Γιώτα Τεμπρίδου

Του γυναικοκτόνου

Βίκυ Τσελεπίδου, Η αγέλη, Πατάκη, Αθήνα 2025.

Ο πεζογράφος δεν συντάσσεται με τις απόψεις κανενός από τους ήρωές του. Γι’ αυτόν όλοι έχουν δίκιο. Καθήκον του, όπως του δικηγόρου, είναι να βρει και να αναδείξει τα ελαφρυντικά του φονιά. Δεν σας διαβάζει μόνο η οικογένεια του σκοτωμένου. Σας διαβάζουν και οι φίλοι του φονιά. Μπορεί και ο ίδιος.

Αλέξης Πανσέληνος, Σεμινάρια δημιουργικής γραφής

Δίσταζα να γράψω για το πιο πρόσφατο βιβλίο της Βίκυς Τσελεπίδου και θα εξηγήσω γιατί. Πήγα όμως να κάνω μια σύντομη αναφορά σ’ αυτό, στο πλαίσιο ενός κειμένου που αφορούσε ένα άλλο βιβλίο, και μου φάνηκε πως η τόση συντομία το αδικούσε. Κάθομαι τώρα και γράφω, για πρώτη φορά, για ένα βιβλίο που έχω διαβάσει μία μόνο φορά. Δεν άντεχα να το ξαναδιαβάσω. Και θα εξηγήσω γιατί.

Όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την αξιόλογη ελληνική πεζογραφία των ημερών μας, δεν μπορώ να μη σκεφτώ τη Βίκυ Τσελεπίδου. Θεωρώ τη γραφή της σαγηνευτική, τον τρόπο που καταγίνεται με τα πράγματα παθιασμένο, το δόσιμό της στη λογοτεχνία αυθεντικό. Τα βιβλία της είναι πάντα προσεγμένα, οι θεματικές της πιάνουν τον παλμό της εποχής (αυτόν που αντιλαμβανόμαστε μερικές από εμάς ως τέτοιο). Το τελευταίο μυθιστόρημά της, Η αγέλη, βγήκε στους δρόμους στο έβγα του 2025.

Θ’ αρχίσω ανάποδα, για να πω πως το πρώτο πράγμα που θεωρώ σημαντικό στην Αγέλη είναι πως στο κατακόκκινο οπισθόφυλλό της έχουν τυπωθεί οι λέξεις «γυναικοκτονία» και «γυναικοκτόνος», που ακόμα συζητάνε ορισμένοι το δικαίωμά τους στην ύπαρξη. Στην πρώτη αράδα η πρώτη, στο άνοιγμα της δεύτερης παραγράφου η δεύτερη, δεν περνάν απαρατήρητες. Το οπισθόφυλλο δανείζεται το χρώμα του από το έργο του εξωφύλλου, που είναι του Γιάννη Γαΐτη και το βρίσκω συγκλονιστικό. Συγκλονιστικό βρίσκω και τον τίτλο του έργου όμως (το διαζευκτικό του κυρίως) και απολύτως ταιριαστό με το βιβλίο: «“Ο βιασμός” ή “Αφήγηση”».

Η αγέλη είναι ένα μυθιστόρημα τριακοσίων και κάτι σελίδων που περιστρέφεται γύρω από μια γυναικοκτονία – ακριβέστερα, γύρω από έναν γυναικοκτόνο. Δεν αφορά τόσο το θύμα –στοπ: έχει όνομα «το θύμα», λέγεται Λυδία–, που δεν είναι (=ζει) πια, όσο τον θύτη, που συνεχίζει να είναι (=ζει). Αφορά την πράξη, τις πράξεις του, κυρίως όμως τον ίδιο τον θύτη. Χορεύει γύρω του, χωρίς να τον ξεπλένει. Χωρίς να απαλείφει το θύμα· διαγραφή και διόρθωση: τη ΛΥΔΙΑ. Χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα ή να αποποιείται την (κοινωνική) ευθύνη.

Η αγέλη δεν σου αφήνει περιθώριο να πεις «μπορεί να μην κατάλαβα καλά» – σε αναγκάζει να τα δεις όλα. Πώς πλησιάζει το νυστέρι καμιά φορά στο δέρμα και λες «εντάξει, καταλάβαμε, δεν είναι ανάγκη να δούμε την τομή, το αίμα», η κάμερα όμως ζουμάρει επιθετικά και τα βλέπεις τελικά όλα με κάθε λεπτομέρεια; Εκτός αν κλείσεις τα μάτια. Που εγώ τα έκλεισα στην Αγέλη, αν και ίσως όχι εγκαίρως. Πρόλαβε το κακό να μπει. Πώς στο Κουρδιστό πορτοκάλι (και του Μπέρτζες και του Κιούμπρικ) βάζανε κάτι πιαστράκια στα βλέφαρα του δεμένου Άλεξ, αναγκάζοντάς τον να παρακολουθεί απανωτές σκηνές (κινηματογραφημένης) ωμής βίας; Η Τσελεπίδου βρήκε τρόπο να μας βάλει στη θέση του Άλεξ χωρίς ν’ απλώσει χέρι στα μάτια μας.

Παραδόξως, μπορώ να δω περίπου τα πάντα στην οθόνη, χωρίς να έχω εφιάλτες μετά. Και πίστευα πως αντέχω να διαβάσω τα πάντα. Με την Αγέλη όμως φυσούσα, ξεφυσούσα, έβριζα, ξεροκατάπινα, την άφηνα και γυρνούσα απ’ την άλλη, την ξανάπιανα και την ξανάφηνα στο λεπτό, έλεγα δυνατά το παράκανε, το παράκανε, ήταν σαν να φώναζα φτάνει. Δεν είχα εξαρχής τόσο έντονες αντιδράσεις, μετά τα μισά του βιβλίου κλιμακώθηκαν. Βρέθηκα να νιώθω ανίσχυρη και αντιμέτωπη με τόση βία, υπερβολικά πολλή βία, αδιαχείριστη βία, που όμως η Τσελεπίδου την είχε πιάσει απ’ τα κέρατα και την ανάγκασε να φανερωθεί, να δείξει το πρόσωπό της, χωρίς μάσκες και φτιασίδια. Την έκανε ν’ ακουστεί, χωρίς περιστροφές, αποσιωπητικά, συγκαλύψεις. Την έφερε μπροστά μου και μας άφησε μόνες.

Το ουσιώδες εδώ, και πιθανόν παντού, δεν είναι η ιστορία καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο και ο λόγος για τον οποίο λέγεται. Ποιος (ποια) και σε ποια άτομα αφηγείται. Η Τσελεπίδου δεν έρχεται να παρουσιάσει τα ευρήματα μιας διεξοδικής έρευνας, δεν κουβαλάει αδιάσειστα στοιχεία στον τορβά, ούτε πετάει ξύλα στο τζάκι, να φτιάξει ατμόσφαιρα. Η ιστορία λέγεται από (δηλαδή η αφήγηση μοιράζεται [δηλαδή η Τσελεπίδου τη μοιράζει] σε) έξι πρόσωπα: από τον «συνάδελφο» (του θύτη), τη Φαίη, που είναι παλιά συμφοιτήτρια και πρώην του θύτη, τον «εργοδότη» (του αυτού), τον «ξάδελφο» (επίσης), την Όλγα, που είναι κολλητή της Λυδίας με σπουδές ψυχολογίας, και τη Στέλλα, που είναι παιδική φίλη του θύτη. Ονόματα, με δυο λόγια, έχουν μόνο οι γυναίκες, και η Τσελεπίδου, που καλομελετημένα τα έχει όλα, αφιερώνει το βιβλίο στη Λυδία – και επίσης «στην Όλγα, στη Στέλλα, στη Φαίη». Το αφιερώνει δηλαδή σε όλες τις γυναίκες της Αγέλης, είτε έχουν φωνή (που στην περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με τη ζωή), είτε δεν έχουν.

