Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Δημήτρης Νόλλας

Τρεις στιγμές, τρεις μαρτυρίες

1.

Τι σας ώθησε να διεκδικήσετε την υποτροφία Fulbrigh το 1978 για το International Writing Program στο Πανεπιστήμιο της Iowa;

Ήταν μια αμοιβαία υπόσχεση που είχα ανταλλάξει με την Αμερική. Εξηγούμαι: δυο χρόνια πριν το IWP [Iowa Writing Program], στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα τέλειωνε μια υποτροφία μου της Ford Foundation και μ’ ένα υπόλοιπο του λογαριασμού ταξίδεψα στη Νέα Υόρκη με σκοπό να περιηγηθώ τις ΗΠΑ. Κάτι που αποδείχτηκε αδύνατο. Όχι μόνο γιατί τα χρήματα δεν ήταν αρκετά, αλλά (κυρίως) επειδή διαισθάνθηκα πολύ σύντομα πως η Μητρόπολη στην οποία είχα προσγειωθεί ήταν μια ολόκληρη χώρα per se. Κι έτσι έζησα 3 μήνες (Οκτ-Δεκ 1976) χωρίς να το κουνήσω απ’ το Μανχάταν κι έχοντας πάντα κατά νου να επισκεφτώ κάποια στιγμή και την Άλλη Αμερική.

Θυμάστε τα βήματα της διαδικασίας αίτησης για την υποτροφία;

Όχι.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που βιώσατε όταν μάθατε ότι πήρατε την υποτροφία;

Βαθύτατη ευφορία, καθώς –αρχές καλοκαιριού– βρισκόμουν σ’ ένα μαγικό νησί του Αιγαίου και επιπλέον μια ικανοποίηση, επειδή είχαν κρατηθεί οι υποσχέσεις. Συναισθήματα αρκετά ισχυρά, ώστε να χρειαστούν δυο-τρία ποτά για να τα βάλω σε τάξη.

Σήμερα, όποιος φεύγει για σπουδές ή δουλειά στο εξωτερικό μπορεί να διατηρεί μια επαφή με τα αγαπημένα του πρόσωπα μέσω των social media. Όταν πήρατε εσείς την απόφαση να φύγετε για την Αμερική τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Πόσο εύκολη ήταν η μετάβαση στη νέα σας καθημερινότητα εκεί και ποια θα λέγατε ότι ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε;

Η μετάβαση ήταν ομαλή καθώς προϋπήρχε η προηγούμενη επαφή μου με το αμερικανικό περιβάλλον, όπως επίσης και η διαμονή μου σε διαφορετικές μεγαλουπόλεις της Ευρώπης την τελευταία 15ετία. Δεν προερχόμουν από κάποια μικρή πόλη της ελληνικής επαρχίας για να τρελαθώ. Έχω έντονη τη συνείδηση της εθνικής μου ταυτότητας, παραμένοντας κοσμοπολίτης. Εντάξει, η Αμερική με εντυπωσίασε, την θαύμασα, αλλά δεν τρελάθηκα.

Η σημαντικότερη πρόκληση ήταν η διαπίστωση τού πόση μικρή σημασία έχει η ανθρώπινη ζωή στην καθημερινότητα. Όχι στους πολέμους και τις καταστροφές, αλλά στην καθημερινή ζωή. Με εντυπωσίασε, αν και ανάλογη πρόγευση του φαινομένου είχα δοκιμάσει και στην Αργεντινή, όπου στο παρελθόν είχα ζήσει 8 μήνες στο Μπουένος Άϊρες. Το γεγονός ότι αναγνώριζα πως αυτό το φαινόμενο έτεινε (αν δεν είχε ήδη παγιωθεί!) να γίνει μια παγκόσμια συνθήκη, όπου οι δύο κεντρικοί πυλώνες στο αξιακό σύστημα της νέας εποχής, το χρήμα και το άτομο, αποτελούσαν, περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη εποχή, βάση πάνω στην οποία ανθίζει η βία δεν με καθησύχαζε, καθώς είχα ανατραφεί σε διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον.

