, cancel culture κ.λπ.) όρους, πνεύματα φερ’ ειπείν σαν τον Baudelaire ή τον Flaubert θα όφειλαν να χαρακτηρίζονται ως «αντιδραστικά». Αλλά ποιος θα τολμούσε να διαπράξει δημοσίως ένα τέτοιο ατόπημα; Σε «αντιδραστικά» πνεύματα σαν αυτά πιστώνονται μερικές απ’ ουσιωδέστερες τομές και ρήξεις και πρόοδοι της ιστορίας. Κατά τον Antoine Compagnon «οι αντιμοντέρνοι όχι οι παραδοσιοκράτες οι αυθεντικοί αντιμοντέρνοι, δεν θα ήταν παρά οι αληθινοί μοντέρνοι, που δεν πλανώνται από το μοντέρνο, που είναι πάντα σε εγρήγορση». Παραδοσιακά, αλλά και σήμερα, την αληθινή πρόοδο και την αληθινή αντίσταση ενσαρκώνουν μάλλον κάποιοι μετριοπαθείς μερακλήδες του αποθησαυρισμένου παρελθόντος παρά οι ορδές των έξαλλων ακτιβιστών του Zeitgeist.

Αν προσέξουμε, θα διαπιστώσουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των πραγμάτων, των έργων και των προσώπων που η αντιπνευματική, αντιμεταφυσική και αντιθεολογική εποχή θαυμάζει και από τα οποία αντλεί αναφορά, γνώμονα, έμπνευση, νόημα, κάλλος, σθένος, παρηγοριά, ανακούφιση και προοπτική, συναρτώνται με την πνευματικότητα, τη μεταφυσική και τη θεολογία. Τόσο οι απονεκρωμένες λιμπιντικές –technomaniac– καταναλωτικές μάζες όσο και οι νεοπαγανιστές ζηλωτές των «θετικών» και «κοινωνικών» επιστημών και λοιπών ανεπίγνωστων υποκατάστατων του υπερβατικού εγγράφονται, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, στην αυτή κατηγορία των αγνωμώνων καρπωτών των επιτευγμάτων των εχθρών τους. Η εποχή θέλει το αποτέλεσμα χωρίς τη διεργασία, το φρούτο χωρίς να σπείρει, να ποτίσει ούτε καν να σκεφτεί το χωράφι, θέλει όλα τα προϊόντα της μεταφυσικής χωρίς τη μεταφυσική, όλα τα κατορθώματα και τα ευεργετήματα της χριστιανοσύνης χωρίς τον χριστιανισμό. Θέλει τον Dante, τον Greco, τον Bach, αλλά χωρίς όλα εκείνα τα εξωτερικά, εσωτερικά και εσωτερικευμένα οργανικά πνευματικά συστατικά που έφτιαξαν αυτούς τους γίγαντες, οι οποίοι έφτιαξαν αυτά τα δημιουργήματα, και τα οποία συστατικά τυχαίνει να είναι εκείνα ακριβώς που μάχεται ή αγνοεί. Πόση ασυνειδησία! Γράφει όμορφα ο T.S.Elliot: «Πιθανόν ένας Ευρωπαίος να μην πιστεύει ατομικά ότι η Χριστιανική Πίστη είναι η αλήθεια, αλλ’ ακόμα και τότε αυτό που εκφράζει και πράττει και δημιουργεί θα εκπηγάζει από την κληρονομιά του Χριστιανικού πολιτισμού και από αυτόν τον πολιτισμό θ’ αποκτά τη σημασία του. Μονάχα ένας Χριστιανικός πολιτισμός θα μπορούσε να αναδείξει έναν Βολταίρο ή έναν Νίτσε (…) Αν ο Χριστιανισμός εξαφανιστεί μια μέρα, τότε ολόκληρος ο πολιτισμός μας θα εξαφανιστεί».

