3.
Στον Αχιλλέα Χρηστίδη
Ανεβασμένοι σ’ αυτή την παλιά μηχανή με τον ήχο της εξάτμισης να μπουμπουνίζει, περνάμε μέσα από τα γιορτινά στολισμένα σπίτια του μικρού χωριού. Ο άνεμος, μανιασμένος, καθώς ανηφορίζουμε έρχεται κατά πάνω μας. Πίσω από τα σύννεφα της νύχτας περνάει βιαστικό το χειμωνιάτικο κίτρινο φεγγάρι. Είναι διπλό το βάρος στην πλάτη μου, καθώς κρατάς ανάμεσά μας το παλιό ρολόι. Οι δείκτες του έχουν σταματήσει τον χρόνο και νιώθω πως ακροβατούμε σ’ ένα τεντωμένο αόρατο σχοινί. Φτάνοντας ως εκεί που το κεφάλι σου ακουμπάει τ’ αστέρια έδεσες την κουκούλα και κούμπωσες το τζάκετ πιο σφιχτά. Το πρόσωπο και τα χέρια σου φωτίστηκαν ανάβοντας ένα τσιγάρο. Κοντά στον ξύλινο φράχτη το κοπάδι με τα νεογέννητα αρνιά σε περίμενε βελάζοντας. Μπήκες ανάμεσά τους και περπατώντας αργά χαθήκατε στο μαύρο δάσος.
5.
Στον Ledian
Έπλεξε γύρω από το λείο λευκό της μέτωπο στεφάνι με ωοειδή κυνόροδα και με τις ερυθρές σταγόνες που έσταξαν από τα σκληρά, δυνατά του χέρια χρωμάτισε τα μάγουλα και τα λεπτά της χείλη.
7.
Στην Εύα Στεφανή
Μικρά γαυγίσματα άκουσε καθώς περνούσε από το μονοπάτι του κήπου και έχωσε τα χέρια δειλά μέσα στα ξερά φύλλα κάτω από τη φουντουκιά. Ήταν τα γιούλια, που σαν αδέσποτα σκυλιά, γαύγιζαν τον χρόνο κι έναν μεθυσμένο στο κατώφλι του σπιτιού.