Μαρτυρίες όλων αυτών, των κυρίως πνευματικών περιπετειών, έχω καταγράψει στο βιβλίο μου Μικρά ταξείδια.

Πόσο διάστημα μείνατε στην Αμερική; Πείτε μας λίγα λόγια για την πρώτη σας επαφή με το Πανεπιστήμιο, το έργο που κάνατε εκεί, τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστραφήκατε.

Την πρώτη φορά τρεις μήνες, την άλλη, του Φουλμπράιτ στην Αϊόβα, τέσσερις, από 31/8 έως τα τέλη Δεκεμβρίου του 1978. Οι συμμετέχοντες, ποιητές ή πεζογράφοι, ήταν άνθρωποι από πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου και επαρκούς πολιτισμικού επιπέδου, πράγμα που διευκόλυνε τις μεταξύ μας σχέσεις. Αν και η σπουδαιότερη δουλειά εκείνης της περιόδου δεν ήταν, όσο με αφορά, η καλλιέργεια των κοινωνικών συναναστροφών, όσο οι μοναδικές συνθήκες, ιδανικές συνθήκες, σχεδόν μοναστηριακές, για να αφοσιωθεί κανείς στο έργο του. Η μονοτονία της διαμονής στο Μέιφλαουερ διασκεδάζονταν με εκδρομές στη γύρω περιοχή, για ψάρεμα πέστροφας στο ποτάμι κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουράνιο θόλο αυτής της Μεσοδυτικής πολιτείας, και τα ατομικά ταξίδια σε άλλες πολιτείες των ΗΠΑ. Αλλά και με τα πάρτι που οργάνωνε στο σπίτι του ο διευθυντής του προγράμματος, ποιητής Πωλ Ένγλ. Ο μακαρίτης ο Ένγκλ ήταν πραγματικά η ψυχή του IWP της Αϊόβα, με την αγάπη που πλησίαζε όλους όσοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα και τον καθένα χωριστά εξασφάλιζε τις απαραίτητες συνθήκες για να κάνει τη διαμονή μας ήρεμη κι από κάθε πλευρά πετυχημένη.

Θεωρείτε ότι ήταν μια εμπειρία που σας διαμόρφωσε ως συγγραφέα; Τι είναι αυτό που σας επηρέασε περισσότερο; Υπήρξε κάποιο έργο που ξεκινήσατε όσο βρισκόσασταν εκεί;

«Διαμόρφωσε» είναι μάλλον υπερβολική διατύπωση. Με βοήθησε (όσο μπορούσα) να καταλάβω πόση σημασία έχει στο μυαλό ενός κατοίκου αυτής της χώρας το μέγεθος. Από το T-bone steak μέχρι το Grand Canyon, όλα είναι XL και ενίοτε XXL. Ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι πνευματικοί ογκόλιθοι, όπως ο Έζρα Πάουντ, ο Φώκνερ, ο Χέρμαν Μέλβιλ, αλλά κι ο Μπομπ Ντύλαν που ισορροπούν κάπως τα πράγματα

Έγραψα αρκετά διηγήματα, μερικά εκ των οποίων εκδόθηκαν μετά από λίγα χρόνια. Έχω ακόμα στην κατοχή μου ένα ντοσιέ με σχέδια και αποσπάσματα που δεν επέζησαν. Άφησαν τα κόκκαλά τους στην Αϊόβα.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια εμπειρία σας από το Σχολείο που έχει μείνει αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου;

