Κολάζ: Michael Augustin

Δημήτρης Ελευθεράκης

Τσαουσέσκου, Καβάφης και άλλοι: Μια υπεράσπιση του ποιητή

Μια απ’ τις εντονότερες τηλεοπτικές αναμνήσεις μου από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 είναι η εκτέλεση του Νικολάε Τσαουσέσκου και της γυναίκας του, Έλενας, στις 25 Δεκεμβρίου 1989. Βλέπω τα άψυχα σώματα του ζευγαριού, που φορούν γούνινα παλτά, πεσμένα μπροστά από έναν πέτρινο τοίχο. Έχω την εντύπωση ότι η εκτέλεση έγινε βιαστικά, ίσως για να αποτυπώσει την επιτακτική ανάγκη για αλλαγή. Υπάρχει μια σκηνοθεσία που προσλαμβάνω ως πραγματικότητα. Τα άψυχα σώματα ενός ζευγαριού, για το οποίο δε γνωρίζω σχεδόν τίποτε, ξαπλωμένα σε τυχαίες στάσεις μπροστά από έναν πέτρινο τοίχο. Δεν έχουν καν τη φυσικότητα των κοιμισμένων. Η εικόνα επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μπροστά στα παιδικά μου μάτια. Ίσως είναι οι πρώτοι πραγματικοί νεκροί που βλέπω στη ζωή μου.

Με εικόνες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο σκληρές, κυλά ένα μεγάλο μέρος των παιδικών μου χρόνων. Την ίδια εποχή, τους τελευταίους μήνες του 1989, μαζί με όλα τα άλλα, ξεκίνησαν να εκπέμπουν στην Ελλάδα τα κανάλια της ιδιωτικής τηλεόρασης. Αυτή ήταν μία από τις μεγάλες αλλαγές. Θυμάμαι λίγο αργότερα να ακούω στην τηλεόραση το όνομα του νέου ηγέτη της Ρωσίας, ο οποίος δε μου φαίνεται στην οθόνη τόσο συμπαθητικός όσο ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ της ανύπαρκτης πλέον ΕΣΣΔ. Θυμάμαι τον Μπορίς Γέλτσιν μεθυσμένο μέσα στην τηλεοπτική οθόνη. Το ίδιο όνομα (θα το ανακαλύψω μερικά χρόνια αργότερα) έχει κι ένας άλλος Ρώσος, που θα με γοητεύσει με ένα μυθιστόρημά του που έχει τίτλο Δόκτωρ Ζιβάγκο. Θυμάμαι τον Ομάρ Σαρίφ, που είναι ο κινηματογραφικός Ζιβάγκο στην ταινία του David Lean, να περπατά στο χιόνι και να ρωτά τη Λάρα που βρίσκεται δίπλα του: –Τι γράφουν σήμερα οι εφημερίδες; –Γράφουν για σένα. –Και τι λένε; –Ότι είσαι ο μεγαλύτερος ποιητής της Ρωσίας. Ο Σαρίφ απαντά με ένα τρομακτικό χαμόγελο.

Η πρώτη λογοτεχνική ανάμνηση από τα σχολικά μου χρόνια είναι στην Α΄ Γυμνασίου. Έχω την εντύπωση ότι διάβασα ολόκληρη την Οδύσσεια στη μετάφραση του Σιδέρη. Δεν θέλω να γράψω εδώ το όνομα της καθηγήτριας που μας οδήγησε σε αυτή την περιπέτεια. Θυμάμαι μόνο ότι πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα (προς μεγάλη μου έκπληξη) πως ο σύζυγός της είναι παπάς. Ευτυχώς δεν είχε τη ιερατική συστολή, που θα μας έκανε ίσως να κοιτάζουμε έξω απ’ το παράθυρο μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, κι έτσι το σχολικό ταξίδι προς την Ιθάκη έφτασε στον προορισμό του. Στο γαλάζιο εξώφυλλο της έκδοσης του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, οι Σειρήνες πετούν πάνω απ’ το καράβι του Οδυσσέα, που είναι δεμένος στο κατάρτι. Η εικόνα του άνδρα, που θέλει να ακούσει τη μουσική αλλά να μην τρελαθεί, θα μπορούσε να είναι μια μεταφορά για τον ποιητή. Ο οποίος όμως σε αρκετές περιπτώσεις τρελαίνεται –και στις περισσότερες δεν ακούει καμιά μουσική.

