Ποῦ νά ʼχουν πάει; — ἐρώτημα ἡ ἐλεγεία θὰ σοῦ βάλει
γιὰ κείνους ποὺ χαθῆκαν, λὲς καὶ ὑπάρχει κάποιος τόπος
κάποια περιοχή, ὅπου ζεῖ τὸ Χτὲς, καὶ ὑπάρχει τρόπος
νὰ ζοῦν τὸ Σήμερα, τὸ Ἀκόμα καὶ τὸ Ἐκ Νέου Πάλι.
Ποῦ νά ʼνʼ (τὸ ξαναλέω) ἐκεῖνο τὸ ἀνθρωπομάνι
ποὺ μὲς στὰ σκονισμένα καλντερίμια ἔχει ἱδρύσει
—στοὺς ἔρημους συνοικισμοὺς ποὺ ἐπάλευε νὰ ζήσει—
τὴ σέκτα τοῦ στιλέτου ποὺ παλικαράδες φτιάνει;
Ποῦ νά ᾽χουν πάει ἐκεῖνοι ποὺ περάσαν καὶ χαθῆκαν
ἀφήνοντας ἐπεισοδίων ἴχνη πίσω, καὶ ἴσως
στὸν χρόνο ἐποποιία γράψαν μυθική; Πῶς δίχως μίσος
ἢ κέρδος ἢ ἀγαπητηλίκια ἀλληλοσκοτωθῆκαν;
Στὸν θρύλο τους τοὺς ψάχνω ἢ στὴν ἀληθινή τους σφαίρα:
τὸ κάρβουνο εἶναι ποὺ σὰν ρόδο ἀβέβαιο ἀνοίγει στὸ ἔμπα
τῆς νιότης καὶ κρατάει κάτι ἀπ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴν πλέμπα
ἀπὸ τὸ Λὸς Κορράλες ἴσαμε τὴ Βαλβανέρα.
Σὲ ποιά σοκάκια σκοτεινά, σὲ ποιό λαγκάδι ἐκεῖ ἔρμο
τοῦ κάτω κόσμου ὁ σέρτικος νὰ κατοικοεδρεύει ἴσκιος
τοῦ μάγκα ἐκείνου ποὺ ἦταν στὴ ζωή του πάντα σύσκιος; —
ναί, τὸν Μουράνια λέω, τὸ στιλέτο ἀπ’ τὸ Παλέρμο.
Κι αὐτὸς ὁ τρομερὸς Ἰβέρα ποὺ οἱ ἅγιοι τὸν λυποῦνται
καὶ ποὺ σ’ ἕνα γεφύρι ἐσκότωσε τὸν ἀδερφό του,
τὸν Νιάτο, τὸν Πλακουτσομύτη, κι ἔτσι τὸ δικό του
σκὸρ ἔφτασε στοὺς φόνους, ποῦ ʼναι; Ποῦ και οἱ δυὸ κοιμοῦνται;
Γιὰ μαχαιριῶν, στιλέτων πρόκειται μυθολογία
ποὺ μὲ τὰ χρόνια τὴν κατάπιε ἡ λήθη κι ἐξεχάστη·
τραγούδια λὲν γιὰ φονικὰ καὶ γιὰ τὸ πῶς ἐπιάστη
ὁ δράστης σὲ τραβήγματα μὲ τὴν ἀστυνομία.
Ὑπάρχει κι ἄλλο κάρβουνο καὶ ρόδο φλογισμένο
καὶ ζοῦν θαμμένα μὲν στὴ στάχτη, ἀλλ’ ἀκόμα καῖνε·
ἐδῶ εἶναι οἱ ἀγέρωχοι μαχαιροβγάλτες, καὶ μᾶς λένε
τὸ βάρος πού ʼχει τὸ στιλέτο τὸ ἀμίλητο κρυμμένο.
Μὲ τὸ ἐχθρικὸ εἶν’ καὶ τ’ ἄλλο τὸ στιλέτο; ὁ χρόνος· μένει
μαζί του· κι ἔτσι μὲς στὶς λάσπες θάφτηκαν κι ἐκεῖνοι,
καὶ σήμερα, πέρ’ ἀπ’ τὸν χρόνο, ἐδῶ ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει
καὶ ἀκόμα ζεῖ εἶναι νὰ χορεύουν τάνγκο οἱ πεθαμένοι.
Στὴ μουσικὴ εἶναι μέσα, στὶς χορδὲς ἐκείνου τοῦ ἅγιου
ὀργάνου, τῆς κιθάρας, πού ʼχει πεῖσμα μουλαρίσιο
καὶ στὶς μιλόνγκες μηχανεύεται ὅ,τι παραδείσιο
ἔχει ἀθωότητα μὲς στὶς φιέστες τοῦ κουράγιου.
Καὶ κίτρινα κυλάει τσέρκια, μὲ τῶν τσίρκων ὅμοια:
λιοντάρια καὶ ἄλογα· καὶ ἀκούω καὶ τοὺς ἤχους κιόλας
ἀπὸ τὰ τάνγκο τοῦ Βισέντε Γρέκο καὶ τοῦ Ἀρόλας
ποὺ τά ʼχω δεῖ νὰ τὰ χορεύουνε στὰ πεζοδρόμια,
καὶ σήμερα γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔρχεται μεμονωμένο
χωρὶς τὸ πρὶν καὶ τὸ μετά, καὶ κόντρα ἁπλῶς στὴ λήθη
κρατώντας γεύση ἀπ’ τὸ χαμένο, ἀπ’ ὅ,τι δϊελύθη:
τὴ γεύση ποὺ ἔχει ἀπολεσθὲν καὶ ξανακερδισμένο.
Στὶς συγχορδίες θὲ νὰ βρεῖς πράγματ᾽ ἀρχαῖα πάρα
πολλά: ἀπ’ τὴν ἄλλη μεσαυλὴ καὶ ἀπὸ τὰ κλήματα ἤχους.
(Πίσω ἀπ’ τὶς μισοκλεισμένες γρίλιες καὶ τοὺς τοίχους,
μαχαίρι ὁ Νότος ἔχει φυλαγμένο καὶ κιθάρα.)
Τὸ τάνγκο: ἐτούτη ἐδῶ ἡ ριπή, ἡ διαβολικὴ ἀταξία,
μὲ χρόνων μόχθους κι ἔγνοιες ἔρχεται μαζὶ νὰ πέσει.
Ἀπὸ πηλὸ καὶ χρόνο ἐπλάστηκε, γιὰ νὰ διαρκέσει
λιγότερο ὁ ἄνθρωπος ἀπ’ τὴν ἀχνή του μελωδία,
ποὺ χρόνος εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνο. Σὲ θολοῦ καὶ ἀστείου
μυαλοῦ φαντάσματα, τοῦ παρελθόντος ἀμανάτι,
ἡ μνήμη μένει ἑνὸς θανάτου πού ʼγινε γιὰ κάτι
ξεσυνερίσματα σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ προαστίου.