Οι διαγνώσεις –είπαμε– ποικίλλουν. Όπως και οι θεραπείες. Οι προτάσεις θεραπείας, για την ακρίβεια. Τα πάντα εξαρτώνται από τη συνείδηση της ασθένειας. Τα πάντα εξαρτώνται από την εκτίμηση του κινδύνου ή της ζημίας. Είθισται οι υπερβολικοί φόβοι να συνδέονται με κίβδηλες αισιοδοξίες. Για κάποιους ζούμε ένα είδος «κατακλυσμού της χιλιετίας», μια σύγχρονη βαρβαρότητα, όπου «οι βάρβαροι της σήμερον δεν φοράνε δέρματα ούτε κουβαλάνε δόρατα αλλά επώνυμα κοστούμια και smartphones» και η ενδεδειγμένη στρατηγική είναι «η επιλογή του Βενέδικτου» (Rod Dreher), η καταφυγή στη διαμόρφωση μιας αντικουλτούρας στα πρότυπα των κλειστών χριστιανικών κοινοτήτων, μια μετανεωτερική «κιβωτός». Αντί γι’ αυτήν την πολύ «δεξιά» απόσυρση, άλλοι, σοφότεροι (Alasdair MacIntyre), προτείνουν μια γενναία, κόντρα στο αδιέξοδο της «προηγμένης νεωτερικότητας» αλλά διόλου νοσταλγική επιστροφή στην αρετολογική/αριστοτελική/θωμιστική ηθική παράδοση, ένα νέο είδος εμπλοκής στην κοινωνική τάξη. Για κάποιους παλαιότερους αρκούσε εάν κατορθώναμε να συντηρήσουμε «ό,τι ανθρώπινο έχουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες της αρχαιότητας». «Δεν είμαστε θεοί που πλάθουμε τον κόσμο», θα πει ο Charles Péguy, «θέλουμε να γίνουμε χρήσιμοι θησαυροφύλακες, ενημερωμένοι, επιμελείς διαχειριστές του νοικοκυριού». Μισό αιώνα νωρίτερα, ο Kierkegaard αμφέβαλλε αν «η κοινωνική συλλογικότητα μπορεί να σώσει την εποχή μας, καθώς εμποδίζει το άτομο που η αοριστία της εποχής έχει αποπροσανατολίσει ή απορροφήσει να βρει ουσιαστικά τον εαυτό του», προασπίζοντας έναν χριστιανισμό που «καταργεί την τυραννία της μάζας». Της ίδιας ατομικιστικής μάζας, δηλαδή, στους κόλπους της οποίας δεν αποκλείεται μια μέρα, έτσι, απροσδόκητα, να εμφανιστεί η ελπίδα, με τη μορφή κύματος, τάσης, ψύχωσης, μόδας. Πόσα, εξάλλου, αγαθά και πόσα φαινόμενα που θεωρούμε αυτονόητα δεν συνιστούν αυθόρμητες ή μεθοδευμένες μόδες που επικράτησαν κι επιβλήθηκαν; Κι οι ερχόμενες γενιές ν’ αρχίσουν ξαφνικά ν’ ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό και να υπερασπίζονται την αγάπη και τη μελέτη των αρχαίων πολιτισμών, τις νεκρές γλώσσες, τις κλασικές σπουδές, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις πνευματικές παραδόσεις, την υπερβατικότητα, τη μεταφυσική, τη θεολογία, τον χριστιανισμό, ό,τι σήμερα πνέει τα λοίσθια ή έχει από καιρό πεθάνει. Το ξύπνημα ή η καλλιέργεια μιας γνήσιας «αρχαιολογικής ευαισθησίας» συνεπάγεται ένα ελάχιστο σεβασμού αν όχι ενδιαφέροντος για όλα τα παραπάνω, καθότι όλη η σοφία του κόσμου είναι «αρχαία» (ήτοι όχι σημερινή και όχι προϊόν δικό μας), και για την αξιοποίησή της προϋποτίθεται ένα ελάχιστο αίσθημα ιστορικής ευθύνης και, οπωσδήποτε, ευγνωμοσύνης. Προπαντός, απαιτείται η ύπαρξη συνείδησης πως είμαστε λίαν βραχύβιοι και πως ο κήπος χορταριάζει γρήγορα, ειδικά όταν δεν τον φροντίζουμε. Κάτι που σε κοινωνίες σαν τη δική μας, χτισμένες πάνω σε γιγαντιαίους παλαιούς πολιτισμούς, βιώνεται με τρόπο οξύτατο, λόγω συμπλέγματος ανάξιας προνομίας κι ασύμμετρης κληρονομιάς. Ίσως, ειδοποιεί ο G. Simmel, η κυριαρχία της μόδας να μην είναι «διόλου ανεκτή» σε χώρους άκρως σοβαρούς όπως η θρησκευτικότητα, αφού το αισθητικό της θέλγητρο είναι εντελώς ακατάλληλο για τις ανάλογες αποφάσεις και «αφήνει σ’ αυτές μια στάμπα επιπολαιότητας», βλέπε à la carte new age νεωτερισμούς. Όπως και να ’χει, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: οτιδήποτε συμβάλλει, κατ’ αρχάς, στην τόνωση του μεταφυσικού αισθητηρίου και, ακολούθως, στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για την –χριστιανική στη βάση της–ανθρωπιστική μας κληρονομιά, που απειλείται, είναι εδώ που φτάσαμε θεμιτό. Άλλωστε, «στην ιστορία, είναι σοφό να ελπίζουμε σε θαύματα και παράλογο να βασιζόμαστε σε σχέδια» (Nicolás Gómez Dávila)…

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή