Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Στιγκ Ντάγκερμαν

Το να σκοτώνεις ένα παιδί

Μετάφραση: Θέκλα Γεωργίου

Είναι μια ήρεμη μέρα∙ το φως του ήλιου απλώνεται στα χωράφια της πεδιάδας. Λίγο ακόμη και θα ηχήσουν οι καμπάνες – ξημερώνει Κυριακή σήμερα.

Ανάμεσα σε χωράφια σίκαλης, δυο παιδιά βρίσκουν τυχαία ένα μονοπάτι που δεν είχαν ξαναπάρει ποτέ και στα τρία χωριά της πεδιάδας τα παράθυρα αστράφτουν στο φως του ήλιου. Άντρες ξυρίζονται μπροστά σε καθρέφτες στημένους σε τραπέζια κουζίνας, γυναίκες σιγοτραγουδούν κόβοντας φέτες τα κανελόψωμα για πρωινό και παιδιά κάθονται στο πάτωμα κουμπώνοντας τα πουκάμισά τους. Είναι ένα ευχάριστο πρωινό μιας αποφράδας μέρας, γιατί σήμερα ένα παιδί θα σκοτωθεί στο τρίτο χωριό από έναν άνδρα εύθυμο. Κι όμως το παιδί κάθεται ακόμη στο πάτωμα και κουμπώνει το πουκάμισό του. Κι ο άντρας που ξυρίζεται μιλά για τη μέρα που ξεδιπλώνεται, για τη βαρκάδα τους στο ρυάκι. Κι η γυναίκα, σιγοτραγουδά ακόμη, ακουμπώντας το φρεσκοκομμένο ψωμί σ’ ένα μπλε πιάτο.

Καμιά σκιά δεν περνά απ’ την κουζίνα. Κι όμως, την ίδια στιγμή, ο άντρας που θα σκοτώσει το παιδί στέκεται δίπλα σε μια κόκκινη αντλία βενζίνης στο πρώτο χωριό. Είναι ένας εύθυμος άνδρας. Κοιτάει μέσα από το σκόπευτρο της φωτογραφικής του μηχανής, καδράρει ένα μικρό μπλε αυτοκίνητο και μια νεαρή γυναίκα που γελά. Την ώρα που η γυναίκα ξεσπά σε γέλιο κι ο άντρας απαθανατίζει τη γοητεία της στιγμής, ο υπάλληλος βιδώνει την τάπα του ρεζερβουάρ. «Ωραία μέρα για βόλτα», λέει. Η γυναίκα μπαίνει στ’ αυτοκίνητο κι ο άνδρας που θα σκοτώσει το παιδί, βγάζει το πορτοφόλι. Λέει στον υπάλληλο πως θα πάνε στη θάλασσα. Θα νοικιάσουν μια βάρκα. Θα ξανοιχτούν μακριά, πολύ μακριά. Η γυναίκα στο μπροστινό κάθισμα ακούει τη συζήτηση απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Κάθεται αναπαυτικά πίσω και κλείνει τα μάτια. Και με κλειστά τα μάτια βλέπει τη θάλασσα και τον άνδρα να κάθεται δίπλα της στη βάρκα. Ο άντρας δεν είναι κακός. Είναι ανέμελος κι εύθυμος. Πριν μπει στ’ αυτοκίνητο, μένει για λίγο μπροστά στη γρίλια, που αστράφτει στον ήλιο κι απολαμβάνει το ανακατεμένο άρωμα της βενζίνης και των πασχαλιών. Καμιά σκιά δεν απλώνεται στ’ αυτοκίνητο· ο προφυλακτήρας λάμπει άθικτος, δίχως βαθουλώματα, δίχως ίχνος αίματος.

