Σύντομη εισαγωγή στο έργο της Αντιγόνης Κεφαλά
Η Αντιγόνη Κεφαλά γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας, σε μια εύπορη οικογένεια που κατοικούσε στη χώρα για πολλές γενεές. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επιβολή του κομμουνισμού το 1947, η οικογένεια αναγκάστηκε να διαφύγει στην Ελλάδα όπου έμειναν μέχρι το 1951, στο στρατόπεδο προσφύγων του Λαυρίου. Τον επόμενο χρόνο μετανάστευσαν στη Νέα Ζηλανδία και από το 1959 η Αντιγόνη μετακόμισε στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας, όπου ζει μέχρι σήμερα. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και πεζά στα αγγλικά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και συνέχισε εν μέσω των πολυποίκιλων αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν στην κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική ζωή της Αυστραλίας.
Το έργο της συγκεντρώθηκε σε έναν μικρό τόμο το 1992 υπό τον τίτλο Absence: New and Selected Poems (Hale & Iremonger 1992.) Η Κεφαλά δημοσίευσε επίσης πεζά, διηγήματα, αλληγορικούς μύθους και παραμύθια μεταφρασμένα από τα ρουμανικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ημερολογιακός τόμος Sydney Journals: Reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008) και η παρούσα συλλογή Fragments (Giramondo 2016), για την οποία έλαβε ένα από τα πλέον σημαντικά ποιητικά βραβεία της χώρας.
Η Ελένη Νίκα, μια επίμονη και ευαίσθητη αναγνώστρια του έργου της, επιμελήθηκε μαζί με τον υποφαινόμενο, έναν συλλογικό τόμο Antigone Kefala: A Writer’s Journey, Owl Publishing 2014) ως φόρο τιμής στη συνεχιζόμενη προσφορά της στη λογοτεχνία. Η Ελένη Νίκα έχει επίσης μεταφράσει στα ελληνικά το πεζογράφημα Alexia: a tale for advanced Children (Melbourne: Owl Publishing, 1995), ενώ μαζί με την Γαλλο-Ελεβετίδα Marie Gaulis μετέφρασαν το πεζό κείμενο The Island σε μια μοναδική και μνημειώδη τρίγλωσση έκδοση, The Island/L’ île/ Το Νησί, (Melbourne: Owl Publishing 2002).
Το έργο της Κεφαλά έχει μια μοναδική σημασία τόσο για τη χώρα στην οποία ζει και τη γλώσσα στην οποία γράφει, όσο και εμμέσως για τα ελληνικά ή την ελληνική λογοτεχνία της διασποράς, αν παραδεχθούμε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια κατηγοριοποίηση ως οργανωτική αρχή της λογοτεχνικής ιστορίας.

Λυρικό κατά βάση, επιγραμματικό, με αξιοπρόσεκτη ελλειπτικότητα και βραχυλογία, το ποιητικό της έργο εμφανίστηκε σε μια εποχή κατά την οποία ο εγχώριος Αυστραλιανός μοντερνισμός αντιμετώπιζε με προνεωτερικά ακόμα μέσα τον μεταπολεμικό κόσμο και την αποδιάρθρωση των καλλιτεχνικών μορφών.
Οι ποιητικοί τρόποι, ωστόσο, των έργων της ρομαντικής αγγλικής λογοτεχνίας ή ακόμα της μορφοπλαστικής τελειότητας του 18ου αιώνα, δεν ήταν επαρκείς για να διατυπώσουν ή παρακολουθήσουν τη χαώδη επέκταση των κόσμου που προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον πολλαπλασιασμό των επικοινωνιακών αναγκών του αναγνωστικού κοινού κατά την εποχή της διεθνοποίησης και κατόπιν της παγκοσμιοποίησης.
Με την έλευση νέων κοινωνικών ομάδων στην Αυστραλία, οι σχέσεις της γραφής με την καταγωγική μήτρα της αγγλικής ποιητικής τέθηκαν σε αμφισβήτηση, καθώς ποιητικές φωνές από την Ιταλία, την Πολωνία, τη Ρωσία, τον Λίβανο, την Ελλάδα, τη Γερμανία αλλά και από πολλές χώρες του ισπανόφωνου κόσμου άρχισαν να διεκδικούν μια θέση, ένα σημασιακό άνοιγμα, στο συνεχές της αγγλικής γλώσσας. Η πορεία της Κεφαλά διέγραψε μια σταδιακή είσοδο προς την αγγλική γλώσσα, όπου έψαξε να εντοπίσει το στίγμα της, και κατόπιν μια σταθερή διερεύνηση μέσα σε αυτή των δυνατοτήτων που της πρόσφερε για να διαυγάσει την ειδικότητα της σχέσης της με το πραγματικό. Τα αγγλικά ήταν ουσιαστικά η τρίτη γλώσσα της Κεφαλά και ένα ευκράδαντο αυτί μπορεί να νιώσει τις ετερόρρυθμες τονικότητες τις οποίες μετάγγισε στην αυστραλιανή ποίηση.
Η αποσπασματικότητα, η αμεσότητα και η ολιγολογία των στίχων της αρχικά εξελήφθησαν ως «κακά ή ανεπαρκή αγγλικά» και για πολύ καιρό η επίσημη λογοτεχνική κριτική αγνοούσε ή απέρριπτε το έργο της, ακόμα και όταν του παραχωρούσε κάποιες συγκαταβατικές φιλοφρονήσεις. Σταδιακά ωστόσο, ιδιαίτερα μετά το 1973 και τη σταδιακή εισαγωγή του πολυπολιτισμού, η ποίησή της άρχισε να κερδίζει ευρύτερη αναγνώριση και να μελετάται με προσοχή ή να ανθολογείται από γνωστούς κριτικούς, ως νόμιμη έκφραση ενός πολυφωνικού και πολυδιάστατου ποιητικού κανόνα.
Βέβαια, το γεγονός και μόνο ότι το έργο της κατηγοριοποιήθηκε ως πολυπολιτισμικό σήμαινε, κατά κάποιον τρόπο, την περιθωριοποίησή του και την αξιολογησή του με βάση μη λογοτεχνικά κριτήρια. Η ίδια διατήρησε πάντοτε μια εύγλωττη σιωπή πάνω στο ζήτημα αυτό, το οποίο ουσιαστικά έθετε ερωτήματα ανήκειν και είναι, ταυτότητας δηλαδή και αυτοπροσδιορισμού.
Πού ανήκει η ποίησή της υπήρξε ένα μεγάλο ερώτημα, αφού παρά το ελληνικό της όνομα, η Κεφαλά δεν διαμορφώθηκε στην Ελλάδα και η ελληνική λογοτεχνία τής δόθηκε εξ ακοής και εμμέσως. Όποιος διαβάσει το έργο της εξελικτικά διακρίνει μιαν οριακή επίδραση του Γιώργου Σεφέρη ιδιαίτερα στην οπτική και όχι στη μυθιστορία του. Αν μάλιστα επιχειρούσαμε μια συνεκτίμηση με το σεφερικό έργο, η Κεφαλά είναι πλησιέστερα στα Τρία Κρυφά Ποιήματα και όχι στο Μυθιστόρημα ή στα Ημερολόγια Καταστρώματος. Παράλληλα, ο ενημερωμένος και ευαίσθητος αναγνώστης μπορεί να διαισθανθεί μια αμυδρή τονικότητα ωσμώσεως ονείρου και εμπειρίας που παραπέμπει στα καλύτερα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, ιδιαίτερα μάλιστα από τα Μονόχορδα, τις Μαρτυρίες και Το Μακρινό.
Το έργο της ωστόσο ρυθμοδοτείται από ανεπαίσθητους κραδασμούς της προσωπικής μνήμης και αποφεύγει κάθε ιεροφαντική μυθολόγηση ή μια πολιτική βίωση της ιστορίας. Η ιστορική μνήμη, και υπάρχει πολλή μνήμη στο έργο της, είναι απολύτως εξατομικευμένη, ανήκει σε ένα συγκεκριμένο άτομο δηλαδή, με τους δικούς του περιορισμούς και προσλαμβάνουσες. Η Κεφαλά βλέπει καθετί μεγάλο, μεγαλοπρεπές ή μεγαλοφυές με ειρωνεία, επιφύλαξη και σκεπτικισμό. Οι στίχοι της αποτυπώνουν μια ατομική συνείδηση σε έναν κόσμο φαινομενολογικά αρμονικό αλλά κυριευμένο από μια ατμόσφαιρα πανικού, και ο εφιάλτης βρίσκεται στον πυρήνα της ποιητικής της κοσμολογίας.
Η Κεφαλά δεν αισθάνεται μετανάστρια και ξεριζωμένη και δεν έχει αγγιχτεί καθόλου από τον εύκολο συναισθηματισμό παρόμοιων νοσταλγιών και αυτομυθεύσεων. Νιώθει ωστόσο ότι υπαρξιακά είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι και πως δεν έχουμε μένουσαν πόλιν, ενώ αγωνιζόμαστε καθημερινά να βρούμε την πόλη μας και να αισθανθούμε έστω και λίγο μόνιμοι και παντοτινοί.
Όσο μάλιστα εξελίχθηκε το έργο της (και νομίζω ότι τα ποιήματα που μεταφράζουμε εδώ αποτελούν από πολλές απόψεις την εκφραστική συμπύκνωσή του) απαλλάσσεται από κάθε μυθογονική παραίσθηση και ιστοριοσοφία και επικεντρώνεται σε αποχρώσεις νοημάτων, ανεπαίσθητες τονικότητες και υποβλητικούς φωτισμούς. Κάθε στίχος συνιστά μια συνεκδοχή λέξεων, δηλαδή κάθε λέξη, γραμματικά και σημασιακά, υποδηλώνει μια άλλη σειρά λέξεων που δεν διαφαίνεται άμεσα, γεγονός που δυσκολεύει τη μετάφραση των στίχων της.
Η αγγλική είναι μια γλώσσα υποδηλώσεων, ενώ η ελληνική μια γλώσσα υπερδηλώσεων: η μετάφραση οφείλει ωστόσο να επινοήσει μια τρίτη μορφή, αναμέσα στο υπό και το υπέρ. Οι συμβιβασμοί είναι προφανείς και ως μεταφραστής έπρεπε να συνθέσω ένα κατ’ αναλογίαν ιδίωμα, πότε βασιζόμενος στην ακουστική λεπτότητα των στίχων του Διον. Σολωμού ή την ατμόσφαιρα του Λάμπρου Πορφύρα και του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, και πότε στην υποδηλωτική ελλειπτικότητα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και τις ιμαζιστικές συνδηλώσεις της Τζένης Μαστοράκη, ακόμα και του Τάσου Λειβαδίτη.