Χρόνια αργότερα (έχω πλέον αφήσει πίσω μου την ανιαρή σχολική ζωή) ανακαλύπτω ότι στο λεγόμενο Ανθολόγιο της πέμπτης δημοτικού υπάρχει το ποίημα «Ο Τάκη-Πλούμας» του Μαλακάση. Όσο κι αν βασανίζω τη μνήμη μου, δεν υπάρχει πουθενά κανένα ίχνος αυτού του –μάλλον σκληρού για δεκάχρονους– ποιήματος. Θα μπορούσε να είναι μια ανάμνηση που θα είχε αλλάξει πολλά. Αντίθετα, υπάρχει η «Τρελή ροδιά» και η «Μαρίνα των βράχων» σε κάποια τάξη του Γυμνασίου. Η ισορροπία ανάμεσα στις τηλεοπτικές και τις λογοτεχνικές εικόνες, που έγερνε ασφαλώς μέχρι τότε προς την ηλεκτρική πλευρά της ζυγαριάς, αρχίζει να ανατρέπεται. Την ίδια εποχή αρχίζω να βλέπω την «ποίηση» σε κάποιες σελίδες απ’ την Αναφορά στον Γκρέκο του Καζαντζάκη.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, από την άλλη πλευρά της έδρας, η «ρομαντική» σχέση μου με την ποίηση κινδυνεύει να πεθάνει. Τη σώζουν μερικές εκατοντάδες ποιήματα που έχω γράψει, και μερικές δεκάδες από αυτά που έχουν δημοσιευτεί. Το ύφος της αυθεντίας, με το οποίο μιλά οι ποιητής για το ένα ή το άλλο ζήτημα, ο αφελής ναρκισσισμός του Σαρίφ/Ζιβάγκο, είναι προοπτικές που μπορεί να υπάρχουν στα ποιήματα, αλλά όχι (τουλάχιστον έκδηλα) στην κοινωνική ζωή του ποιητή, χωρίς να κυλήσει κανείς στη γελοιοποίηση. Είναι ζήτημα διαχείρισης μιας εμμονής.

Σήμερα ο τηλεοπτικός χρόνος παρέχει τη μάλλον σπάνια δυνατότητα στον ποιητή να μοιραστεί την εμμονή του με ένα (περιορισμένο σίγουρα) κομμάτι του λεγόμενου τηλεοπτικού κοινού. Η δημόσια εικόνα του ποιητή εξακολουθεί να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την τηλεόραση, που διατηρεί τη δύναμη να παρουσιάζει τη σκηνοθεσία ως πραγματικότητα, σε αντίθεση με άλλα (διαδικτυακά) μέσα αναπαραγωγής εικόνων, στα οποία το «αυτοσχέδιο» ή το «ιδιωτικό» αφαιρούν την αξιοπιστία της «έγκυρης» πηγής πληροφόρησης. Η κατάρρευση των εφημερίδων, τουλάχιστον σε σύγκριση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, ενισχύει αυτό το δεδομένο.

Γνωρίζουμε πλέον ότι η γραμματική μπορεί να είναι σεξιστική (μιλάω σε αυτό το δοκίμιο για τον «ποιητή», αλλά θαυμάζω απεριόριστα την Άννα Αχμάτοβα και την Μαρίνα Τσβετάγιεβα, τη Sylvia Plath και την Anne Sexton, και όχι μόνο). Γνωρίζουμε επίσης ότι η πολιτική προπαγάνδα μπορεί να στηρίζεται στην επιλογή μεταξύ δύο φαινομενικά συνώνυμων λέξεων. Ανάλογη δύναμη μπορούν να έχουν οι λέξεις και σε ένα βιογραφικό σημείωμα. Υπάρχουν ποιητές –άνθρωποι που γράφουν στίχους– που εμφανίζονται στα βιογραφικά των λογοτεχνικών εκδηλώσεων ως ποιητές ή λογοτέχνες ή συγγραφείς ή μεταφραστές ή όλα αυτά μαζί. Συνήθως η αναφορά στην υποψηφιότητα ενός λογοτεχνικού βραβείου σφραγίζει την ποιητική ιδιότητα. Ωστόσο γνωρίζουμε πλέον ότι μια βράβευση, ακόμη κι όταν δεν είναι προϊόν «σχέσεων», είναι σίγουρα μια προσωπική επιλογή μιας ομάδας ανθρώπων. Αυτό το τελευταίο μπορεί να τη σχετικοποιεί, αλλά δεν αφαιρεί αναγκαστικά την αξία της.