Τα πρόσωπα εμφανίζονται στις σελίδες του βιβλίου με τη σειρά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Μας μιλάει πρώτα ο συνάδελφος, μετά η Φαίη και ούτω καθεξής, οι αφηγήσεις όμως διακόπτονται: ακούμε για λίγο τον συνάδελφο, μετά για λίγο τη Φαίη, μετά για λίγο τον εργοδότη, έτσι που δεν προλαβαίνουμε να παρασυρθούμε από μια εκδοχή κι έρχεται αμέσως η επόμενη. Μέχρι τη σελίδα 33 τους έχουμε ακούσει όλους από μια φορά (τον εργοδότη δύο), ο συνάδελφος όμως, ας πούμε, μιλάει πρώτη φορά στη σελίδα 17 και τελευταία στην 283. Την πρώτη φορά, αριστερά του ονόματός του δίνεται η ένδειξη «00:00», την τελευταία: «5:20:46». Οι ενδείξεις παραπέμπουν σε ηχογράφηση και πράγματι μια απομαγνητοφώνηση έχουμε μπροστά μας. Από τα πρόσωπα που παρουσιάζουν την ιστορία, τελευταία ακούγεται η Στέλλα. Μετά, για πρώτη και τελευταία φορά, τον λόγο παίρνει ο «δικηγόρος» (του θύτη), που είναι, όπως εξηγεί ο ίδιος, και αυτός που επιδίωξε την ηχογράφηση. Και επίσης: αυτός που επεξεργάστηκε τα στοιχεία, δηλαδή τα φωνητικά αρχεία. Γιατί τις αφηγήσεις δεν τις έβαλε η Τσελεπίδου στη σειρά, ο δικηγόρος τις έβαλε, κόβοντας και ράβοντας. Και βέβαια η σειρά με την οποία ακούμε/διαβάζουμε τα λόγια επηρεάζει κι αυτή την πρόσληψή μας. Αν και ο δικηγόρος δεν τα ετοίμασε για μας όλα αυτά, για τον θύτη τα ετοίμασε, «μπας και ταρακουνηθ[εί], μπας και τυχόν συγκινηθ[εί], φιλοτιμηθ[εί], εξοργιστ[εί], βρίσ[ει]» (296).

Η ηχογράφηση κλείνει με τα λόγια του δικηγόρου λοιπόν, που απευθύνεται στον θύτη. Δεν ισχύει το ίδιο για το βιβλίο, που κλείνει σχεδόν όπως άνοιξε: με μερικές σελίδες γραμμένες εξ ολοκλήρου με πλάγια γράμματα, που ακολουθούνται από ένα σκίτσο, λίγους στίχους του Αρχίλοχου και μερικές σημειώσεις. Επιτρέψτε μου όμως μια παρένθεση στο σημείο αυτό.

Έγραψε ο Νίκος Κουρμουλής πως Η αγέλη της Τσελεπίδου «ελάχιστα θυμίζει τις προηγούμενές της δουλειές». Εγώ πάλι έχω την αίσθηση πως αναγνώρισα την Τσελεπίδου των προηγούμενων βιβλίων της (που καθόλου όμως δεν θεωρώ πως επαναλαμβάνεται) σε διάφορα σημεία της Αγέλης. Ο Αρχίλοχος της αρχής και του τέλους, οι σελίδες με τα πλάγια γράμματα της αρχής και του τέλους, το σχήμα κύκλου που φτιάχνουν, μου θύμισε το πρώτο μυθιστόρημα της Βίκυς, Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;, που ανοίγει και κλείνει με αφιέρωση: «Στον Οδυσσέα και στην Ελένη», «Και στον Δημήτρη» (5 & 389). Διπλή αφιέρωση που εκτείνεται σε δυο σελίδες υπάρχει και στην Αγέλη. Αρχαίους ελληνικούς στίχους σε θέση προμετωπίδας συναντάμε τόσο στον Μεγάλο Σκύλο όσο και στην Αγέλη. Σιμωνίδης ο Κείος στη πρώτη περίπτωση, Αρχίλοχος στη δεύτερη – η απόδοση είναι του Κώστα Καβανόζη και τις δύο φορές. Ύστερα είναι και το σκίτσο της σελίδας 309 της Αγέλης, που νομίζω πως λειτουργεί ως τεκμήριο (υπάρχει μια περιγραφή του πολύ νωρίτερα στο βιβλίο, στη σελίδα 50) και μπορεί να θυμίσει τα φωτογραφικά τεκμήρια του Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (275-278). Η Τσελεπίδου συνηθίζει επιπλέον να δίνει στο τέλος των βιβλίων της αναλυτικά τις πηγές των δανείων της, επιγράφοντάς τες άλλοτε «Υστερόγραφο», άλλοτε «Σημείωμα» και εδώ «Σημειώσεις». Μπορεί ν’ ακούγονται ασήμαντα αυτά, έχει όμως κι άλλα.