Στα Θραύσματα (Fragments) η Κεφαλά γίνεται η κυρίαρχη των γλωσσικών και συγκινησιακών αποχρώσεων. Ο λόγος αποκτά εδώ την ακραία μορφή στίχων με ελλειπτική μορφολογία και ιδιώματα της προφορικής λαλιάς, καθώς η ποιητική φωνή μετατίθεται, ανεπαισθήτως, από προσωπικές σε απρόσωπες αντωνυμίες, από ρήματα σε πρώτο πρόσωπο σε ρήματα πληθυντικού αριθμού μέσα από ελάχιστη στίξη και περιοδολόγηση.
Μολοντούτο οι στίχοι αναπτύσσονται σε συγκροτημένες προτάσεις και αυτές συμπυκνώνονται σε ολοκληρωμένο ποίημα, διατυπώνοντας μια πλήρη παράσταση και λεπτουργημένη εικόνα, μια φωτογράφηση του εφήμερου και του ροϊκού, την ώρα ακριβώς που διαλύεται μπροστά στα μάτια της ποιήτριας. Ο ιμαζισμός του λόγου της είναι υποβλητικός και πρισματικός σε διαρκή διάλογο με την εικονολογία του Οσίπ Μαντελστάμ, της Άννα Τσβετάεβα και του Τζουζέπε Ουγκαρέτι.
Βέβαια, είναι άχαρο και κάπως αυθαίρετο να προσπαθούμε να ανασκάψουμε ποιητικές γενεαλογίες γιατί το τελικό ποίημα, το κατορθωμένο σώμα του λόγου, ξεπερνάει ή, ακόμα καλύτερα, ανακεφαλαιώνει συνολικά τις καταγωγικές του αναφορές. Πέρα όμως και από αυτό, μια τέτοια ποίηση διατονικών κλιμάκων καθηλώνει σπάνιες στιγμές πληρότητας όταν το μυστηριώδες και το απροσδιόριστο, διαπερνούν τις συμβάσεις και τους εθισμούς της καθημερινότητας και μορφοποιούν την παλλόμενη ενέργεια που την ενεργοποιεί και την εμψυχώνει.
Στα Θραύσματα, το ρεαλιστικό υπόβαθρο είναι άμεσο και αδιαφιλονίκητο: οι πυρκαγιές που καταστρέφουν τα Αυστραλιανά δάση, η απουσία ενός παλιού φίλου, η απώλεια ενός αγαπημένου σπιτιού, η επίσκεψη σε ένα γηροκομείο, ένα λογοτεχνικό συνέδριο, η οίησις ενός κριτικού, όλα αυτά το ασήμαντα επεισόδια δομούνται σε πέντε ενότητες η καθεμιά φωτογραφίζοντας μια πρισματική πραγματικότητα πέρα και πάνω από κάθε αισθητηριακή επιβεβαίωση. Η συλλογή αποτελείται δηλαδή από στιγμιότυπα καθημερινής συμβατικότητας που συνιστούν στιγμές μεταμορφωτικής χάριτος ή εξαιρετικής διαφάνειας.
Η Κεφαλά μεταπλάθει τη συμβατική καθημερινότητα μέσα από υποβλητικές εκλάμψεις που μεταγγίζουν τον ορατό κόσμο με την ένταση και την ανησυχία μια ασύνειδης και υποβόσκουσας ταραχής. Η είσοδος ενός τρένου σε μια σήραγγα μεταμορφώνεται σε μια εικόνα κατάβασης στον άμορφο χώρο του σκότους. Τα πυροτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς στο Σύδνεϋ διακόπτουν την ηρεμία της σκέψης σαν μια απότομη και βαθιά τομή στο συνεχές της αστικής ζωής. Ένα παιχνίδι μπόουλινγκ μετασχηματίζεται στο ετερότυπο σύμβολο μιας χαμένης ζωής. Η επίσκεψη σε ένα γηροκομείο μετατρέπεται σε μια μνημονική ανασυγκρότηση ενός εφιάλτη από τον Edvard Munch ή μια ονειρογραφία από τον Giorgio de Chirico, μεταφρασμένη σε μια γλώσσα που δεν επιθυμεί να υποκαταστήσει τη δριμύτητα της εμπειρίας με την αλχημεία της γραφής.
Είναι μια ποίηση υποδηλώσεων και υπαινιγμών παρά μια γραφή καταφάσεων και καταδείξεων. Η ανεξιχνίαστη πολυπλοκότητα της καθημερινής ζωής χωρίς αποδράσεις σε φαντασιακούς κόσμους, τεχνητούς παράδεισους ή πολιτικές ψευδαισθήσεις βρίσκεται στο κέντρο της γραφής της Κεφαλά: παρά την εμμένεια του εφιάλτη, τα πάντα παραμένουν όμορφα, δηλαδή σε συμφωνία με τον εαυτό τους, επειδή είναι ακατανόητα και αδιερεύνητα, και κατά συνέπεια ο ποιητικός λόγος προσφέρει τη στιγμιαία, ιδιοπρόσωπη και ανεπανάληπτη συνταύτιση του συγκεκριμένου με τη συμβολική του αναγωγή.
Τα ποιήματα της Κεφαλά ξεκινούν από την αναδρομή του νου στο παρελθόν του, το οποίο επιθυμεί να ξεχάσει. Αν η Κική Δημουλά βασανίστηκε, κατά παράδοξο τρόπο, από τη διαρκή υπόμνηση της λήθης, η Κεφαλά μεταπλάθει την επικείμενη λήθη σε ένα κλίμα ζωής με μια ευγενική χειρονομία αποδοχής προς το εφήμερο. Πράγματι, το μείλιχον ήθος μιας αρχαϊκής ποίησης που ανάγεται στη Σαπφώ και τον Αλκαίο, διυλισμένο μέσα στην ποίηση της Emily Dickinson και της Elizabeth Bishop και την ανθρωπολογία του Marcel Proust και του Eugenio Montale ή της Wisława Szymborska, διαμορφώνει την αισθητική πρόταση της Κεφαλά, μακριά, πολύ μακριά από την ευκολία φεμινιστικών μανιφέστων και τον μηδενισμό συγχρόνων πολιτικών ταυτότητας.
Κάθε στίχος της συνιστά ένα φθογγόσημο σε μια μουσική δωματίου: κάθε λέξη έχει τη θέση της, χωρίς την οποία η όλη σύνθεση καταρρέει. Το ποίημα εστιάζεται στην υποδηλωτική δύναμη της γλώσσας. Δεν αποκαλύπτει με τον οικείο ρομαντικό τρόπο ενός ποιητή που γνωρίζει αλήθειες, αλλά εκείνου που υποδηλώνει υπόρρητες σχέσεις μεταξύ λόγου και εμπειρίας. Μια πλήρης οντολογική εικόνα της ανθρώπινης περιπέτειας αναδύεται από το έργο της, εστιασμένη γύρω από υπαρξιστικά ερωτήματα και ανησυχίες, δαμασμένα από μια στωϊκή καρτερία και επικούρεια ευφορία.
Η ποίηση της Κεφαλά είναι μια ποίηση αψιμυθίωτη και ανυπόκριτη, μια ποίηση του ουσιώδους και του απαραίτητου. Πρόκειται για μια ποίηση των άκρως αισθητών, αν θα μου επιτρεπόταν να παραφράσω τον Καβάφη, που περιμένει την αναγνώρισή της, ακόμα και από τους ληθολάγνους ομοεθνείς της.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω πριν απ’ όλα την ποιήτρια για τη διευκρίνηση ορισμένων σημείων, τον καθηγητή Ivor Indyk, εκδότη των ποιημάτων της για την άδειά του να μεταφραστούν τα ποιήματα και τέλος να αναγνωρίσω την καίρια συμβολή της συναδέλφου Ελένης Νίκα για τις ευαίσθητες και εύστοχες παρατηρήσεις της στο προσχέδιο αυτής της μετάφρασης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ποίηση και Πεζογραφία
- The Alien (St Lucia, Qld: Makar Press, 1973).
- The First Journey (Sydney: Wild and Woolley, 1975)
- Thirsty Weather (Melbourne: Outback Press, 1978).
- The Island (Hale & Iremonger: 1984)
- Alexia: a tale of two cultures (Sydney: John Ferguson, 1984)
- European Notebook (Sydney: Hale and Iremonger, 1988).
- Absence: New and Selected Poems (Sydney: Hale and Iremonger, 1992).
- Poems (Melbourne: Owl Publishing, 2000).
- Summer Visit: Three Novellas (Giramondo Publishing: 2003)
- Sydney Journals (Giramondo Publishing: 2008)
- Max: The Confessions of a Cat (Owl Publishing: 2009)
- Fragments (Sydney: Giramondo Poets, 2016)
- Journeys (Melbourne: Owl Publications, 2019)
ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ ΚΕΦΑΛΑ
- Vrasidas Karalis and Helen Nickas (eds.), Antigone Kefala: A Writer’s Journey, (Melbourne: Owl Publishing, 2013).
Θραύσματα (2016)
Μετάφραση: Βρασίδας Καραλής
Η ΦΩΝΗ
Με το άκουσμα
κοίταξα πίσω
πάγος οι φλέβες μου
ταξιδεύοντας
πρόσω ολοταχώς
αφήνοντας φωτιά.
Αυτός ο νόστος
το παρελθόν που εφορμά
απροσδόκητα
σε γνώριμους δρόμους.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΙ
Το φως σήμερα
άσπιλο σαν καμωμένο από κόκκαλα
ξερά από άνεμο ερήμου
χίμηξε στις μακρινές στέγες
σαν σε θυμήθηκα.
Τίποτε δεν θα σε φέρει πίσω
μόνο τούτο το φως
πέφτοντας τόσο αθώα
με τόση αυτοτέλεια
με αδιαφορία ανυπόφορη.
ΟΝΕΙΡΟ
Πετούσαμε
γοργοί σαν πουλιά μεταλλικά
ο άνεμος αντίσταση κρύα.