Όμως, τη στιγμή που ο άντρας στο πρώτο χωριό μπαίνει στ’ αυτοκίνητο και κοπανά την πόρτα πίσω του, την ίδια στιγμή που σκύβει να τραβήξει το τσοκ, η γυναίκα στο τρίτο χωριό ανοίγει το ντουλάπι της κουζίνας και διαπιστώνει πως δεν έχει ζάχαρη. Το παιδί, που έχει ήδη κουμπώσει το πουκάμισό του κι έχει δέσει τα παπούτσια του, γονατίζει στον καναπέ και κοιτά το ρυάκι να ελίσσεται ανάμεσα στις σκλήθρες∙ φαντάζεται τη μαύρη βάρκα τραβηγμένη στην όχθη, μέσα στα ψηλά χόρτα. Ο άντρας που θα χάσει το παιδί του έχει τελειώσει το ξύρισμα και κλείνει τώρα το φορητό του καθρεφτάκι. Κούπες καφέ, κανελόψωμο, κρέμα, μύγες — όλα έχουν τη θέση τους στο τραπέζι. Η ζάχαρη μόνο λείπει. Κι έτσι, η μητέρα λέει στο παιδί να τρέξει ως τους Λάρσον να δανειστεί λίγη. Καθώς το παιδί ανοίγει την πόρτα, ο άντρας του φωνάζει να βιαστεί, γιατί η βάρκα τούς περιμένει στην όχθη του ρυακιού και σήμερα θα τραβήξουν πολύ κουπί, πολύ πιο μακριά απ’ όσο ποτέ άλλοτε. Και τρέχοντας στην αυλή, το παιδί δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο παρά το ρυάκι, τη βάρκα, τα ψάρια που πηδούν έξω απ’ το νερό.

Και κανείς δεν σκύβει να του ψιθυρίσει πως έχει μόνο οκτώ λεπτά ζωής, πως η βάρκα θα μείνει εκεί που είναι — σήμερα, και για πολλές μέρες ακόμη.

Δεν είναι μακριά οι Λάρσον. Εδώ απέναντι, πέρα από τον δρόμο. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το παιδί διασχίζει εκείνον τον δρόμο, το μικρό μπλε αυτοκίνητο διασχίζει με ταχύτητα το δεύτερο χωριό. Είναι ένα μικροσκοπικό χωριό, με σπίτια κόκκινα, χαμηλά κι ανθρώπους που μόλις έχουν ξυπνήσει και κάθονται στις κουζίνες τους με κούπες καφέ στα χέρια. Σκύβουν πάνω απ’ τους φράχτες τους και βλέπουν τ’ αυτοκίνητο να περνά σφαίρα, σηκώνοντας πίσω του ένα σύννεφο σκόνης.

Τ’ αυτοκίνητο κινείται με μεγάλη ταχύτητα. Και πίσω απ’ το τιμόνι ο άντρας ίσα που προλαβαίνει εικόνες φευγαλέες— μηλιές, φρεσκοπισσωμένους τηλεφωνικούς στύλους να περνούν δίπλα του σαν ωχρές σκιές. Το καλοκαίρι αναπνέει μέσ’ απ’ τα ανοιχτά παράθυρα. Και καθώς βγαίνουν απ’ το δεύτερο χωριό, τ’ αυτοκίνητο αγκαλιάζει τον δρόμο, κυλά σταθερά, σίγουρα, στη μέση του δρόμου. Είναι μόνοι σ’ ετούτο τον δρόμο — προς το παρόν. Κι υπάρχει μια ηρεμία σαν οδηγείς ολομόναχος σ’ έναν φαρδύ, ανοιχτό δρόμο. Και καθώς βγαίνουν στην ανοιχτή πεδιάδα, εκείνη η αίσθηση της ηρεμίας κατακάθεται ακόμη πιο βαθιά.

Ο άντρας νιώθει δυνατός και σίγουρος κι αγγίζει το σώμα της γυναίκας με τον δεξί του αγκώνα. Δεν είναι κακός άνθρωπος. Βιάζεται να φτάσει στη θάλασσα. Δεν θα έβλαπτε ούτε μυρμήγκι. Κι όμως — σε λίγο θα σκοτώσει ένα παιδί. Καθώς συνεχίζουν γκαζώνοντας προς το τρίτο χωριό, η γυναίκα ξανακλείνει τα μάτια, σαν να μη θέλει να τα ανοίξει ξανά παρά μόνο σαν απλωθεί μπροστά τους η θάλασσα. Στ’ απαλό λίκνισμα τ’ αυτοκινήτου, αφήνεται να ονειρευτεί το ήσυχο κύμα να γλείφει την ακτή, την ήρεμη, αστραφτερή επιφάνεια του νερού.