Δεν γνωρίζω κανέναν άνθρωπο που θα σύστηνε τον εαυτό του σε μια ιδιωτική συναναστροφή ως βραβευμένο ποιητή. Οι μόνοι βραβευμένοι Έλληνες ποιητές που θυμάμαι, όπως φαντάζομαι και πολλοί άλλοι, είναι ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης. Ενδεχομένως ο λογοτέχνης που συνοψίζει την εικόνα του ποιητή στη δημόσια σφαίρα εξακολουθεί να είναι ο Καβάφης: στις εικόνες του Καβάφη που έχουμε, ο ποιητής εμφανίζεται ντυμένος συντηρητικά, συνεσταλμένος, λίγο θλιμμένος –ή τουλάχιστον σκεπτικός– και μάλλον δειλός. Δεν έχω γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να έχει το βλέμμα του Καβάφη. Ο Παλαμάς και ο Σικελιανός, ποιητές με ισχυρή εικόνα επίσης, είναι φυλακισμένοι, ίσως για πάντα, σε δυσεύρετες εκδόσεις. Το να βλέπει κανείς σήμερα την εικόνα του Παλαμά ως την κατεξοχήν εικόνα του ποιητή, είναι σαν να θεωρεί τον Καποδίστρια πρότυπο πολιτικού άνδρα στις συνθήκες ενός παγκόσμιου, ακραίου και απάνθρωπου καπιταλισμού.

Με δεδομένο ότι ο ποιητής σήμερα γράφει και μιλά με τις λέξεις που μεταχειρίζεται οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, είναι δύσκολο να υπάρξει κοινωνική απόσταση ανάμεσα στον ποιητή και στους άλλους, μια απόσταση που δεν είναι πλέον αναγκαία για να λειτουργήσει ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή. Το πρόσφατο φιλμ του Jim Jarmusch, στο οποίο ένας υποτονικός οδηγός λεωφορείου «γράφει» ποιήματα του Ron Padgett (ποιήματα που φαίνονται εύκολα αλλά δεν είναι), είναι ενδεικτικό όχι ασφαλώς για το πώς δουλεύει ο ποιητής (θηρεύοντας στίχους μέσα από καταστάσεις της «πεζής» πραγματικότητας), ούτε για το πώς δουλεύουν οι ποιητές μιας «σχολής» (στη συγκεκριμένη περίπτωση της «Σχολής της Νέας Υόρκης», που είναι αρκετά επιτηδευμένη), αλλά για το πώς πιστεύει ένας σκηνοθέτης ότι θα μπορούσαν να πιστεύουν ότι γράφεται η ποίηση άνθρωποι που τη γνωρίζουν ελάχιστα. Ενδεχομένως η εικόνα είναι πειστική.

Σε γενικές γραμμές πάντως ισχύει η παρατήρηση ότι η νεότερη αγγλόφωνη ποίηση επιθυμεί να προσεγγίσει τη γλώσσα της καθημερινής ομιλίας όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο Αμερικανός ποιητής Donald Hall εξηγεί πώς μια ομάδα ομοεθνών του πειραματίστηκαν με την «κοινή αμερικανική ομιλία» (common american speech). Είναι η «γραμμή» του William Carlos Williams, για τον οποίο ο «ρυθμός της ομιλίας», που ο Hall διευκρινίζει με το επίθετο «native», είχε κεντρική σημασία. Αυτή η ποίηση «θέλει να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα με την οικειότητα που φέρνει η αυθόρμητη, μη λόγια ομιλία» («unrehearsed unliterary speech»). Σε αυτό το σταυροδρόμι, που περιγράφεται μανιχαϊστικά –ακόμη κι ο «Άγγλος» Eliot, λέει ο Hall, χρησιμοποίησε σε κάποια ποιήματα λεξιλόγιο και ρυθμό που είναι κοντά στην «κοινή αμερικανική ομιλία»–  στέκεται κάθε ποιητής ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβάνεται. Στην αρχή η επιλογή του ενός ή του άλλου μονοπατιού είναι αυθόρμητη ή ασυνείδητη. Η ποιητική ωριμότητα φέρνει σε αυτή την απόφαση την πλήρη συνειδητότητα, που μπορεί να είναι καταστροφική.