Άφωνοι
ωστόσο φώναξα το όνομά σου
σβημένο στη βροχή της στάχτης
που έπεφτε ασταμάτητα.
Πιο κάτω
ο δρόμος απλωνόταν άδειος
χέρι χέρι πλέαμε
μέσα στο σκότος
δίπλα από σελήνη μεγαλόπρεπη
ολοστρόγγυλη απόλυτα
σαν ένα φιλί
που βρίσκει την θέση του
αναπόδραστα.
Χορεύοντας σε άδεια δωμάτια
με έναν νέο άνδρα
με άσπρα μαλλιά
χορεύοντας σε δωμάτια
που μεγαλώνανε
κι άλλο κι άλλο
το άγγιγμά σου
ελαφρό στο δέρμα μου
και η θέρμη
του κορμιού σου
ειρηνοφόρα.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Το παρελθόν
ένα ποτό, μια δροσιά
που αποζητάμε.
Το παρελθόν
ένα ποτό, ένα δηλητήριο
που αποζητάμε.
Κοιτώντας τους εαυτούς μας
τους αγνώστους αυτούς
πιο θαρραλέους
πιο διαυγείς
νέα, όντα λαμπερά
που αγνοούν κινδύνους
συγκινητικά
στην αθωότητά τους.
ΕΦΗΒΕΙΑ
Μεθύσι από άρωμα αγιόκλημα
και σεληνόφως
η μνήμη του προσώπου σου
τα μάτια σου
γεμάτα αιφνίδια αναγνώριση
λαχτάρα
που πυράκτωνε του αέρα το γαλάζιο
σαν τον νύκτιο ουρανό
που μεγαλώνει και βαθαίνει
απλώνοντας σπειροειδώς
πάνω από το πρόσωπό σου
βαθύτερα όλο βαθύτερα στη νύχτα
βαθύτερα όλο βαθύτερα στα μάτια σου
καίγοντας τις κόγχες
διαπερνώντας
γεμίζοντάς σε ολόκληρο με χώρο.
ΤΟΠΙΟ ΟΙΚΙΑΚΟ
Έκτοτε
ο χρόνος σμιλεύτηκε από σιωπή
αδημονεί σε βάζα, με αυτάρκεια,
σαν άνθη κομμένα σε κορνίζα
ανάμεσα σε πορτρέτα
κοιτώντας επιτακτικά δωμάτια έρημα.
Οι τοίχοι, ετοιμόρροποι πια
δεν προστατεύουν τίποτε.
Έξω
η νύχτα πλήρης φωνών
ανήκουστων ως τώρα.
ΣΠΟΥΔΗ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΘΕΜΑ ΙΙ
Σαν το κρατούσε
αγωνιζόταν να εμψυχώσει
ένα όργανο αρχαίο
κρούοντας αλάνθαστα
τις χορδές
κοντά στην αλήθεια των σωμάτων
μια αλήθεια που πήγαινε πέρα
από το δέρμα, τα κόκκαλα, τα νεύρα
σε κάποιο σκοτεινό υπέδαφος
που ανακάλυψε ψηλαφώντας
για να νιώσει τον ρυθμό
να τον λυτρώσει από κάθε δέσμευση.
ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Ενόσω κάπνιζε
ανάδευε τον καφέ της
και μου έλεγε τα νέα της.
Ένας παρατηρητής απόμακρος
που παρουσίαζε μια ζωή
ασύνδετη με τη δική της
και η οποία την άφηνε
αδιάφορη.
Πέρα από το παράθυρο
η θάλασσα πράσινη ανεμοδαρμένη
και τα ψαροπούλια
παγερή λευκότητα με κόκκινα μάτια
κρώζοντας πάνω από την παραλία.
ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Τα μέλη της, το δέρμα της
όλα καμωμένα από ηλεκτρισμό
κάθετί ζωντανό
τα κόκκαλά της
σημεία που φωσφορίζουν
τριζοβολούνε
έτοιμα να φουντώσουν
να πυρακτωθούν κάθε λεπτό
πυρπολώντας την ολοκληρωτικά.
ΟΝΕΙΡΑ
Επέστρεψε χτες βράδυ
την είδα στο μπαλκόνι
φαινόταν να επέπλεε
στο μακρύ μεταξένιο της φόρεμα
και μετά χαμογέλασε
τα δόντια της
χαραγμένα από κρύσταλλο
και σαν με κοιτούσε
τα διαμαντένια μάτια της
αδιάπτωτα αστράφτανε στη νύχτα.
Ήταν μήπως χαρούμενη που γύρισε;
Αίφνης μετά
βρεθήκαμε σε σπίτι παλιό
γεμάτο από φως μεταξένιο.
Καθώς εισερχόμαστε
κάποιος έκρουε
ήχο αλουμινίου.
Τα ξύλινα πατώματα φθαρμένα
και νά πατούσαμε σε γυαλιά
κάτω
μια μάζα από γυμνά καβούρια
και πουλερικά, όλα στριμωγμένα
σε δάπεδο κινούμενο άψυχης σάρκας.
Τί έγινε; Είπα
κάποτε είχαμε καθάριο νερό.
Ο φόβος σου, είπε εκείνη,
μεταμορφώνει τον χώρο.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΙΑ
Μακάρι να σε κάψει η φωτιά! είπε αυτός.
Κι εκείνη, ας γίνει ό,τι γίνει. Γνωρίζω
τη μοίρα μου, τη διάβασα στις εφημερίδες.
Βίαιοι καιροί, θάνατοι βίαιοι.
Μακάρι να με κάψει για πάντα, η φωτιά
αυτή που με κατακαίει τώρα,
μέρα τη μέρα, με αδυσώπητη ακρίβεια.
Μακάρι να κάψει ακόμα και το στάρι
το κλεισμένο σε βαθιά πηγάδια
στις ενενήντα κάμερες,
η μια μικρότερη απ’ την άλλη
και αόρατες, παρά σε μάτι γυμνό.
Μακάρι να κάψει τα πάντα η φωτιά.
Γιατί ποιοι θ’ αναστηθούν τώρα
μέσα από τις στάχτες τους;
ΣΚΕΨΕΙΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ
Γύρω της
η πόλη ανέπνεε τη νύχτα
κι εκείνη γύριζε στο σπίτι μοναχή.
Γνώριζε πως πλέον δεν υπήρχε
σπίτι, ούτε γυρισμοί στο σπίτι,
μόνο το κενό
το μέσα που αδημονεί σιωπηλό
χωρίς να γυρεύει απαντήσεις.
Γνώριζε ακόμα πως δεν είχε
ερωτευτεί κανέναν, ερωτευμένη
μόνο με κάποιου έρωτα το ίνδαλμα.
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Σου στέλνω ανταύγειες φωτός
όπως κυλιούνται επί των υδάτων
κάτω στις συκιές του Μόρετον Μπέϋ.
Παραδώσου σε μένα
και θα σε λυτρώσω από τον καιρό
θα σε λυτρώσω από τη θλίψη
όπως υπόσχονται τα τραγούδια.
2.
Πρώτες Επαφές
ΑΥΓΗ
Μες στην κρουστή σιωπή
η γη εξατμιζότανε σε φως
τα περιγράμματα έσβηναν στους τοίχους
της ομίχλης, σχισμένα από ανείδωτες αχτίδες
ή από τους κρωγμούς πουλιών
που έκαναν την ανυποψίαστη
αντήχηση της μεγάλης πεδιάδας
να δονείται.
Αποκάτω, η κοιλάδα κάπνιζε
μέσα σε καρβουνιασμένα ξύλα
δέντρων πυρπολημένων,
ενώ η καμένη σάρκα καλυπτόταν
από μικρές σταγόνες ιδρώτα.
ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Μόνο μια σαύρα
χόρευε στα ξεραμένα φύλλα.
Ψηλά, στα γαλάζια βάθη
ένα πουλί έκοβε με τα φτερά του
το φως
τόσο μετάξι, που έπεσε
και ανηγέρθη, βαρύθυμα,
κελαηδώντας ανάερο.
ΑΠΟΦΛΟΙΩΜΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑ
Ήλθαν το βράδυ αργά
ολόμαυρα εμπρός σε κίτρινο φεγγάρι
με τα κομμένα χέρια τους ακίνητα
η κλίση που τα έστρεφε
στον ουρανό κομμένη από
ρομφαία πύρινη.
Μέσα στον άδειο τόπο
σκόρπιο στράτευμα, φαντάσματα αλλόκοτα
αφημένα εκεί να ανταμώσουν ολομόναχα
τις χαραυγές και τα νυχτώματα
να περιμένουν σιωπηλά για
την τελική πτώση, απλωμένα στη γη
σαν ιππόκαμποι, σκελετοί
υπομονετικά προσδοκώντας τον ήλιο
καθώς διαλύονται αργά σε στάχτη.
ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ
Οδηγήσαμε έξω από την πόλη
το αμάξι έκαιγε
η κυκλοφορία
ξέφρενη από τον καύσωνα
ο άνεμος της ερήμου
φυσούσε καυτερός
μέσα από τα παράθυρα.
Τα προάστια μαύρα από την καπνιά
πρατήρια πετρελαίου, μάντρες αυτοκινήτων
δυο άντρες σε μια βεράντα από τούβλα
με φανελάκια, κρατώντας μπύρες
κοιτώντας την κυκλοφορία
στο ροδακινί φως
αργά το απόγευμα.
Αλλά το δάσος
πλήρες σιωπής
άνεμος νυχτερινός
ήχος κυμάτων
ψηλά μέσα από ευκάλυπτους.
ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΣΥΔΝΕΫ – ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
Μόνο νύχτα υπήρχε
πέπλα κρεμάμενα εξ ουρανού
μέσα από σκοτεινά, απομόναχα κατάρτια
μόνο νύχτα
η σιωπή, που αντηχούσε σαν όργανο
αναπνέοντας βαριά στις αψίδες
μιας άδειας εκκλησιάς.
Μα σαν περάσαμε τη γέφυρα
το απόλυτο σκότος εξερράγη
σε φωταψία
πυροτεχνήματα πέφταν από τον ουρανό
βροχή άστρων
που έκαιγε τον αέρα
καταπυρακτωμένη
γεμάτη φωσφορίζουσα ευφορία
που συντρίβονταν πάνω στο γυαλιστερό
μάρμαρο των κυμάτων
πυρπολώντας τη θάλασσα με χρώματα ρευστά.
