Μετάφραση: Βίκυ Κατσαρού
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Εκείνος που φτάνει σε μια πόλη να ριζώσει,
αρχίζει να νοιάζεται για τις μικρές του ανάγκες
και αδιάκοπα αναβάλλει τις ουσιώδεις συναντήσεις.
Το τέμενος που θέλει να προσκυνήσει,
το καφενείο όπου να καθίσει λαχταρά,
ο κήπος που ονειρεύεται να διασχίσει,
πάντα –κάπως–
γλιστρούν στην άλλη όχθη του δρόμου.
Ο γάμος μας έχει αρχίσει να μοιάζει μ’ αυτό.
Συγκατοικούμε στο ίδιο σπίτι
με μια σιωπηλή συμφωνία:
η αριστερή πλευρά του κρεβατιού ανήκει σε μένα·
αν σταθούμε στο τραπέζι,
η δεξιά καμπύλη του προσώπου σου·
κι όταν συναντιόμαστε στον διάδρομο
ακολουθούμε πάντοτε το ίδιο μονοπάτι.
Μη με παρεξηγείς,
ακόμη αγαπώ το λακκάκι σου.
Είναι σαν να λέμε:
εφόσον η ζωή είναι ένας μακρύς δρόμος,
ας προσπερνάμε
και ας οσμιζόμαστε μονάχα τα άνθη του.
Κι ωστόσο,
στην άλλη πλευρά των προσώπων μας –τη σκιώδη–
διαρκώς ανθίζουν και μαραίνονται ρόδα,
σαν πυροτεχνήματα
σ’ ένα πανηγύρι τυφλών.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Εκείνες οι πόρτες δεν άνοιξαν.
Τα πίσω δωμάτια
έμειναν άλυτο αίνιγμα, έξω απ’ αυτή την αφήγηση.
Σταθήκαμε στην αψεγάδιαστη όψη του καθρέφτη.
Πάλι σαράντα ήταν τα δωμάτια,
μα τούτη τη φορά
μπήκαμε τυχαία απ’ το τεσσαρακοστό.
Ω! κάθε θάλαμος σίγουρα
κρύβει τη δική του περιπέτεια.
Μα αν η πηγή αναβλύσει κατευθείαν στη θάλασσα,
δεν σβήνει το ταξίδι της προτού ακόμα αρχίσει;
Το κόκαλο της φωνής έλιωσε,
κι όπως ένα πέπλο που κυλά αργά,
το παραμύθι δίπλωσε μέσα στον εαυτό του.
Η περιέργεια –η γάτα– αποσύρθηκε,
σύρθηκε σιωπηλή με την ουρά χαμηλωμένη,
κι ο αφηγητής αποκοιμήθηκε
στο χιόνι της ίδιας της φωνής του.
Εκείνες οι πόρτες δεν άνοιξαν.
Μείναμε πάντοτε στο δωμάτιο των επισκεπτών:
με ψιχάλες κολόνιας και σοκολατάκια,
σ’ ένα απόγευμα δίχως τέλος.
Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Όταν άρχισε να βρέχει,
ήμουν σε μια παγκόσμια περιοδεία με τον Ιούλιο Βερν.
Βρήκα το άλογό μου εκεί που ο άνεμος
είχε ρίξει το βιβλίο μου –με την κοιλιά του γεμάτη
μετά από ώρες βοσκής. Απότομη κατηφόρα,
θρυμματισμένα βράχια, κάκτοι, αγκαθωτοί θάμνοι…
Όταν ένιωσα ανήμπορος,
θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα:
«Άφησε το σχοινί χαλαρό και πιάσου απ’ την ουρά του ζώου».
Υπήρχε μήπως κάποιο αόρατο πέρασμα
ανάμεσα στα λυσσομανή, τοσοδά δέντρα,
που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να δει;
Πώς βαδίζαμε με τόση ακρίβεια;
Δεν διακλαδίζεται ο δρόμος σε χίλια μονοπάτια σε κάθε βήμα;
Ναι! Οι περιπλανήσεις μου που ξεκίνησαν τότε
συνεχίστηκαν. Κάθε ταξίδι μου με οχήματα
εξοπλισμένα με τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες
οδήγησε σε έναν –στον λαιμό μου.
Ο κόσμος είναι ένα απέραντο δάσος. Αυτό έμαθα.
Σε κάθε σταυροδρόμι,
υπάρχει πάντα ένας τρίτος δρόμος
που δεν φαίνεται στον χάρτη.
Η νύχτα είναι τυφλή, η βροχή αιωρείται,
ο άνεμος σηκώνει εφημερίδες από τα σκουπίδια της πόλης
και τις κολλά στο τζάμι του αυτοκινήτου.
Η πυξίδα –εκείνο το «κόσμημα κάτω από το αριστερό στήθος»–
ξεθωριάζει όσο μεγαλώνουμε. Δεν το ήξερα.