Μου δόθηκε στο παρελθόν η ευκαιρία να μιλήσω για το πόσο σημαντικά υπήρξαν για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, τα χρόνια που φοίτησα στο Κολλέγιο Αθηνών. Μιλώ κυρίως για το αίσθημα αυτοπεποίθησης που μου πρόσφερε το περιβάλλον (συμμαθητές και καθηγητές), το σχολείο με τις πολυσχιδείς δραστηριότητες (δεν εννοώ τις αθλητικές) και οι οποίες μου έδιναν τη δυνατότητα να κρατώ μια ασφαλή απόσταση από τα θετικά μαθήματα. Αξέχαστος ήταν ο τρόμος που μου προξενούσε εκείνος ο Αμερικανός καθηγητής της Φυσικής, όταν έμπαινε στην τάξη με τη φουσκωμένη με ασκήσεις σάκα του και τη βροντούσε στην έδρα, πριν την ανοίξει. Κι όμως γινόταν υποφερτός, αν όχι και συμπαθής, όταν ήξερα πως αμέσως μετά το μάθημα θα περνούσα από τη Βιβλιοθήκη, όπου ο κ. Ντελόπουλος μου είχε κρατήσει την Αμφίβολη μάχη του Στάινμπεκ ή την Αργώ του Θεοτοκά, ή θα συναντιόμουν με τα μέλη του «Ομίλου πνευματικής κίνησης» (θέατρο, σινεμά, λογοτεχνία).

Θυμάμαι πάντα με συγκίνηση, τον θάνατο ενός συμμαθητού μας (πρέπει να ήμασταν παιδιά, στην 4η Γυμνασίου), ο οποίος είχε πάρει το πατρικό αυτοκίνητο στη ζούλα και το ʼχε στουκάρει σε κάποιο ντουβάρι, μένοντας ο ίδιος στον τόπο. Ήταν τρομερό το σοκ, νομίζω όλη η τάξη το μοιραζόταν. Τα προηγούμενα χρόνια είχαν πεθάνει ο παππούς μου κι ένας αγαπημένος θείος, είχα ασπασθεί νεκρό και διαισθανόμουν τι σημαίνει να βγαίνει κάποιος απ’ τη ζωή σου για πάντα. Εκείνος όμως ο θάνατος είχε κάτι βαρύτερο, κάτι δυσοίωνο. Ήταν ένας από μας. Την προηγουμένη παίζαμε μαζί, κάναμε βλακείες ή κακίες, και σήμερα δεν υπάρχει κοντά μας. Θα μπορούσε να είχαμε την ίδια τύχη μ’ εκείνον. Κι εκείνη η ανησυχία που σε κατακλύζει για το πόσο γρήγορα μπορείς να περάσεις απ’ τη ζωή στην ανυπαρξία. Σαν κάποιος να μας είχε κάνει από απέναντι ένα νεύμα πως τώρα τελειώνουν τα αστεία και μπαίνουμε στα σοβαρά. Το μοναδικό μάθημα που μου έχει παραμείνει αξέχαστο, εδώ και 65 χρόνια Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει τον Χατζηγιάννη κι ας είναι αυτά τα λόγια ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του.

Τέλος, τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν συναπόφοιτο που θέλει να διεκδικήσει μία υποτροφία του ιδρύματος Fulbright;

Να τη διεκδικήσει, πιστεύοντας πως την αξίζει.

2.

Γράμμα προς τον Θανάση στην N.Y. από τη Γλώσσα Σκοπέλου, περί το 2010.

Άκου το χρονικό του συμβάντος, και το πρώτο που θα ωφεληθείς θα είναι να ξέρεις πως όταν έχουμε πόνο δυνατό και διαφορετικό απ’ αυτούς που έχουμε συνηθίσει, πηγαίνουμε στο νοσοκομείο, χωρίς καθυστέρηση.

Πέμπτη ξημερώματα ξύπνησα με οξύ πόνο στο κέντρο του στήθους. Οξύς πόνος, όχι πούτσες. Όταν καταλάγιασε ψευτοκοιμήθηκα, αλλά με έντονη δυσφορία και ανησυχία. Σηκώθηκα και η Ηρώ, καθώς συνέχιζα να παραπονιέμαι, είπε να πάμε στο Κέντρο Υγείας. Δεν αξίζει τον κόπο τόσος δρόμος, άσε που θα ’πρεπε να πάρουμε ταξί ή να μας πάει ο Γιάννης ο Χαραλαμπίδης που φιλοξενούσαμε με την Μαίρη Κιτροέφ εκείνες τις μέρες. Αντ’ αυτού έβγαλα τον Φώκο τη συνηθισμένη του βόλτα κι όταν επέστρεψα από την ανηφόρα κρύος ιδρώτας με είχε λούσει. Είχα κάνει αυτό ακριβώς που δεν έπρεπε. Έκανα άσκηση σε μια καταπονημένη καρδιά. Θα μπορούσα να είχα μείνει επί τόπου. Εντωμεταξύ είχα χλωμιάσει κι η Ηρώ με τον Γιάννη είπαν, φύγαμε τώρα.