Ο ΚΟΛΠΟΣ
Θάλασσα πράσινη
που αναβράζει σε κύματα
άσπρον αφρό δαντελωμένα.
Στην άδεια προκυμαία
σπίτια ερημικά.
Τρεις δύτες
κοντά στο αγκυροβόλιο
αλλόκοτα αμφίβια όντα
ντυμένα μαύρα λαστιχένια δέρματα
πάλευαν με τα κύματα
ανέβαιναν σε βράχους
μέσα σε δειλινό αποκάλυψης
που ζωγράφιζε
χρυσά πορτοκαλένια νήματα
πάνω σε ύδατα μαύρα.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΔΕΡΒΕΝΙ
Βουλιάζουμε στο φως
αφανιζόμαστε στη σιωπή
τίποτε άλλο παρά
ο αργός φλοίσβος της θάλασσας.
*
Απογευματινή ζέστη
χωρίς φωνές
στην καλυμμένη επιφάνεια
κεφαλές κυλούσαν
σάμπως στολίδια ασήκωτα.
⸙
Το δειλινό
οι ψαρόβαρκες
πελώριες μαύρες πέτρες
φυτεμένες
σε χωράφι φεγγαρόπετρας.
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Η ζέστη που έλουζε
το πάρκο, οι άνθρωποι
η μπάντα που έπαιζε.
Πίσω, νέα κτίσματα
επίπλαστης κομψότητας
που γυάλιζαν
με λάμψη λαμαρίνας.
Ο αέρας πύκνωνε από
τόση κίνηση
μυκτήριζε τον εαυτό του ανήσυχα
παφλάζοντας αγαλλιαστικά
πάνω στο πανίσχυρο φως.
ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ
Βαδίσαμε μαζί προς τον σταθμό
το υγρό, κρύο βραδάκι έπεφτε
στο πάρκο, τα δέντρα πράσινα
σαν αβοκάντο, ο ήλιος που έδυε.
Το τρένο έσπρωχνε τα λαμπερά
χρώματα του απόβραδου
όλο και μακρύτερα
οι σταθμοί χρυσαφένιοι το δειλινό
τρένα γεμάτα επιβάτες, όρθιους,
διαβάζοντας, απορροφημένους, καθηλωμένους
στον χώρο σαν από κάποιο μυστηριώδη δεσμό.
Έτσι αργότερα μες στη νύχτα
μέσα στο δονούμενο σκότος
η πλούσια διακοσμημένη αψίδα
κινούμενη αδηφάγα προς εμάς
γεμάτη γιγαντιαία διαμάντια
μικρά λευκά μαργαριτάρια, αναπνέοντας,
μέσα έξω, καταβροχθίζοντας τον χώρο
βουλιάζοντάς μας σε σήραγγα
με ήχο εκκωφαντικό.
ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ
Το φως
χαϊδεύει το νερό
με τα χέρια
ενός εραστή.
Τα δέντρα
ασυγκίνητα
ισορροπημένα
στο ακριβές σημείο
που εκείνα γνωρίζουν
αλλά εμείς αγνοούμε.
Η ΤΑΙΝΙΑ
Θυμάμαι το κυνηγητό.
Τα λευκά μέλη των ευκαλύπτων
μέσα σε πηχτό σκοτάδι,
τα καγκουρώ
να ξεπηδάνε σαγηνεμένα
από τις δέσμες των προβολέων
τα μάτια τους, δίσκοι πλατιοί
που στραφτάλιζαν στη νύχτα.
Οι δολοφόνοι
μιλούσαν με σφαίρες
κτηνώδεις στο άσπιλο τοπίο
το αδιάφορο για κρότους
και για θάνατο.
ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στην εύθραυστη σιωπή του δωματίου
κοίταξα με μάτια άπληστα να αδράξω
τη στιγμή. Είπες πως θα έλθει
μόλις υψωθούν τα παραπετάσματα
πάνω από τα κλαδιά φέρνοντας μαζί
τους το άρωμα κοιμώμενων δέντρων.
Εν κρυπτώ μονάχα
τότε, όταν το σεληνόφως ηχεί
πάνω από άψυχα λευκά άνθη
και τα όρη χωρίζονται, αθόρυβα,
για να αποστείλουν τα πνεύματά τους
να πετάξουν μέσα στη νυχτιά.
ΦΕΓΓΑΡΟΛΥΚΟΣ
Η πανσέληνος αγναντεύει,
διάφανο χρώμα πράσινο ελιάς
πλέοντας στη μαύρη θάλασσα
πάνω από το κεφάλι μου
στοχεύοντάς με, καταβαίνοντας
ένα πουλί τώρα
με άδεια μάτια
ζωγραφισμένη πορφυρή
την απαστράπτουσα ουρά του
ένα φως λευκό
καψαλίζοντας τον αέρα
γύρω μου, κυριεύοντας
κατακαίοντας το χώμα.
Στα πόδια μου, λύκος λευκός
η τεντωμένη καμπύλη της ράχης του
φωσφορίζον γαλάζιο.
3.
ΕΠΕΤΕΙΟΙ
Ι.
Όλο και πιο γρήγορα βούλιαζες
σπρωγμένη ήσυχα από εκείνα τα αόρατα χέρια
στην αποκλήρωση
που αμείλικτα διασπάθισε τις προσφορές.
Έξω, ο μαύρος, ο σιωπηλός τρόμος
μας κοιτούσε από το παράθυρο
γιατί ήσουνα αόμματος τώρα
μόνο τα λουλούδια, θα έλεγες
ήταν εκεί, κρεμάμενα σαν γιγαντιαία
πορτοκαλιά πέταλα από το ταβάνι,
και ήλιοι, εκρηκτικοί, γαλακτώδεις ήλιοι
τρέμοντας ακόμα μέσα σε κόκκους
φωτός ξεχασμένους
στον πάτο του πηγαδιού.
ΙΙ.
Τώρα το βάρος της μνήμης είναι μόνο δικό μας
περνώντας δίπλα από γνώριμους τόπους
που στέκονται ακόμη στο φως των λαμπτήρων
σιωπηλοί και στέρεοι εξ αρχής.
Κι εμείς βγαίνοντας από τις καταθλιπτικές
πτέρυγες, γεμάτες από ανθρώπους νεκρούς ή όχι
ποιος να ήξερε τη διαφορά
τα ίδια φθαρμένα, ωχρά πρόσωπα κάτω
από τα ξεβαμμένα ψηλά ταβάνια.
«Υπομονή η μόνη μας θεραπεία»
τραγουδούσε το γραμμόφωνο, στο σκοτεινό
εστιατόριο όπου ένας άντρας έτρωγε μόνος
κοιτώντας τον κυνηγό να προχωρά κάτω
από το καυτό φως, απρόσωπος
η μέση του κινιόταν ελαφρά στον
ρυθμό, με τον κρότο από τα σπιρούνια του μόνο
πάνω στο σκονισμένο δάπεδο, μαύροι τροχοί
θανάτου, αποφασισμένοι, αναπότρεπτοι.
ΙΙΙ.
Μόνο το ρολόι χτυπούσε
στο δωμάτιο
τα έπιπλα όλα ακίνητα
εκτός από τη φωτογραφία σου
στη βιβλιοθήκη
που κοιτάς τη μητέρα
άλλο ίχνος κανένα δικό σου.
«…όταν η αγαπημένη μου σύζυγος…»
μια ξεθωριασμένη εικόνα τώρα, επισήμως
παρουσιασμένη στους επισκέπτες.
Τότε το νέο του σκυλί εμφανίστηκε
μεταξένιο καστανό και
μόλις με κοίταξε
τα μάτια σου κοιτούσαν τα δικά μου
από υγρούς βυθούς
αδιάφορους και απόμακρους
σε ακινησία
τότε ένιωσα ξάφνου φόβο.
Σε είχα κι εγώ λοιπόν απογοητεύσει;
ΠΕΡΙ ΑΠΩΛΕΙΑΣ
Ι.
Λοιπόν, οσάκις πηγαίνω εκεί τώρα
τη νύχτα μερικές φορές
τα παλιά γνώριμα μονοπάτια
έρημα, και τα δέντρα
που αχνοκινιούνται στον ουρανό,
προφέρω το όνομά σου.
Οι αγάπανθοι ανθίζουν,
νεκρολούλουδα, και
η ροδακινιά φαίνεται μικρή
και φτενή τώρα,
αλλά τότε, εκείνο το πρωί
σιγόκαιε στο φως
όνειρο λευκότητας
ζωντανό και αδιάντροπο.
ΙΙ.
Από τόσες εποχές αμέτρητες
η ζωή συνεχίζεται
ακατανίκητη
χωρίς να μας υπολογίζει.
Αυτή η τομή, αυτή η απόλυτη
τελική τομή
σαν άψυχο βάρος
που συνθλίβει.
Ο θάνατος δεν χρειάζεται κανέναν
Εμφανίζεται ντυμένος
την απόλυτη αυτάρκεια.
Δεν ακούτε;
Εσείς όλοι που αγωνίζεστε
για αυτάρκεια
μία έστιν η οδός.
ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΣΙΤΡΑ
Οι φίλοι μας αφουγκράζονται
στο σκοτάδι του θεάτρου
κρατώντας ο ένας τον άλλο
στα σκελετωμένα κορμιά τους
τα γυμνά τους πρόσωπα αναδύοντας
το είδωμα της εφηβείας.
Ακούνε
αυτό το ξέσπασμα
το πάθος για ζωή
ζουν έντονα
ξεχνώντας για λίγο
θανάσιμες προφητείες.
Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ
Τη Δευτέρα, είπε
έγινε η εκφορά
την Τρίτη
ευθανασία στον σκύλο
την Τετάρτη
ξεπούλησαν τα έπιπλα.
Και ο ταλαίπωρος ο Μπομπ
ακόμα στο Γηροκομείο
το ευαγές εκείνο ίδρυμα
με τους λευκούς τοίχους, τα κόκκινα καλύμματα
εκείνος να κάθεται με τις πιτζάμες του
πίνοντας τσάι
αγνοώντας το βαρύ φέρετρο
όπου εκείνη κείτονταν νεκρή
με ωραία άνθη πολλά.
4.
ΙΕΡΑ ΕΙΔΩΛΑ
Μας κοιτούν εκ των ένδον
εν σιωπή
με αγωνία
μοχθώντας να διατηρήσουν
τις εύθραυστες εικόνες τους
φθαρμένες από τα αγγίγματά μας
άπληστα διαρκώς
για κάποια απτή απόδειξη.
