Παραμένω εδώ γιατί έχω μια τσίχλα κάτω απ’ τη σόλα μου που με κρατάει κολλημένο. Σηκώνω το μπροστινό μέρος του παπουτσιού και την ακούω να ξεκολλάει απ’ το βρώμικο μωσαϊκό, την πιέζω ξανά, κολλάω πάλι.
Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου.
Το πόδι της μητέρας μου που κάθεται στη διπλανή καρέκλα με ακουμπάει ελαφρά, μου δείχνει πως πρέπει να σταματήσω. Ξεφυσάω ενοχλημένος, όμως σταματώ.
Στρέφω το βλέμμα μου αριστερά, τα παπούτσια των δυο αδερφών μου είναι μαύρα, τα πόδια τους ακίνητα και αυστηρά ενωμένα μεταξύ τους, τις συνοδεύουν οι σύζυγοι που εσύ ενέκρινες σε τραπέζια που στρώθηκαν για να κερδίσουν την έγκρισή σου. Απέναντι, οι δικές σου αδερφές και τα παιδιά τους. Δεν τις συμπαθώ, έχουν στο πρόσωπό τους κομμάτια απ’ το δικό σου και είμαι υποχρεωμένος να τις βλέπω συχνά. Δεν υπάρχει πάνω μου κάτι να σε θυμίζει, έχω όμως το όνομά σου και χρειάστηκε σκληρή δουλειά από σένα για να φανώ αντάξιός του.
Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου.
Στο κέντρο, εσύ. Πρωταγωνιστείς, ακόμα και έτσι. Θα σου άρεσε αυτό. Ακίνητος, ξαπλωμένος με τα χέρια σταυρωμένα λίγο πιο κάτω απ’ το στήθος και στολισμένος με λευκά λουλούδια, μάτια και χείλη κλειστά, τα μάγουλά σου ρουφηγμένα. Φοράς μια γραβάτα που σου είχα πει πως μου άρεσε και άλλαξες αμέσως συζήτηση γιατί θα έπρεπε να πεις ευχαριστώ ή να μου τη χαρίσεις. Εστιάζω στη γραβάτα και για μια στιγμή είμαι σίγουρος πως τη βλέπω να κουνιέται, σαν να ανεβοκατεβαίνει ο θώρακάς σου. Κλείνω τα μάτια και όταν τα ξανανοίγω είσαι αδιάλλακτα νεκρός και αποφασισμένος να πάρεις τη γραβάτα μαζί σου.
Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας.
Έχει ζέστη, ο αέρας είναι αποπνικτικός, μυρίζει λουλούδια, ανθρωπίλα και θάνατο. Ο ιδρώτας κολλάει το πουκάμισο πάνω στο δέρμα μου, φόρεσα κοστούμι και γραβάτα για να σε τιμήσω και το έχω ήδη μετανιώσει. Πάνω στα αραιά σου μαλλιά πέφτει αέρας απ’ το κλιματιστικό και κινεί ένα τσουλούφι. Είναι ζωντανό, σκέφτομαι και θέλω κάποιος να κλείσει το κλιματιστικό, να πεθάνει. Κι ας ζεσταίνομαι.
Μαζεύτηκε αρκετός κόσμος –η μητέρα ικανοποιήθηκε, ήσουν αγαπητός υποθέτω. Αναγνωρίζω κάποιους, δεν κοιτάζω κανέναν, περιφέρω αόριστα το βλέμμα μου και προσφέρομαι προς παρατήρηση. Δεν σου μοιάζω, το βλέπουν όλοι, έτσι μικροκαμωμένος κι απόμακρος. Μεσήλικας κι ανύπαντρος. Προσφάτως απολυμένος. Αδιάφορα ντυμένος. Εμφανώς αποτυχημένος. Χαμηλώνω το κεφάλι κι ελπίζω να φαίνομαι ικανοποιητικά θλιμμένος.
Πριν λίγο καιρό με ρώτησες γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Ήμασταν στην κουζίνα, ετοιμαζόμουν να φύγω μετά την κουβέντα που κάναμε για τη δουλειά. Σου έλεγα πόση ανάγκη είχα από μια μικρή ενθάρρυνση –πού το βρήκα τόσο συναίσθημα, απάντησες πως έπρεπε να πάρω άλλον δρόμο, διαφορετικό. Δεν μου έλεγες ποιον, ήταν πάντα κάποιος άλλος. Και τότε ήταν που με ρώτησες γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Συρρικνώθηκα, η πλάτη μου κύρτωσε. Δεν ξέρω, είπα, γιατί δεν ήξερα από πού να αρχίσω. Με κοίταξες με αποστροφή κι εξαφανίστηκα.
Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐδέν.
Κάποιος βήχει στο βάθος και τινάζομαι, η βίαιη διακοπή της ηρεμίας σε θυμίζει. Αν ήμασταν ειλικρινείς και θέλαμε στ’ αλήθεια να σε μνημονεύσουμε, θα έπρεπε να φωνάζουμε, να χειρονομούμε, να χτυπάμε τα στασίδια. Να ουρλιάζουμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου κι όταν δεν θα ʼχουμε άλλα να πούμε, να ανταλλάξουμε μεγαλόθυμες συγχωρέσεις. Αφού αγαπιόμαστε, παρ’ όλα αυτά.
Ένα μήνα πριν, στο τραπέζι των γενεθλίων σου, θυμήθηκα πόσο γοητευτικός γινόσουν όταν είχες καλή διάθεση. Γελάσαμε με τα αστεία σου, τις μιμήσεις όλων των μακρινών συγγενών κι αργότερα, στις κουβέντες μας τις σοβαρές, θαυμάσαμε το αγέραστο πνεύμα σου. Την επομένη, η μητέρα στο τηλέφωνο μού μετέφερε πως είχες παρεξηγηθεί με κάτι που είπα. Δεν θυμόμουν τι είχα πει. Ακόμα και τώρα δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σε ενόχλησε, φέρνω στο μυαλό μου τα λεγόμενά μας και δεν καταλαβαίνω. Αυτό ήταν το πρόβλημα, μου είπες, ότι δεν καταλαβαίνω.
Σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις· ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια.
Ακούω τη μητέρα να ρουφάει τη μύτη της και λυπάμαι για εκείνη. Δεν κλαίει, έχει πειστεί πως η ψυχραιμία είναι ίδιον της αξιοπρέπειας, όμως η μύτη της επαναστατεί. Λυπάμαι και για μένα. Τα χέρια μου ακουμπούν τα γόνατά μου, πάνω στο μαύρο μου παντελόνι άσπρες τρίχες απ’ το γατί που χάιδεψα στον δρόμο πριν έρθω, σίγουρα η μητέρα τις έχει δει και θα ντρέπεται που δεν πρόλαβε να τις καθαρίσει, τα παπούτσια μου όμως γυαλίζουν, τα πέρασα σχολαστικά με το βερνίκι, όπως μου έμαθες.
Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοί τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ·
Τα μαύρα παπούτσια των αδερφών μου κινούνται προς τη μεριά των συζύγων τους, η μητέρα πιάνει το χέρι μου και το σφίγγει, αισθάνομαι την παλάμη της ζεστή και ιδρωμένη. Δίνει το σύνθημα πως είναι ώρα να σηκωθούμε και θέλει να τη στηρίξω, όμως παραμένω ακίνητος γιατί έχω κάτω απ’ τη σόλα μου αυτή την τσίχλα που με κρατάει κολλημένο εδώ.