Κι ύστερα, το πνεύμα
περιστρέφεται σαν γέρος
πάνω από το ίδιο του το πτώμα.
Καθώς γύριζα και ξαναγύριζα σ’ αυτή την πορεία,
στο χείλος του εμετού,
βρέθηκα στο χωριό σου.
Σ’ αυτή τη βροχερή χειμωνιάτικη μέρα,
αν σου ζήτησα να κατέβεις απ’ το τρακτέρ ή το φορτηγό σου,
συγχώρεσέ με.
Αδέρφια αγρότες,
ξέρω τις μεγάλες αλλαγές που έγιναν.
Μα ακόμη, αν τυχαίνει να ’χεις,
κάπου σε μια γωνιά, σε ένα παλιό μισογκρεμισμένο στάβλο –
ορίστε η γενναιόδωρη προσφορά μου:
η βιβλιοθήκη μου,
για ένα αληθινό άλογο
που θα με πάει πάλι σε ηλιόλουστα λιβάδια.
ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟ ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης,
ο σοφός της Αλεξάνδρειας,
εξύμνησε το ταξίδι προς την Ιθάκη
και όχι τον ίδιο τον προορισμό·
και δεν υπάρχει αμφιβολία
ότι είχε απόλυτο δίκιο
να φωτίζει το βήμα πριν
από την πραγματική στιγμή της άφιξης.
Κι όμως, κάτι λείπει,
κάτι ατελές,
όσο η ερώτηση αιωρείται στον αέρα:
Ο υπάλληλος του κράτους,
με την καθιστική ζωή,
που προτιμούσε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο
παρά στον χώρο
γιατί σταμάτησε εκεί,
σαν να ήταν σταθμός αναχώρησης,
και δεν μετέφερε την ένταση πιο πέρα,
στην πράξη του στοχασμού,
στο όνειρο εκείνου του ταξιδιού
και στο αίσθημα της πληρότητας,
που φέρνει γνώση, επίγνωση,
μια μυστική αποκάλυψη
που καμία όραση δεν μπορεί να δει
ούτε πλήθος αισθήσεων να συλλάβει;
Αυτές οι σκέψεις περνούν
από το μυαλό μου,
καθώς ετοιμάζομαι για το πιο συναρπαστικό ταξίδι
στο Μπαγκλαντές, που ανακινεί
το χώμα μου σαν φρέσκα φύτρα,
που ωθούν να ανθίσουν
άγνωστα, άγρια λουλούδια
απέραντης ομορφιάς.
Κάθε φύλλο –κυματιστό, αέρινο μαντίλι
μιας μαυρισμένης γυναίκας σε πράσινο σάρι·
κάθε κύμα –χορός μικρών γυμνών ποδιών
με βήματα ασυνήθιστα·
το άρωμα των καταρρέοντων σκούρων μαλλιών
καίει την ψυχή και όχι τα ρουθούνια·
γλυκές γεύσεις, υπονοούμενες
από τα λόγια των χειλιών
βρεγμένων με νέκταρ από μάνγκο
λίγα μόλις λεπτά πριν·
οι ήχοι των δρόμων
χτίζουν θόλους από νότες πάνω μας,
από τους οποίους στάζουν, αποσταγμένες,
δροσοσταλίδες αλήθειας
που γεμίζουν το κύπελλο
της πιο καυτής ανάγκης μας.
Καθώς διασχίζω
το πλήθος σωμάτων, η αφή τους στο δέρμα μου,
ένα φευγαλέο τρεμούλιασμα
σαν η Γη, βαθιά μέσα στον μαγματικό της βρασμό,
να αισθάνεται την επικίνδυνη εγγύτητα
ενός σαρωτικού μετεωρίτη.
Με λίγα λόγια, ο Κωνσταντίνος Καβάφης,
ο διάσημος ποιητής της Αλεξάνδρειας,
έκανε το ίδιο το ταξίδι πολύτιμο.
Καθώς το νόστιμο βεγγαλικό επιδόρπιο
διαλύεται στη γλώσσα μου,
σαν αόρατο χέρι ανέμου
που χαϊδεύει τους ρυζώνες,
καταλαβαίνω ότι το πραγματικό ταξίδι
αρχίζει πριν ακόμη ξεκινήσει το ταξίδι,
και γράφω μόνο για να το θυμόμαστε εμείς.
⸙⸙⸙
[Ο ποιητής και μεταφραστής Nazmi Ağıl διδάσκει στο Τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Koç της Κωνσταντινούπολης. Απογοητευμένος από τον κόσμο των ενηλίκων, τα τελευταία χρόνια στράφηκε στα παιδιά και αφιερώθηκε στη συγγραφή ποίησης για εκείνα.]