ΤΟ ΦΙΔΙ
Δειλινό, οι δυο μας
περιμένοντας σιωπηρά
δίπλα στη νεροπηγή
προσκυνητές
πρόθυμοι να αντλήσουν
δυνάμεις απόκρυφες.
Ξάφνου
ξεπήδηξε από το νερό
παφλάζοντας στον άγριο άνεμο
πέσαμε πάνω του
πασχίζαμε να το κρατήσουμε
το πλάσμα απόλυτα ατάραχο
γύρισε με κομψότητα
έκανε πήδημα ανάστροφο
και βούλιαξε πάλι στο χρυσαφένιο λάδι.
Εμείς ακόμα παράμερα
κοιτώντας το νερό
παραπονούμενοι
με ήπιες, δειλές φωνές
για τη στιγμή
τη δυσοίωνη, τη δυσοίωνη.
ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ
Με το άκουσμα, γύρισε
βάδισε προς τα πίσω
σπρωγμένος από άνεμο απαλό
πηδώντας πάνω από φλόγες που
φαίνονταν να καίνε το έδαφος
να φτάσει στο σπίτι
το γεμάτο από συνταξιούχους
που αναπαύονταν σε άδεια δωμάτια μπιλιάρδου
χαμογελώντας κρυφά για παλιές ιστορίες
ξαναειπωμένες από φωνές της φαντασίας.
Ο λευκοντυμένος άντρας τριγύριζε
χτυπώντας το κουδούνι.
Οι αυλές κατάφορτες από πρασινάδα
υπερμεγέθη κλαδιά δέντρων
που ορμούσαν πάνω σου
άρπαζαν τα χέρια σου, τα πόδια σου
μεγάλωναν σιγανά στους πνεύμονές σου
μυώδη σχοινιά – κάτω, η λάσπη
ανοιγόκλεινε τα μάτια κάτω από φως μεταλλικό.
Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Μας κοιτούσε από την εξέδρα
τα μάτια της γεμάτα από θηριώδη
απελπισία
σαν προσπαθούσε να συγκρατήσει
τη φωνή της λαχανιασμένη.
Φαινόταν να αιωρείται
πάνω από τα βράχια
μιας σκοτεινής, παγωμένης θάλασσας
ήδη αποσυσχετισμένη
από την καθημερινότητα
ανυπόμονη, μέσα της
όλα έτοιμα
για τον τελικό φόνο.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ
Σαν έφτασαν στον τόπο
περίμεναν στις σκονισμένες αυλές
με τα αδέσποτα σκυλιά.
Σιγά σιγά τα ορόσημα
των ημερών τους παρασύρθηκαν μακριά
και βούλιαξαν ανεπαίσθητα
σε μια σιωπή αποσύνθεσης.
Όταν επέστρεψαν
τα μάτια τους είχαν καεί
τα χέρια τους ανοιχτές πληγές
ο δρόμος, είπαν,
τίποτε πάρεξ φωτιά
δροσιά καμία
όπως τους είχαν υποσχεθεί
οι θρύλοι.
ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΙΙ
Η καθημερινότητα
μια θάλασσα κινδύνων
έπεφτε μέσα
βούλιαζε
πηδώντας έξω να αναπνεύσει.
Συμπιεσμένος
από τις μεγαλόπνευστες ιδέες
αγνότητας και χάριτος
που βίδωσαν μέσα του
ενόσω τον κακοποιούσαν.
Σκληρός ενίοτε
ωστόσο άνοστος σαν γύψινο
άγαλμα αγίου.
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
Τα πρόσωπά μας
αυτοί οι άγνωστοι που πλάθουν
τη μορφή τους σιωπηλά
μας κοιτούν από κάτοπτρα
φωτογραφίες
ένα άθροισμα λεπταίσθητο πολύ
τόσο ανεξιχνίαστο.
Κοιτάμε αλλήλους
στους δρόμους
να βρούμε το μελλοντικό μας πρόσωπο
το πρόσωπό μας
στον άπειρο χώρο
όπου δεν επιβιώνει τίποτε.
ΟΙΩΝΟΣΚΟΠΟΣ ΙΙ
Ταξιδιώτης από χώρα βράχων
αποκαΐδια μεγάλης φωτιάς
τα σπασμένα δέντρα
μαύρα πέπλα ανεμοκίνητα
γεμάτα αχνούς απόηχους
που μόνο εσύ μπορούσες να ακούς.
Παθιασμένος με τα μεγάλα βάθη
δεν έβρισκες άλλο τρόπο
κοιτώντας τα νερά κάθε βράδυ
ιχνηλατούσες το μονοπάτι
μιας μεγάλης λησμονιάς.
ΗΓΕΤΗΣ
Η αυτάρεσκη
ουσία κατακτήσεως
που τον κατέτρωγε
εν τέλει τον μεταμόρφωσε
στην παγιωμένη αναλλοίωτη μορφή
το κέντρο βαρύτητος
που διέπλασε τις ζωές τους
και διακρινόταν καθηλωμένη
με λάμψη φανατισμού
στο νεκρό κέντρο
των ματιών τους.
Η ΕΠΙΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ
Είχες μόνο να περιμένεις
ακίνητος στο δειλινό
στα σιωπηλά δωμάτια
για να νιώσεις την πανίσχυρη
παρουσία τους
για να νιώσεις την ασημαντότητά σου
την ώρα που εκείνα αναπαύονταν
ήσυχα και αυτάρκη
ως εάν εξ αρχής
να είχαν ονειρευτεί μοναχά τους
ακριβώς αυτό που ήταν
χωρίς τύψεις
ή επιθυμίες ανικανοποίητες
να κηλιδώνουν την τελειότητα
της μορφής τους.
Ο ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
Ο κύκλος
έδαφος ιερό
που ζει εντός μας
έξω από τον χρόνο
κινείται σαν ποταμός φλεγόμενος
προστατευμένος από τείχη υψηλά,
τείχη παγίδες, απολιθωμένα
από αιώνες φόβου.
Οι τολμηροί
μοχθούν να πετάξουν ψηλά
πάνω από τα τείχη.
Η φωτιά ωστόσο βάφει τον νου
τόσο αναπόδραστα
που κανείς δεν δύναται να επιστρέψει
σε συνθήκες προγενέστερες αναλλοίωτος
και η αλλοίωση είναι σαν
αρρώστια που εξαπλώνεται αθόρυβα
και φουντώνει χρόνια μετά απαρατήρητη.
ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ
Διαπλασμένοι από τα μέτρα μας
γιατί δεν υπάρχουν άλλα.
Καθένας ανάλογα με
τις ανάγκες του, βεβαίως.
Από την αρχή
ο πύργος του πεπρωμένου μας
χτισμένος στον πυρήνα.
Μπαίνουμε στο καινούργιο
πρωί, εν αγνοία
πλήρεις φορτίου
αβαρούς.
ΑΕΙΚΙΝΗΣΙΑ
Θα ερωτευτούν και πάλι
απόψε, σαν το χτεσινό βράδυ, και
την προηγούμενη εβδομάδα, κάθε βράδυ.
Νιώθουν την ίδια έξαρση,
την ίδια ενοχή, μετά
ρέουν στο μεγάλο ρεύμα.
Θα πεθάνουν και πάλι απόψε
κρατούν το μαχαίρι
νιώθουν το αίμα τους
σπρωγμένοι από τον ίδιο πυρετό
γνωρίζοντας ότι θα χτυπήσουν
ωστόσο θα χτυπήσουν ως εάν η κίνηση
να είχε γεννηθεί εκείνο το δευτερόλεπτο.
5.
ΠΑΤΡΙΣΙΑ
Τα μάτια της
κεραμικά γαλάζια
στο φως των κεριών
γαλαζοπράσινα κοσμήματα
πυρακτωμένα.
Επί σκηνής
ένα τόσο εξαίσιο φως
μυστικής πηγής
έρρεε από μέσα της
και ανυψωνόταν.
ΦΕΣΤΙΒΑΛ
Καταφεύγουμε κάτω από την τέντα
και το συγκρατημένο ηλιόφως.
Μορφές περπατάνε
στο γρασίδι μοιάζουν κομψές, στα ολόλευκα.
Τα δέντρα, η χλόη, ο αέρας
όλα σιγοκαίνε.
Στην εξέδρα, οι συγγραφείς
πίνουν νερό, παλεύουν
με τα γραπτά τους, τα μαλλιά τους ανακατεμένα
άτακτα, από γιγαντιαίο ανεμιστήρα.
Αλλά ο πυρωμένος αέρας συνέχεια πέφτει πάνω τους
τα γρασίδια γίνονται σκόνη
τα παιδιά δεν φωνάζουν πλέον
κάτω από τις σκιές των φοινικόδεντρων.
Στην εξέδρα, οι κριτικοί
μιλάνε για αμφισημίες
κάτω από την επιφάνεια της πρόζας του
την πραγματική του πρόθεση
τον αφήνουν να πέσει, χωρίς αγάπη,
να καταβροχθιστεί
από την αταξία της ζωής του.
ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Μας εκχωρούσε την παρουσία του
βέβαιος για την αξία της.
Το παρελθόν του, ιστορία πασίγνωστη,
που δεν προκαλούσε πλέον
τώρα μόνο το φορούσε –
ρούχο ξεχειλωμένο.
Το κοινό αδημονούσε
γεμάτο θαυμασμό.
ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ Μ.
«Μην τρως αρνάκια
κατά την εορτή της Αναστάσεως
σκέψου τις ψυχές τους
δεν αξίζει να ζήσουν
για τους δικούς τους σκοπούς
παρά να θυσιάζονται
ως είθισται
στον βωμό ενός νέου Θεού;»
ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Περίμενε στον καναπέ
ωχρή πολύ, σκόνη άσπρη
αδόκητα συρρικνωμένη πλέον
εσωστρεφής
μη συγκρατώντας τα γυαλιά της
που είχαν μεγαλώσει
σε μέγεθος γιγάντιο.
Μας κοιτούσε
σιωπηλή
μας άγγιζε με τα
κρύα της χέρια
καθώς εκφράζαμε τις ευχές μας
σε μια τόσο θορυβώδη
μια υπέρμετρη γωνία
της φροντίδας μας, ανήσυχοι
από τέτοια μεταμόρφωση.
ΜΕΛΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Ήτο νέος, περικαλλής,
με φωνή προσεκτική,
πλήρως αποδεδειγμένης και
αψόγου αποτελεσματικότητας,
θα φανταζόταν κανείς ότι
κούρντιζε τον εαυτό του
κάθε πρωί
για να αντέξει ολημερίς
μέσα από
τη ρουτίνα της αναγνώσεως βιβλίων
της ομιλίας περί βιβλίων
της τοποθετήσεώς των, κατά το δυνατόν,
στην πυραμίδα
της αξιολογίας του.
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Το πέρασμα του χρόνου
δεν είναι πλέον αφαίρεση
το πρόσωπό της άλλαξε
από το μολυβένιο του βάρος.
Από βαθιά στα μάτια της μέσα
ο εαυτός της όλος παραίτηση
κοιτούσε εταστικά.
ΧΑΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
Το δωμάτιο γεμάτο ανοιξιάτικο φως
κι εγώ τρέχω να καταστρέψω
τα λείψανα της λαχτάρας σου
για δικαιοσύνη.
Η γλώσσα μόνο
πετώντας σε μνημειώδη ύψη
ισοφάριζε την απελπισία σου.
Προσοχή!
Προσοχή!
Από τούδε δηλώ την σθεναρή μου πρόθεση
να αναβάλω την εκδίκαση…
ΟΠΛΑ
Ερείπια
πτώματα στον ήλιο
άνδρες κινούμενοι προσεκτικά
σε δρόμους άδειους
κοντά σε τείχη καμένα.
Άντρες σε οροφές, λόφους,
πετάγονται από σκοτεινά υπόγεια,
άντρες κρατώντας, θωπεύοντας
μεταλλικές στύσεις
πυροβολώντας
ψεκάδες σπέρματος
εφορμώντας ακάθεκτοι
να σπείρουν μια νέα γενιά δολοφόνων.
ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
Περίμενα το γράμμα σου, τόσον καιρό.
Έδωσα το γραμματόσημο σε φίλο.
Τι άλλαξε εδώ, ρωτάς,
νέα κτήρια παντού
τα υπόλοιπα ερείπια
ο κόσμος υποφέρει, αμίλητος.
Το κομπολόι που μου έστειλες
ενθύμιο αυτού που έχω ξεχάσει.
Τι να κάνω;
Για πάντα στο έλεος ανθρώπων
που με καταπονούν
ευχαριστημένη με τον ήλιο όταν ανατέλλει
και με τις ευωδίες του πρωϊνού.
ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ
Εγωκεντρικός και παμφάγος
με κομψό στοματάκι
στην απαστράπτουσα εκείνη
χρυσοκέντητη αμφίεσή του
που κι εκείνη ανέπνεε
με φουσκωμένα δαμασκιά μανίκια.
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ
Για την Ελένη Νίκα
Τα χέρια της μητέρας μου
ήταν μοναχικά, χέρια απόμακρα
υπομονετικά, σιωπηλή αντίσταση
πάντα ξαφνιασμένα
από την αγριότητα της ζωής.
Και έπειτα, τον καιρό των ταξιδιών
κάθε καινούργιος τόπος ένα λιμάνι
που έπρεπε να εγκαταλείψουμε
ακατάπαυστα γαλουχώντας
το παράπονο μιας απώλειας.
ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ
Καινούργια άνοιξη
και η ροδακινιά άνθισε πάλι
χωρίς καθυστέρηση.
Στην αυλή
οι ψηλές πράσινες λάμες
σιγοκαίονται στο λιοπύρι
τα περιστέρια γουργουρίζουν ακούραστα
ραμφίζοντας το χώμα εξονυχιστικά.
Πάμε προς τα πίσω
προς τα πίσω γυρνάμε
μετράμε τις αποτυχίες μας
με άπειρη υπομονή
φανταζόμαστε εκ νέου τους καιρούς.
ΠΑΛΙΑ ΦΙΛΗ
Ήταν ανήσυχη
ένας ίλιγγος εσωτερικός
την κυρίευε
της δώσαμε την προσοχή μας
απαρνηθήκαμε κάθε διεκδίκηση
που είχαμε επί της στιγμής
για να της την αφιερώσουμε.
Εκείνη όμως συνθλιβόταν
από βαριά φορτία
ένιωθε πώς η ζωή της έφευγε
δεν ένιωθε παρά μόνο κούραση
ποιος μπορούσε να αντέξει το παρελθόν αυτό
την απειλή της νύχτας
αυτόν τον πάγο;
ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΠΟΟΥΛΙΝΓΚ
Ολόλευκα ντυμένη
κάθε μέρα δραπετεύει
για να μη χαθεί
στο σπίτι μέσα
από τον θάνατό του.
ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
Αυτή είναι η ζωή μου
σκέφτηκε
κοιτώντας το ψηλαφητό φως
τους σιωπηλούς πρωινούς δρόμους.
Αυτή είναι η ζωή μου
τη ζω τώρα
τη χάνω τώρα.
Η στιγμή έφυγε ήδη.
ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟ
Ξαπλωμένος στο γρασίδι
κάτω από τον πύργο με τα γραφεία
σκύβανε πάνω
με αγωνία στο πρόσωπο
αλλά αυτός βρισκόταν μακριά
χαμένος σε εσωτερικές διεργασίες
που δεν τον συντηρούσαν πλέον
αγωνιζόταν να αναπνεύσει
το πρόσωπό του κόκκινο, και το
ασθενοφόρο πουθενά.
Μετά ο θόρυβος έπαψε
το πρόσωπό του στάχτη
ξεκούμπωσαν το πουκάμισο
τον χτύπησαν ελαφρά στα μάγουλα
τον κάλεσαν πίσω με φωνές απαλές
τον κάλεσαν πίσω στον δρόμο
στην κυκλοφορία, στη χειμωνιάτικη μέρα.
Συνήλθε, η προσπάθεια
να αναπνεύσει τον εξαντλούσε
κοιτούσε με μάτια που δεν έβλεπαν
ενόσω το στόμα του άνοιγε
και έκλεινε μηχανικά.
ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ ΠΙΑΝΟΥ
Ο ρυθμιστής του πιάνου τηλεφώνησε χτες βράδυ
όταν έλειπες. Ο ήχος
κατακυρίευσε το άδειο σπίτι.
Η φωνή του στεγνή επί του προκειμένου.
Οι ήχοι ήταν για κείνον πράγματα ισόπεδα
δεν του προξενούσαν ίλιγγο
ούτε τον ύψωναν ούτε τον κατέβαζαν
από το επίπεδο που τον
είχαν βρει. Δεν τους ονειρευόταν σαν
πράγματα ζωντανά με θέληση.
Θα τους ταξιθετούσε ακολουθώντας
κάποιον μεταλλικό κανόνα.
Ενώ εγώ, νόμιζα ότι το επάγγελμα
απαιτούσε τελειότητα ρυθμού.
ΣΤΑΣΗ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ
Κοίταξε το χάραμα
με μάτια αφηρημένα
τα άλογα έτρεχαν
με χάρη, με ηρεμία, νέα κορίτσια
με χαίτες που λίχνιζαν το φως.
Μύριζε από μοναξιά, παραμέληση,
συλλογιζόμενος μια κάποια αλήθεια
που μασούσε υπομονετικά.
ΤΣΕΛΙΣΤΑΣ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ
Ήχος αμυδρός ταξίδευε
από το κέντρο
μέσα από τάφους περίτεχνους
τους πόρους του τσιμέντου
διαπερνούσε ακάθεκτος τις πόρτες,
πλέαμε όλοι σε ήχους.
Η γη τραγουδούσε,
τραγουδούσε για την αγαλλίαση
της νιότης.
Καθ’ οδόν προς τη γλώσσα
Μετάφραση: Βρασίδας Καραλής
Ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί να ζήσει κάποιος τη ζωή του;
Άννα Αχμάτοβα
Γεννήθηκα και πέρασα την παιδική μου ηλικία στη Ρουμανία, σε μια μικρή πόλη στις όχθες του Δούναβη, που ονομάζεται Βραΐλα. Μια πόλη, που σύμφωνα με τη Μητέρα μου, είχε αρκετές πολιτισμικές αξιώσεις, αφού είχε δει την Ελεονώρα Ντούζε να ερμηνεύει Ίψεν και συγγραφείς, όπως ο Παναΐτ Ιστράτι, γεννήθηκαν και έζησαν εκεί.
Η οικογένεια ήταν κυρίως ελληνική, και από τις δύο πλευρές, και ζούσε στη Βραΐλα για μερικές γενεές. Από την πλευρά του Πατέρα, κατάγονταν από το Μεσολόγγι και τη Μικρά Ασία, ενώ της Μητέρας από την Ιθάκη.
Μιλούσαμε αρκετές γλώσσες στο σπίτι. Ο πατέρας υπήρξε μαθητής γαλλικού σχολείου, δίδασκε ελληνικά κατ’ οίκον και σε σχολεία, όπως και Ρουμανικά. Η Μητέρα έμαθε Ελληνικά όταν παντρεύτηκε, σε μια οικογένεια στην οποία οι γεροντότεροι μιλούσαν μόνο ελληνικά. Ο αδελφός μου επίσης παρακολούθησε ρουμανικό και ελληνικό σχολείο, αλλά επίσης σπούδασε Γερμανικά. Εκείνη την εποχή στη Ρουμανία, όπως επίσης νομίζω στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, μια δεύτερη ή και μια τρίτη γλώσσα εθεωρείτο αναπόσπαστο μέρος της παιδείας, κάτι που μπορούσε να συμβάλλει στην κατανόηση άλλων παραδόσεων, ενώ παράλληλα διευκόλυνε την πρόσβαση σε ανεκτίμητες διανοητικές πηγές.
Ο πατέρας και ο αδελφός μου ήταν και οι δύο μουσικοί. Βιβλία, θέατρο, συναυλίες, μουσική ήταν όλα αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινής ζωής στο σπίτι, όπως επίσης και μια νοοτροπία που έδινε μεγάλη αξία στις τέχνες θεωρώντας τες ουσιώδη και θεμελιώδη μέρη της ζωής. Οι καλλιτέχνες ήταν οι «ήρωες», κατά κάποιον τρόπο, παρά τους κινδύνους και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στη ζωή τους και τις καθημερινές αντιξοότητες που όλοι γνωρίζαμε από άμεση εμπειρία.