Διαβάζουμε σε ένα σημείο της Αγέλης: «“[…] Μένει σ’ ένα παρατημένο τροχόσπιτο εδώ πιο κάτω, του ’χει ρίξει από πάνω μια στέγη από ελενίτ κι έχει περιφράξει με σύρμα τον χώρο για να μην μπαίνουν το βράδυ τα τσακάλια”. “Τι είναι ελενίτ;”» (102). Ελενίτ είναι ο τίτλος που πρώτου βιβλίου της Τσελεπίδου, που ανοίγει εξηγώντας ακριβώς τι (άλλο) είναι ελενίτ. Διαβάζουμε σε άλλο σημείο της Αγέλης: «Σου έδειξα το σημείο όπου κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ο αστερισμός του Μεγάλου Σκύλου, γνωστός στους Ρωμαίους και με την ονομασία “Κέρβερος της Κολάσεως”» (205-206). Ο Μεγάλος Σκύλος, το είπαμε ήδη: τίτλος μυθιστορήματος της Τσελεπίδου κι αυτός.

Κυρίως όμως, και εδώ κρύβεται μάλλον η ουσία όλη, εκείνο που δεν εντοπίζω τώρα πρώτη φορά στην Τσελεπίδου είναι η μαστορική της αφήγησης. Πιάνει να γράψει μια ιστορία και σε ρίχνει σε βαθιά νερά, δεν σου χαρίζεται, δεν σ’ τη δίνει στο πιάτο, απαιτείται ενέργεια, ζητείται απάντηση: «κάτσε, ποιος μίλησε;», «τι ήθελε να πει μ’ αυτό;», «εσύ τι πιστεύεις;», «τι γνώμη έχεις;».

Όσο και να το αποφεύγω, θα πρέπει να φτάσω στον θύτη κάποτε. Σε ολόκληρο το βιβλίο, όλα τα άτομα γι’ αυτόν μιλάνε – από διαφορετική θέση και έχοντας άλλο σκοπό το καθένα. Η φρασεολογία, αναμενόμενα, αλλάζει κι αυτή, κάποτε όμως χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις: «Θες αλήθειες; Όσο κι αν διαφωνώ με ό,τι έκανε, κατά βάθος μέσα μου, αν μπω στο πετσί του, τον καταλαβαίνω» (Φαίη, 207), «Ξεχνάμε κάτι που δεν λέγεται εύκολα, αλλά θα το πω· αν είναι να λέμε αλήθειες, να τις λέμε ολόκληρες» (Στέλλα, 194). Καμιά φορά είναι σαν να απαντάν στις ίδιες ερωτήσεις (πράγμα που μπορεί και να ισχύει): «Τι να σου πω; Αν χρειαστεί, θα πάω στη δίκη. Αν δεν χρειαστεί όμως, έτσι, από δική μου πρωτοβουλία, δεν πατάω», (ξάδελφος, 251), «Ποιο δικαστήριο; Ούτε ζωγραφιστό θέλω να τον ξαναδώ, το κάθαρμα, τον βλέπω στην τηλεόραση κι αλλάζω κανάλι» (συνάδελφος, 256). Άλλοτε είναι σαν να μην αναφέρονται στο ίδιο άτομο: «Δεν είχε κάτι το αποκρουστικό πάνω του, κάτι που να ’βγαζε μάτι, κάθε άλλο. Ήταν ο γιος που ο κάθε πατέρας θα ήθελε να έχει για να του αφήσει το βιος του» (εργοδότης, 23), «Δεν άφησε μέσο επίθεσης που να μην το χρησιμοποιήσει για να την διαλύσει, ακόμη κι οι μακριές σιωπές, η παγωμάρα του, τα πάντα ήταν ένοχα πάνω του» (Όλγα, 252). Άνθρωποι είναι, όχι ρομπότ, δεν νιώθουν ένα πράγμα μόνο, δεν αποκλείεται να πουν και να ξεπούν, να αυτοαναιρεθούν, να μπερδευτούν: «Απ’ τη μια εύχομαι να πεθάνει κι απ’ την άλλη τον πενθώ ήδη σαν πεθαμένο» (ξάδελφος, 53), «Όμως εντέλει συνειδητοποιώ ότι ούτε ένα πράγμα απ’ όσα είπα δεν ισχύει» (Στέλλα, 285).

