Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Καρολίνα Μέρμηγκα

Τραγουδώντας τις ζωές μας

Το τραγούδι «Killing Me Softly With His Song» της Λόρι Λίμπερμαν, το έκανε επιτυχία η Ρομπέρτα Φλακ το 1973. Από τότε έχει τραγουδηθεί από πολλούς, με πολλούς τρόπους. Eγώ το πρωτάκουσα σ’ ένα μικρό και κρύο δωμάτιο στο Λονδίνο, να το τραγουδά η Κάρολ Κινγκ και θυμάμαι – τι θυμάμαι; Θυμάμαι να μην είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω τι εννοούσε μ’ εκείνο το «παίζοντας τον πόνο μου με τα δάχτυλά του, τραγουδώντας τη ζωή μου με τα λόγια του» (Strumming my pain with his fingers, Telling my life with his words), αλλ’ όμως να κολλάνε οι λέξεις μέσα μου. Ήμουν πολύ νέα τότε, ήμασταν όλοι νέοι κι ακούγαμε πολλή ξένη μουσική, λιγότερο ελληνική, και Σαββόπουλο.

Και Σαββόπουλο. Χωριστά. Γιατί υπήρχαν οι ξένοι, υπήρχαν οι Έλληνες, κι υπήρχε ο Σαββόπουλος. Σε μια ειδική κατηγορία, αποκλειστικά δική του. Ούτε ροκ, ούτε ποπ, ούτε ελαφρολαϊκό. Ακούω Σαββόπουλο, έτσι λέγαμε.

Αυτή εδώ δεν είναι μια ιστορία νοσταλγίας. Η νοσταλγία δεν έχει καμία σχέση με τις ολοζώντανες παρούσες αναπνοές της μουσικής του Σαββόπουλου: η νοσταλγία κάνει παιχνίδια με το χρόνο, αλλά στο τέλος πάντα κερδίζει ο χρόνος ο αληθινός. Που είναι σκληρό υλικό, ανθεκτικό, πεισματάρικο. Που είναι πάντα εκεί, ενώ εμείς μετακινούμαστε. Τα πράγματα έγιναν, και ειπώθηκαν, και τα νιώσαμε, κι αν μετά εμείς προχωρήσαμε παραπέρα και συχνά προσπαθήσαμε να τα αλλάξουμε με τη ματιά μας του σήμερα (επειδή πολλά θα θέλαμε να τα αλλάξουμε, κι επειδή μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αυτή η ματιά μας του σήμερα βλέπει καθαρότερα και κατανοεί και συμπεραίνει ωριμότερα), αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι κάτι αλήθεια συνέβη, κάποτε. Συχνά, κάτι μυστικό. Αυτά που ειπώθηκαν, αυτά που νιώσαμε, έγιναν –κι αντίστροφα, πολλά από αυτά που έγιναν, τα νιώσαμε. Και πολλά από αυτά τα νιώσαμε γιατί υπάρχει ένα είδος τέχνης που σκύβει κοντά μας φωσφορίζοντας, και μας το δείχνει. Μας το αποκαλύπτει. Μας το απογειώνει. Μας το εγχέει, κάτω από το δέρμα, εκεί όπου σκαλώνουν οι μόδες. Εκεί όπου η καρδιά χτυπάει, και την κάνει να χτυπάει πιο δυνατά. Ο Σαββόπουλος ήταν το δάχτυλο πάνω στη φλέβα που χτυπούσε πιο δυνατά. Ήταν τα λόγια και οι μελωδίες που τραγούδησαν τις ζωές μας.