Η Μητέρα διάβαζε ακατάπαυστα. Ήταν γεμάτη από μια άπληστη περιέργεια για τον κόσμο και διαβάζε τα πάντα. Είχε αρχίσει να διαβάζει εφημερίδες από τότε που ήταν δέκα χρονών, πράγμα που συνέχισε σε τέσσερις χώρες και δύο νέες γλώσσες. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική, την ιστορία και πάνω απ’ όλα για τη λογοτεχνία. Η Ρουμανία, παρά το μέγεθος και τα μέσα της, μετέφραζε και εξέδιδε μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών έργων από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, την Αμερική και την Ασία. Από απόψη διανοητικού προσανατολισμού, η Ρουμανία ήταν γαλλόφιλη και, κατά συνέπεια, μεγαλώσαμε με τη γαλλική λογοτεχνία.
Ήταν όμως δύσκολο να φανταστείς ν’ ακολουθήσεις καριέρα μουσικού στο σπίτι ή ακόμα και σε ολόκληρο τόπο. Κάποιος πάντοτε έπαιζε ή έκανε πρόβες στο σπίτι τις περισσότερες ώρες καθημερινώς, πράγμα που προξενούσε προβλήματα με τους γείτονες και ανάγκαζε την οικογένεια να μετακομίζει από καιρού εις καιρόν.
Έκανα κάποιες αδέξιες προσπάθειες να μάθω πιάνο και για λίγο καιρό ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά στο μεταξύ έγραφα τα «ορνιθοσκαλίσματά μου», όπως τα αποκαλούσε η οικογένεια, που παραπονιόταν ότι το σπίτι ήταν γεμάτο χαρτιά. Δεν θυμάμαι πλέον τι έγραφα με τα «ορνιθοσκαλίσματα». Όταν φύγαμε από τη Ρουμανία τα αφήσαμε όλα πίσω. Υπάρχουν ωστόσο δύο επεισόδια που αφορούν το γράψιμο, τα οποία παρέμειναν μαζί μου ως θεμελιακές εμπειρίες. Το πρώτο συνέβη ένα απόγευμα, όταν θα πρέπει να ήμουν έντεκα ή δώδεκα χρονών. Ήμουν μόνη στο σπίτι, χειμώνα καιρό, και μόλις είχα γράψει κάτι για το χιόνι. Θυμάμαι το ζεστό δωμάτιο, το στρογγυλό ξύλινο τραπέζι όπου πάνω του έγραφα, το χιόνι να πέφτει έξω και, παράλληλα, μια τεράστια εσωτερική έξαρση, σαν ένας τεχνίτης που είχε μόλις κατορθώσει να επιλύσει το πρόβλημα της ύλης και να δημιουργήσει κάτι μαζί της.
Η δεύτερη ανάμνηση συνδέεται με την απαγγελία, στο δημοτικό σχολείο, ενός ποιήματος από την Ρουμανογαλλίδα ποιήτρια Έλανα Βακαρέσκου, με τον τίτλο «Πρόγονοι». Δεν θυμάμαι πλέον το ποίημα, αλλά αυτό που έχει επιβιώσει μέσα μου ήταν η μαγεία με την οποία το ποίημα δημιουργούσε χώρους και καταστάσεις άγνωστες ως τότε, δίνοντάς μου τη δυνατότητα να συλλάβω πραγματικότητες πέρα των αντιληπτικών ικανοτήτων που είχα εκείνη την εποχή. Η ατμόσφαιρα του ποιήματος ήταν καταθλιπτική, βασανιστική, σαν μια σπηλιά που σε ρουφούσε μέσα και μετά σε πέταγε έξω, σε κάποιο ανοιχτό και ονειρικό τοπίο.
Τότε ήταν που φύγαμε. Για την οικογένεια ήταν μια δύσκολη και αργοπορημένη απόφαση, που είχαμε αναβάλλει με την ελπίδα μιας πολιτικής αλλαγής, και συνεπώς έπρεπε να βιαστούμε να πάρουμε βίζες και να ενωθούμε με εκείνο το μεγάλο πλήθος ανθρώπων που προσπαθούσαν κι αυτοί να δραπετεύσουν.
Στην Ελλάδα όλη μας η ενέργεια διοχετεύθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας, πήγαμε στο σχολείο, δώσαμε εξετάσεις, όλοι μας προσπαθώντας με κάθε τρόπο, ο αδελφός μου στο Ωδείο της Αθήνας, ο Πατέρας ψάχνοντας εναγωνίως να βρει δουλειά. Το ίδιο έκανε και η Μητέρα. Ζούσαμε σε ένα στρατόπεδο υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Προσφύγων και όλοι μας, για πρώτη φορά, είχαμε χαρακτηρισθεί «πρόσφυγες», ένας χαρακτηρισμός και μια τοποθέτηση που θα μας συνοδεύει για πάντα.
Ξάφνου όλη μας η ζωή είχε περιοριστεί στα βασικότερα στοιχεία, αφού είχαμε εκτοπιστεί σε μια χώρα που ανήκε σε άλλους ανθρώπους, χωρίς γνώση ή οικειότητα με το τοπίο, μια τομή μέσα μας σε σχέση με αυτά πού είχαμε ζήσει ή βιώσει προηγουμένως, μια απόσχιση.
Η αλλαγή είχε τεράστια επίδραση στην οικογένεια, στη δομή της, καθώς διέσπασε την ενότητα που είχαμε γνωρίσει στη Ρουμανία, καθένας εξοβελίστηκε από την ομάδα, αναγκασμένοι να βασιζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Αυτός ο αγώνας υπογράμμισε ταυτόχρονα πόσο ευάλωτη εκ των ένδον ήταν η οικογένεια, αλλά και την αδυναμία της να προσφέρει υποστήριξη και να αναδιαρθρώσει τον κόσμο για χάρη μας. Όχι πως ήταν κάτι τέτοιο δυνατό στη Ρουμανία, αλλά εκεί δεν υπήρχαν οι περιστάσεις για να κληθεί να το πράξει. Η αλλαγή λοιπόν επηρέασε βαθύτατα τη σχέση μου με τους γονείς μου.
Έμαθα τη γλώσσα αρκετά γρήγορα –μείναμε στην Ελλάδα μόνο για τρεισήμισι χρόνια. Δεν έγραψα πολλά τότε και τα πολύ λίγα που επιχείρησα ήταν όλα στα Ρουμανικά, μια γλώσσα που αισθανόμουνα δική μου. Καθώς το ξανασκέφτομαι, μολονότι όταν φτάσαμε στην Ελλάδα γνώριζα ήδη Ρουμανικά και λίγα Γαλλικά, η Ελληνική με αιφνιδίασε βαθύτατα ως γλώσσα, με τη λεπτότητά της και τους συνειρμούς της, που συνεχώς δημιουργούσαν ένα παιχνίδι με ένα παρελθόν ενδόμυχα συνδεδεμένο με φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα. Θυμάμαι τότε που διάβασα ένα βιβλίο για τον Πλάτωνα που ανήκε στον αδελφό μου και ανακάλυψα αμέσως τη στενή σχέση ανάμεσα στις διατυπωμένες ιδέες και την ίδια τους τη φυσική γλώσσα. Μου φάνηκε τότε κι εκείνη τη στιγμή ότι το τοπίο, ο φωτισμός, διαμόρφωναν τη γλώσσα αδιάλειπτα και την κατανοήση που είχαμε των ιδεών και πως η ουσία ήταν η γαλήνη, πως ακόμα και ο τόνος μερικές φορές είναι γεμάτος πάθος, εριστικός, και κάποτε ισχυρογνώμων∙ ενδομύχως η προσέγγιση της Ελληνικής ήταν μια που αποδεχόταν τον εαυτό της στη θέση που βρισκόταν, ως μια φυσική θέση, ως εάν η σκέψη, η εριστικότητα και το πάθος που διαμορφώνουν τη ζωή, να ήταν στοιχεία της φυσικά και δεδομένα.
Αυτό που επίσης βρήκα ενδιαφέρον ήταν οι ρίζες των λέξεων και η αποκάλυψη πόσο συνδεδεμένη είναι μια γλώσσα με έναν τρόπο ζωής, με ηθικές, κοινωνικές και αισθητικές προϋποθέσεις. Θυμάμαι πόσο ξαφνιάστηκα όταν ανακάλυψα πως η λέξη «αρετή», προερχόταν από το αρχαίο ρήμα «αραρίσκω» που σήμαινε να αναπροσαρμόζεις, ενώ η λατινική ετυμολογία αναφερόταν στη λέξη vir που σημαίνει άντρας. Οι προφανείς διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων.
Μολαταύτα, η οικογένεια το βρήκε δύσκολο να επιβιώσει στην Ελλάδα. Την ώρα που ήλθαμε, στο τέλος του 1947, η χώρα βρισκόταν ακόμα μετά την καταστροφή του πολέμου. Ύστερα άρχισε και ο Εμφύλιος Πόλεμος. Και όπως όλοι οι πρόσφυγες γενικώς υποφέρουν από την ίδια επανερχόμενη ιδέα –πώς να αποδράσουν– η οικογένεια άρχισε τις αιτήσεις για μετανάστευση. Το μεταναστευτικό κύμα ήταν κυρίαρχο τότε στην Ευρώπη. Ακολούθησαν πολύωρες συνεντεύξεις για να αποδείξουμε την καταλληλότητά μας, επιτροπές, ιατρικές εξετάσεις και ξαφνικά μάθαμε ότι αυτό που ζητούσαν από εμάς, «ένα καθαρό ιατρικό μητρώο» βρισκόταν έξω από τις δυνατότητές μας. Η Μητέρα είχε διαγνωστεί με μια μικρή σκιά στον έναν πνεύμονα.
Η σκιά αυτή προξένησε αμέτρητες δυσκολίες. Συνεχείς αναβολές, η ανάγκη της Μητέρας να νοσηλευθεί για αναλυτικότερες εξετάσεις και παρακολούθηση, ώσπου τελικά και σαν από θαύμα (μολονότι οι εξετάσεις ήταν καθαρές, η Αυστραλία δεν μας δέχτηκε), η Νέα Ζηλανδία αποδέχτηκε για πρώτη φορά ένα καράβι από Νοτιοευρωπαίους πρόσφυγες. Και έτσι μπαρκάραμε για τη Νέα Ζηλανδία.