Στο Κέντρο, καρδιογράφημα και ανάλυση αίματος. Μου λένε να κάνουμε τα χαρτιά να προλάβουμε το μεσημεριανό δελφίνι. Με ασθενοφόρο για Βόλο. Εκεί πραγματικά χέστηκα. Ενώ όλες εκείνες τις προηγούμενες ώρες ήξερα πως δεν ήμουν καλά, όταν ακούω θα σε μεταφέρουμε, συνειδητοποίησα πως είμαι άσχημα. Διαπραγματεύσεις για να έρθω στην Αθήνα (είχα ήδη μιλήσει με τον Μελανίδη), υπέγραψα πως αναλαμβάνω να μετακινηθώ με δική μου ευθύνη και γυρίσαμε στη Γλώσσα, όπου σε χρόνο τρελό μαζέψαμε πράγματα κι αφήσαμε τον Φώκο στη Μαίρη, η οποία θα επέστρεφε το Σάββατο και θα έκλεινε και το σπίτι. Εντωμεταξύ, με κάτι χάπια που μου ’χαν δώσει είχα αρχίσει να ηρεμώ.

Όταν φτάσαμε, μας περίμενε ο καρδιολόγος, γιατί ο Γιάννης είχε ανέβει στα Γιάννενα για την προεκλογική εκστρατεία του κόμματός του, ο μπέμπης! Κατ’ ευθείαν στην εντατική με πρόγραμμα αγγειοπλαστικής για το επόμενο πρωί. Η κεντρική αρτηρία φραγμένη σε δύο σημεία κατά 80%. Κι άλλο ένα βούλωμα από παλιότερο επεισόδιο («το θυμάστε, κύριε;»). Και βεβαίως θυμήθηκα κάτι που δεν του ’χα δώσει σημασία. Κι αυτά όταν δεν τους δίνεις σημασία, σωρεύονται, δημιουργούν ψιλοέμφραγμα πάνω στο έμφραγμα, ένα στρώμα υποδοχής, έτσι ώστε όταν σε χτυπήσει κάποια στιγμή το δυνατό, αυτό που λένε «μοιραίο», την πούτσισες. Κι εγώ τέλη Μαΐου επέστρεφα από την Έκθεση Βιβλίου και στον Βόλο έψαχνα ξηρά τροφή για τον Φώκο, έκανε ζέστη, είχα ταλαιπωρηθεί ψάχνοντας για εκείνο το ειδικό κωλομάγαζο στην αγορά, κι όταν βρήκα το λάθος και ψώνισα, μπήκα στον «Κάβουρα», το μαγικό τσιπουράδικο να σφίξω 2-3 πριν πάρω το δελφίνι. Ξέρεις τα γκαρσόνια τριγυρίζουν στη μικρή αίθουσα με δίλιτρες γυάλινες μπουκάλες υπό μάλης και σερβίρουν. Κι εκεί, καταπονημένος και όρθιος, καθώς δεν είχα βρει τραπέζι, ένιωσα έναν δυνατό πόνο (όχι τόσο σαν τον προχθεσινό, αλλά δυνατό), που έφυγε σχετικά γρήγορα και σκέφτηκα «νευρόπονος». Αρχίδια.

Τέλοσπάντων. Περαστικά μου. Το καλύτερο το είπε ο Ράμφος, όταν μου τηλεφώνησε: Καλά, ρε Δημήτρη έχεις πάει κι έχεις επιστρέψει σώος τόσες φορές, δεν έχεις σκεφτεί πως πρέπει κι εσύ να κάνεις κάτι; Ν’ αλλάξεις ζωή, δηλαδή; Έχει δίκαιο, του το αναγνώρισα.