Γιατί η ζωή είναι φτιαγμένη με τέτοια αμείλικτη ακρίβεια, ώστε ένας εύθυμος άνδρας, ένα λεπτό πριν σκοτώσει ένα παιδί, να μπορεί να είναι απόλυτα ήρεμος∙ ώστε μια γυναίκα, ένα λεπτό πριν ουρλιάξει από τρόμο, να μπορεί να κλείνει τα μάτια και να ονειρεύεται τη θάλασσα∙ και στο τελευταίο λεπτό της ζωής εκείνου του παιδιού, οι γονείς του να μπορούν να κάθονται στην κουζίνα περιμένοντας λίγη ζάχαρη, μιλώντας ανέμελα για τα λευκά του δόντια και για τη βαρκάδα που έχουν σχεδιάσει∙ κι εκείνο το ίδιο το παιδί να μπορεί να κλείνει μια καγκελόπορτα και να διασχίζει τον δρόμο, κρατώντας στο δεξί του χέρι λίγους κύβους ζάχαρης τυλιγμένους σ’ έν’ άσπρο χαρτί∙ και σ’ όλη τη διάρκεια εκείνου του λεπτού να μη βλέπει τίποτε άλλο παρά ένα καθαρό ρυάκι με μεγάλα ψάρια και μια πλατύγαστρη βάρκα με βουβά κουπιά.

Έπειτα, είναι αργά έπειτα. Έπειτα υπάρχει μονάχα ένα μπλε αυτοκίνητο σταματημένο λοξά στον δρόμο και μια γυναίκα να ουρλιάζει και να τραβά το χέρι από το στόμα και το χέρι της να είναι βαμμένο με αίμα.

Έπειτα ένας άντρας ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, παρόλο που μέσα του κείτεται ένα πηγάδι τρόμου.

Έπειτα οι λίγοι κύβοι ζάχαρης σκόρπιοι άσκοπα μες το αίμα και το χαλίκι κι ένα παιδί να κείτεται μπρούμυτα, ακίνητο, με το πρόσωπο χωμένο στην άσφαλτο.

Έπειτα δυο χλωμοί άνθρωποι, που δεν έχουν προλάβει ακόμη να πιουν τον καφέ τους, τρέχουν περνώντας την καγκελόπορτα για να αντικρίσουν στον δρόμο ένα θέαμα που δεν θα ξεχάσουν ποτέ. Γιατί δεν είναι αλήθεια πως γιατρεύει ο χρόνος όλες τις πληγές. Ο χρόνος δεν γιατρεύει την πληγή ενός νεκρού παιδιού. Κι ελάχιστα γιατρεύει τον πόνο μιας μάνας που ξέχασε να αγοράσει ζάχαρη κι έστειλε το παιδί της απέναντι να δανειστεί λίγη.
Και το ίδιο ελάχιστα γιατρεύει την απόγνωση ενός κάποτε εύθυμου άντρα που σκότωσε ένα παιδί.

Γιατί ο άντρας που σκότωσε ένα παιδί δεν πάει στη θάλασσα. Ο άντρας που σκότωσε ένα παιδί γυρίζει σπίτι αργά, σιωπηλός. Και δίπλα του κάθεται μια γυναίκα βουβή με δεμένο το χέρι. Και καθώς διασχίζουν ξανά τα χωριά, δεν βλέπουν ούτε ένα φιλικό πρόσωπο — παντού σκιές, σκιές πολύ σκοτεινές. Κι όταν χωρίζουν, χωρίζουν μέσα στην πιο βαθιά σιωπή. Κι ο άντρας που σκότωσε ένα παιδί ξέρει πως αυτή η σιωπή είναι ο εχθρός του και πως θα χρειαστούν χρόνια από τη ζωή του για να τη νικήσει και να φωνάξει πως δεν έφταιγε. Μα ξέρει επίσης πως αυτό είναι ψέμα. Και κάθε νύχτα, στ’ ανήσυχα θραύσματα των ονείρων του θα προσπαθεί να ξανακερδίσει εκείνο το ένα λεπτό ζωής, ν’ αλλάξει κάπως εκείνο το ένα λεπτό.

Μα η ζωή είναι τόσο αμείλικτη για τον άντρα που σκότωσε ένα παιδί, ώστε όλα έπειτα έρχονται πολύ αργά.

⸙⸙⸙

[«Το να σκοτώνεις ένα παιδί» είναι το πιο γνωστό διήγημα του Ντάγκερμαν, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1948 και συμπεριελήφθηκε στη συλλογή Vårt behov av tröst (1955).]

Κύλιση στην κορυφή