Και τι ζωές ήταν αυτές. Τα καλοκαίρια μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη κι οι έρωτες (μ’ αγαπάει τη μια την άλλη με ξεχνάει)· οι συγκεντρώσεις κι οι πρωτομαγιές κι οι πρωτοχρονιές· οι ήρωες (τώρα κρυμμένος στο ποτάμι ανασαίνεις, Φο Μι Τσιν ανασαίνεις με καλάμι) και τα παλικάρια για τα οποία πάντα θα δακρύζουμε· τα κορίτσια δυο-δυο, συννεφούλες χαρούμενες, και τα ντιρλαντά-ντιρλανταντά: μονοπάτια ανοιχτά κι ολόφωτα μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει, μες στη νιότη μας. Που όμως, μετά, πέρασε. Μεγαλώναμε, μεγαλώσαμε, κι οι λέξεις πίσω από τις λέξεις βάθυναν: Μικρός εσύ, μικρός κι ο χρόνος, Αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως. Οι υπόγειές μας διαδρομές ήρθαν και μας βρήκαν, κι εκεί που κοντοστεκόμασταν στις διαβάσεις, με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις, τα τραγούδια του μας κοιτούσαν αναβοσβήνοντας, σαν φανάρια. Ο Σαββόπουλος μας ακολούθησε στην ενηλικίωση, με του κάτω κόσμου το έγκαυμα να καίει. Ήξερε όμως: γεννήθηκε στη Σαλονίκη, κι ήξερε απ’ έξω τη διαδρομή. Αυτός στη μεριά του κι εμείς στη δική μας (τόσο ξένοι, φαινομενικά) τον ακούγαμε, και πάλι τον ακούγαμε, και τα παιδιά μας τον άκουγαν και τον ακούνε, και τελικά δεν υπήρχαν δυο κόσμοι, υπάρχει ο κόσμος μας. Κάτι αλήθεια συνέβαινε εδώ, άλλαζαν όλα με ορμή, κι ο Άγγελος Εξάγγελος που φτερούγιζε παντού εξακολουθεί να επιστρέφει και ν’ ακουμπά πάνω μας και μέσα μας. Μάθαμε, μαζί του, να τραγουδάμε τις τρομερές απώλειες και ήττες μας: η Άννα χάθηκε, θα χάνεται για πάντα, κι αυτό είναι κάτι που κανένας ενήλικας δεν θα μπορέσει ποτέ πραγματικά ν’ αποδεχτεί, ό,τι κι αν λέει. Μεγαλώνουμε και σβήνουν τα βήματα, στη σκάλα κανείς, και μέσα στου κόσμου τη βοή περνούν από μπροστά μας οι επιγραφές νέον που πρέπει, ως ενήλικες, ν’ αποδεχτούμε: Πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες, οι κραυγές. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι, είπαμε, νοσταλγία: ούτε την πουλάει, ούτε την θέλει. Και δεν είναι επίσης οργή, ή αυτοδικαίωση, ή αυτομαστίγωμα. Οι στίχοι και τα τραγούδια του δεν ζητούν, όπως δεν ζητά κι ο ίδιος ο χρόνος –μα τι να ζητήσει; Μόνο τα λόγια: αυτό που ζητά πάντα, απελπισμένα, για να μη μείνει μόνος, ο κάθε δημιουργός. Τα λόγια για να πει πόσο όλα ήσαν τρομαγμένα, μα τ’ αγαπούσε ο φτωχός.

Σε όσους θελήσαμε (κι αντέξαμε) να το παραδεχτούμε, ο Σαββόπουλος άπλωνε πάνω μας ένα φως παγωμένο σαν τους φόβους μας που ήρθαν για να μείνουν, σκληρό σαν τις αλήθειές μας που δεν κρύβονται, αποκαλυπτικό σαν τις ματαιώσεις μας, εκτυφλωτικό σαν το πέρασμα του χρόνου. Και παντοδύναμο, σαν τη δύναμη της μουσικής του –που τον ακύρωνε συνέχεια, αυτόν το χρόνο. Η οθόνη βούλιαξε πολλές φορές. Το πλήθος σάλεψε πολλές φορές. Και σάλεψε κι εναντίον του, γιατί έτσι είναι τα πλήθη –εμείς δηλαδή: όταν αισθανόμαστε ότι κάποιος βρήκε τα γράμματά μας και τα διάβασε δυνατά (I felt hed found my letters, and read each one out loud), όταν τα λόγια του αυτά δεν μας ανεβάζουν μόνο, δεν μας ενθουσιάζουν μόνο, αλλά και μας απογυμνώνουν, όταν οι ζωές μας που τραγουδιούνται δεν είναι αυτές που θα θέλαμε, θυμώνουμε. Όταν κρατάς μπροστά μας υψωμένο τον καθρέφτη, δεν θυμώνουμε με τον καθρέφτη, μ’ εσένα θυμώνουμε. Όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης πέφτουν πάνω σου, σε φωτίζουν, μπορούν και να σε κατασπαράξουν. Η συγκίνηση έγινε πια σκληρό ορυκτό, τα ευκολάκια της νεανικής μας πορείας τέλειωσαν. Όμως αυτός από την πλευρά του επανερχόταν, μ’ εκείνο το συναδελφικό, συμφιλιωτικό «τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.» Τι να καταλάβουμε; Μέχρι εκεί που μπορούμε. Και για όσους δεν μπορούν, υπάρχουν πάντα οι μελωδίες. Οι μοναδικές μελωδίες, για σήμερα και για πάντα.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός, ο κύριος Σαββοπουλος, και πού πάει με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό; Δεν έχει σημασία, αυτή είναι η δική του ιστορία. Δεν μας ζητάει να την καταλάβουμε, εδώ δεν καταλαβαίνουμε καλά-καλά τις δικές μας. Τι να καταλάβουμε οι φτωχοί. Όμως οι χίλιες-δυο εικόνες του ήταν και δικές μας. Ο χρόνος είναι σκληρό υλικό, αμείλικτο, αλλά ψέματα δεν λέει. Τίποτα δεν χάθηκε, τίποτα δεν ξεχάστηκε πραγματικά. Μπροστά μας ο Νιόνιος θα απλώνει πάντα τις συντριπτικές αποδείξεις του, κι αν θέλουμε τις ακούμε. Μάλλον θέλουμε, ξανά και ξανά. Γιατί, ας το παραδεχτούμε: τις δικές μας ζωές τραγούδησε.

Και πόσο τυχεροί είμαστε γι’ αυτό.

Κύλιση στην κορυφή