Μέσα από τις διακοπτόμενες αφηγήσεις δίνεται ένα χρονικό. Υπήρξε ένα τροχαίο· υπήρξαν δείγματα, ξεσπάσματα, απειλές· υπήρξε μια επίσκεψη στην αστυνομία· υπήρξαν γρυλίσματα, τρέμουλα· υπήρξε μια καθυστέρηση· υπήρξαν δάκρυα, υποτιμήσεις, προσβολές. Σχηματίζεις, θες δε θες, μια εντύπωση – για το έγκλημα και γι’ αυτόν που το τέλεσε.

Το γυρόφερα αρκετά. Ο θύτης έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Αυτός κρύβεται πίσω από τα πλάγια γράμματα, δεν μας δηλώνεται όμως εξαρχής κι έτσι δεν έχουμε επιλογή: τον ακούμε. Πέρα από το άνοιγμα και το κλείσιμο του βιβλίου, παρεμβαίνει και στις αφηγήσεις (όλων) των άλλων. Με λίγες λέξεις κάποτε, σαν να θέλει να συμπληρώσει ή να διορθώσει τα λεγόμενά τους, κι άλλοτε με σελίδες ολόκληρες, σαν να θέλει να τους κλείσει το στόμα, μόνο αυτός ν’ ακουστεί, στο κάτω κάτω μερικά πράγματα μόνο αυτός τα ξέρει, μόνο αυτός τα μπορεί: «Σε λιγοστεύουν όσοι μιλούν για σένα, μόνο εγώ μπορώ, μιλώντας με τα λόγια σου, να μιλώ για σένα» (227). Ακλόνητος, στιβαρός, γίνεται λεπτομερής, περιγραφικός, ακόμα και γλαφυρός, όταν θέλει. Απευθύνεται συνεχώς στη Λυδία, λέει τ’ όνομά της ξανά και ξανά. Και δηλώνει άφυλος, προσπαθώντας ίσως να εξαλείψει τον έμφυλο παράγοντα (εις βάρος και προς όφελος τίνος;) από κάπου που δεν ξέρω αν εξαλείφεται.

Με την Αγέλη η Τσελεπίδου (κάνει έναν συγγραφικό άθλο και) διανύει τον κακοτράχαλο δρόμο από το «δεν έδωσε ποτέ δικαιώματα» στο «εγώ το περίμενα»· από το «ό,τι έγινε έγινε» στο «όλα κάποια εξήγηση πρέπει να έχουν»· από το «κάτι θα του έκανε» (που ακούμε πιο συχνά απ’ όσο αντέχουμε στον απόηχο πραγματικών γυναικοκτονιών) στο «ας γράψουμε ένα βιβλίο για όσα δεν μπορούμε να μεταβολίσουμε»· από το «όλα σχετικά είναι», που λέμε, στο «Τι λέτε, ρε όργια;», που λέει ο συνάδελφος του θύτη (232).

Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της, αυτό μου ήταν αβάσταχτο. (Πώς κρίνουμε τους ανθρώπους και τις πράξεις τους; Τα βιβλία;) Γι’ αυτό προσπάθησα ν’ αποφύγω να γράψω γι’ αυτό. (Μπορείς ποτέ να καταλάβεις έναν άνθρωπο πλήρως; Ολόκληρο; Αντέχεις;) Και δεν τα κατάφερα.

Κύλιση στην κορυφή