Απόλαυσε το Big Apple χωρίς να ζαλίζεσαι, ελέγχοντας τις επιθυμίες σου, χωρίς να ξεχνάς πως δεν υπάρχει ομορφότερο μέρος στον κόσμο απ’ το Αιγαίο. Με πατρική αγάπη, Δ.

3.

Το καλοκαίρι του 2020 μου ζήτησαν από το ΒΗΜΑ να γράψω ένα σχόλιο γύρω απ’ την ιστορία του κορονοϊού, που είχε ξεσπάσει λίγο καιρό πριν. Δεν το δημοσίευσαν ποτέ…

Ο γιος μου, ο Στέφανος, είπε, «Μα αφού θα θέλανε κάποιο αισιόδοξο μήνυμα μπροστά στον τρόμο που είχε ενσκήψει κι εσύ τους τρομάζεις μ’ αυτά που γράφεις· κι αυτό δεν τους άρεσε…».

Στην ανθρώπινη περιπέτεια καταγράφονται ξεσπάσματα της Φύσης, σημαδιακοί λιμοί, λοιμοί και καταποντισμοί και βιβλικές καταστροφές (των Ταμερλάνων συμπεριλαμβανομένων), που αφάνισαν λαούς, καταστρέφοντας ανθρώπους και πράγματα, στη διάρκεια των οποίων οι πληττόμενοι δεν έπαυαν να νοσταλγούν τον πρότερο βίο τους και να ομνύουν σε μια νέα ζωή όσο διαρκούσε ο κυκλώνας κι εκείνοι βρίσκονταν στο μάτι του.

Αναρωτιέται κανείς πόσα θύματα θα πρέπει να μετρήσουμε ώστε να αρχίσουμε κάποια στιγμή να αναστοχαζόμαστε ουσιαστικά πάνω στον τρόπο που ζούμε και φερόμαστε τους τελευταίους αιώνες· και σε παροξυσμό από το τέλος του τελευταίου μεγάλου πολέμου μέχρι σήμερα. Ακούει κανείς φωνές και εκκλήσεις για ν’ αλλάξουμε ζωή όταν επιστρέψουμε στην κανονικότητα, όταν το δρεπάνι του ιού θα ’χει στομώσει απ’ τα αναρίθμητα θύματά του.

Αλίμονο δεν θα αλλάξουμε τίποτα απ’ όσα μας οδήγησαν εδώ. Όπως έκαναν πάντα οι άνθρωποι, απτόητοι μέσα στην αλαζονεία και τη βουλιμία τους, θα συνεχίσουμε να βρωμίζουμε με τα έργα μας, αλλά και με τα χνότα μας, τη φύση, τις θάλασσες και τα δάση, διάγοντας σαν σπιθαμιαίοι άρχοντες (στην πραγματικότητα μαστροποί, ανίκανοι να αγαπήσουμε τη φύση ειλικρινά και να ζήσουμε μαζί της επί ίσοις όροις), θα συνεχίσουμε να την εκμεταλλευόμαστε χωρίς μέτρο άχρι θανάτου, κατασπαταλώντας πόρους φυσικούς και ανθρώπινους, εμείς που σταματήσαμε να δοξάζουμε τον Θεό για τη μέρα που ξημερώνει, αφού γοητευθήκαμε από την εντολή «ΟΛΟΙ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ» και την ακολουθούμε πιστά.

Παίζουμε με τις τύχες μας, αυτό μας αποκαλύπτει ο κορονοϊός.

* Αυτό το «ΟΛΟΙ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ» τα τελευταία 2-3 χρόνια πριν την κορόνα, βομβάρδιζε από τις τηλεοράσεις τα ζώα, προτρέποντάς τους να καταναλώνουν και να συνεχίζουν να καταναλώνουν μέχρι να σκάσουν… καθώς είναι ολοφάνερο πως το σύνθημα είναι πλαστό, αφού δεν μπορούμε όλοι να τα έχουμε όλα. Και δεν βρέθηκε ούτε ένας καργιόλης να φωνάξει, «Σταματήστε, ρε πούστηδες. Λέτε ψέματα».

20/4/21

Κύλιση στην κορυφή