«Από τα είκοσι μέχρι τα σαράντα μας», γράφει ο Auden, «προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε, διαδικασία που συνδέεται άρρηκτα με την προσπάθεια να εντοπίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στους τυχαίους περιορισμούς, τους οποίους είναι καθήκον μας να ξεπεράσουμε, και στους αναγκαίους περιορισμούς, η υπέρβαση των οποίων συνεπάγεται την τιμωρία μας». Δεν είναι καθόλου βέβαιο εάν μετά τα σαράντα ο εντοπισμός των αναγκαίων περιορισμών συνεπάγεται αυτόματα και την αποφυγή της τιμωρίας. Αυτό θα αφαιρούσε την τραγικότητα του να πιστεύεις ότι μπορείς να συνεχίσεις να ζεις κάθε μέρα όπως ζούσες και χθες. Κι η τιμωρία είναι αναπόφευκτη στο τέλος της μέρας.

Είχα την τύχη μέχρι σήμερα να μην είμαι «υπηρέτης δύο αφεντάδων». Ευτυχώς η καθημερινότητα μου αφήνει αρκετό χρόνο για την ποίηση. Ωστόσο μου συμβαίνουν δυο πράγματα: αφενός γράφω λίγο –κατά μέσον όρο έχω τρία ανεκτά ποιήματα τον χρόνο· αφετέρου, παρ’ όλο που τις περισσότερες ώρες της ημέρας ασχολούμαι με λέξεις (ή μήπως εξαιτίας αυτού;) δυσκολεύομαι σε στιγμές καθημερινής πίεσης να βρω τη σωστή. Ακόμη κι αν πρόκειται για μια λέξη που χρησιμοποιεί κανείς κάθε μέρα. Έτσι, μετά από μερικά αμήχανα δευτερόλεπτα που δεν θα λάμψει η λέξη «πουκάμισο» ή «κουβέρτα» στον νου μου, θα ξεστομίσω την πλησιέστερη γενική έννοια, λόγου χάρη «ρούχο» ή «σκέπασμα». Δεν έχω μιλήσει (ακόμη) σε κάποιον ειδικό για το θέμα. Ίσως να είναι σύμπτωμα μιας επερχόμενης νόσου. Ίσως να είναι μετάβαση στις συνθήκες της καθημερινής ομιλίας της ανάγκης μου να ξεκουραστώ από την επίμονη αναζήτηση της «σωστής» λέξης, που είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που κάνει η ποίηση. Ίσως να δηλώνει μια λανθάνουσα επιθυμία να απαλλαγώ από αυτή την αναζήτηση. Ή πιο απλά ίσως να αποτελεί μια φυσική υπόμνηση ότι η ευλαβική συναναστροφή με τις λέξεις κάποια στιγμή μας εγκαταλείπει, όπως μας εγκαταλείπει μια παλιά επιθυμία ή ανάγκη. Ως προς αυτό (όπως και ως προς όλα τα άλλα που συμβαίνουν εκτός της ποίησης) ο ποιητής δεν διαφέρει από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.


[Δ.Α.: Το δοκίμιο αυτό έστειλε ο Δημήτρης Ελευθεράκης σ’ εμένα και τον Σταμάτη Πολενάκη την 1η Νοεμβρίου, ως αφορμή για την επανέναρξη ενός διαλόγου μεταξύ μας. Στο ολιγόλογο μήνυμα που το συνόδευε δήλωνε ότι ο τίτλος ήταν προσωρινός και πρότεινε να βρεθούμε τις επόμενες ημέρες. Δυστυχώς οι επόμενες μέρες μας έφεραν τη δυσάρεστη είδηση του αιφνίδιου θανάτου του…]

Κύλιση στην κορυφή