Στην αρχή και μετά την Ελλάδα, η πιό άμεση και ριζική επίδραση της Νέας Ζηλανδίας ήταν το κλίμα και το γεγονός πως η χώρα ήταν τόσο πράσινη, τόσο απόλυτα τόσο πυκνοφυτεμένη με πράσινο, ένα γοητευτικό χρώμα που προιώνιζε καλές προοπτικές.
Έτσι ξαναρχίσαμε και πάλι, λιγότερο εφοδιασμένοι απ’ ό,τι ήμασταν στην Ελλάδα, εντελώς χαμένοι τώρα εξαιτίας της άγνοιας της γλώσσας, της ζωής και της νοοτροπίας της Νέας Ζηλανδίας. Μας υπονόμευε ωστόσο διαρκώς μια αντίληψη κοπαδιού, αφού μας είχαν κατατάξει σε μια ειδική κατηγορία που μας καθιστούσε ανίκανους να συμμετάσχουμε σε οτιδήποτε με έναν τρόπο κανονικό και μας έκανε να νιώθουμε ότι το πρόσωπό μας, οι χειρονομίες μας, ανήκαν σε μια εξωτερική κατηγορία ανθρώπων με τους οποίους οι ντόπιοι δεν ήθελαν να αναμιγνύονται.
Βαλθήκαμε αμέσως να μάθουμε την γλώσσα. Είχαμε κάπως αρχίσει στην Ελλάδα, αλλά στο κέντρο στην Παχιάτουα, παρακολουθήσαμε ένα εξάμηνο μάθημα στα Αγγλικά, που έδωσε κατάλληλα εφόδια σε πολλούς ανθρώπους προτού σταλούν στη δουλειά ή το σχολείο.
Οι δυσκολίες ωστόσο συνεχίστηκαν κατόπιν, κατά την αργή και δυσδιάκριτη διαδικασία που σχετιζόταν με ολικές αλλαγές στη ζωή μας. Μια αλλαγμένη καθημερινότητα που αυτόματα μας επέβαλε ένα νέο πλαίσιο σε κάθε ανάλυση που θα μπορούσαμε να έχουμε και για την οποία, ωστόσο, δεν διαθέταμε ακόμα τα εργαλεία ανάλυσης. Οι βασικές προϋποθέσεις μιας γλώσσας αντλούνται από έναν τρόπο ζωής, μια περασμένη ιστορία, κουλτούρα και ηθικούς κανόνες. Η γλώσσα του δικού μας παρελθόντος ήταν σχεδόν άχρηστη εδώ, ενώ ταυτόχρονα αγνοούσαμε εντελώς εκείνη που ανήκε στη χώρα.
Στην αρχή ήμουν πολύ φοβισμένη να κάνω οτιδήποτε. Σαν ένα είδος εσωτερικής «δυσλεξίας». Κυκλοφορούσα μεταξύ της Ρουμανικής, της Ελληνικής και τώρα της Αγγλικής. Πού μπορούσα να βρω μια βάση για οτιδήποτε; Πώς μπορούσα να δω ξανά τα πράγματα; Όλα αυτά συνδυάζονταν βεβαίως με συνεχείς και μεγάλες δυσκολίες, που συμπεριελάμβαναν σοβαρές αρρώστειες στην οικογένεια.
Μολαταύτα, συνεχίσαμε να μελετάμε, να διαβάζουμε. Η Μητέρα ξανάπιασε τις εφημερίδες και τα βιβλία της στα Αγγλικά. Ο Πατέρας τη μουσική. Εγώ βασανιζόμουν στο Πανεπιστήμιο επιλέγοντας μαθήματα που θα περνούσα εύκολα –Γαλλικά, Ελληνικά.
Στο σπίτι συλλογιζόμασταν, μιλούσαμε, αναλύαμε διαρκώς, πηγαίνοντας μπρος πίσω, επεξεργαζόμενοι όλα τα συμβαίνοντα, προσπαθώντας να τα κατανοήσουμε και να τα ενταξουμε σε κάποιο πρότυπο. Ακούγαμε διαρκώς τη ζωή γύρω μας και προσπαθούσαμε να την καταλάβουμε και κυρίως, βέβαια, τους ανθρώπους. Είχαμε συνηθίσει από τη Ρουμανία να κατανοούμε τη ζωή και μια χώρα από τις καλλιτεχνικές της μορφές. Ψάχναμε με αγωνία να ανακαλύψουμε συγγραφείς, ζωγράφους, συνθέτες, στοχαστές από τη Νέα Ζηλανδία. Πώς έβρισκαν τα πράγματα; Πώς ανέλυαν, πώς απεικόνιζαν τη χώρα; Ήταν πολύ δύσκολο να βρεις τέτοια πράγματα στη Νέα Ζηλανδία του 1950. Ήταν σαν η χώρα να μην είχε παρελθόν, να μην είχε φωνή, τα πάντα έδειχναν προς τη Βρετανία. Κι ωστόσο, το τοπίο, οι Μάορι, οι πόλεμοι μεταξύ τους, όλα υπονοούσαν μιαν εντοπιότητα απόλυτα αποκομμένη από τη Βρετανία.
Στο Πανεπιστήμιο και παντού, γιατί σπούδαζα ενόσω επίσης δούλευα, έψαχνα διακαώς για ενδιαφέροντες ανθρώπους, κάπως εκκεντρικούς σαν κι εμάς. Σιγά σιγά άρχισα να καταγράφω σκόρπιες ακατέργαστες εντυπώσεις από τη ζωή γύρω μου. Η πιο εποικοδομητική χειρονομία που έκανα τότε για τη σοβαρή μου ενασχόληση με τη γραφή, ήταν να αγοράσω με δόσεις μια μικρή, φορητή γραφομηχανή. Αυτό συνέβη τον Δεκέμβριο του 1955.
Ωστόσο για πολύ καιρό δεν μπορούσα να βρω μια γλώσσα ή ένα ύφος που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν τα πράγματα μέσα μου. Την τελευταία χρονιά στο Πανεπιστήμιο άρχισα να γράφω διηγήματα και για πρώτη φορά βρήκα τη δύναμη να τα υποβάλω. Ξαφνιάστηκα, μάλιστα, όταν μερικά από αυτά δημοσιεύτηκαν. Δύο σε ένα φοιτητικό περιοδικό και ένα άλλο στο Ώκλαντ. Αυτό συνέβη το 1959.
Καθώς τελείωνα το Πανεπιστήμιο και καθώς ανυπέρβλητα προβλήματα κατέκλυζαν τη ζωή μου, έφυγα για την Αυστραλία.
Αυστραλία, Αυστραλία… Ένα καλοκαιρινό πρωινό αράξαμε στο λιμάνι του Σύδνεϋ. Τα χρώματα των βράχων στην είσοδο του λιμανιού είχαν ροδακινιές αποχρώσεις, ο ήλιος έδυε πάνω στο νερό, το τοπίο ολόκληρο σιγόβραζε, πλημμυρισμένο από φως, ζέστη και κίνηση.
Ξαφνικά απελευθερώθηκα από το πράσινο, από τον άνεμο, απελευθερώθηκα, για λίγη ώρα τουλάχιστον, από τα δικά μου προβλήματα. Το παρελθόν μου στη Ρουμανία, στην Ελλάδα ήρθε στο νου μου σαν εμπειρία με νόημα μέσα σε ένα τοπίο που παρουσίαζε αντίστοιχες αναλογίες. Το Σύδνεϋ έμοιαζε να είναι ζωντανό, με ανθρώπους, κίνηση και διανοητική έξαρση.
Όταν μάλιστα έφτασα εδώ τον Δεκέμβριο του 1959, μου φάνηκε ότι η Αυστραλία επιθυμούσε να ανακαλύψει τον εαυτό της. Βιβλία για την Αυστραλία υπήρχαν παντού. Ένιωσα ότι θα μπορούσα να συμμετάσχω σε αυτήν την αναζήτηση. Το τοπίο έμοιαζε ήδη οικείο, μου επέτρεπε να επιβιώσω. Το τοπίο βρισκόταν σε κάποια ειρήνη με τον εαυτό του, και έδειχνε μεγαλύτερη γενναιοδωρία στην προσέγγισή του. Αδιάφορο, πιθανώς, αλλά σε πολύ μεγάλη κλίμακα, σε μια κλίμακα που επέτρεπε μεγαλύτερες δυνατότητες στη φαντασία.
Για πρώτη φορά άρχισα να γράφω σαν μια συνεχή, καθημερινή δραστηριότητα. Έγραφα στη Βιβλιοθήκη Mitchell αφού τελείωνα τη δουλειά. Δακτυλογραφούσα τα γραπτά μου το Σαββατοκύριακο, ξαφνιασμένη που κατόρθωσα τελικά να βρω μια φωνή. Αρχικά ένιωθα εξαιρετικά ικανοποιημένη με τη φωνή μου, με ένα αίσθημα σαν να πετούσα, σαν να είχα αποδράσει από τους περιορισμούς της βαρύτητας. Το κλίμα, το τοπίο, η προσωπική μου εσωτερική αποδέσμευση συνέκλιναν για να μου δώσουν ένα αίσθημα ευφορίας.
Άρχισα να υποβάλλω μερικά γραπτά μου και μερικά γίνονταν αποδεκτά για δημοσίευση, και ύστερα, πράγμα που ενίσχυσε η αισιοδοξία μου, μια νουβέλα, που είχα υποβάλλει σε λογοτεχνικό διαγωνισμό στην Αδελαΐδα κέρδισε το ειδικό βραβείο. Τηλεγραφήματα κατέφθαναν από εκδότες, από φίλους, από την οικογένεια που ζούσαν ακόμα στη Νέα Ζηλανδία. Ο Ian Mudie [1], που δούλευε τότε στο Jacaranda Press, είχε πολύ εντυπωσιαστεί από τη νουβέλα και προσπάθησε για πολλά χρόνια να την τυπώσει. Παρά τον πρωτόλειο χαρακτήρα του κειμένου, έγραψε μια πολύ ευαίσθητη και θερμή αναφορά. Παράλληλα, ο P.R. Stephensen [2], πρόεδρος του εκδοτικού συλλόγου και του συλλόγου συγγραφέων, μου έγραψε προσφέροντας κάθε βοήθεια.
Για τον λίγο καιρό που διάρκεσε, ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Σιγά σιγά ωστόσο τίποτε δεν γινόταν. Με την εξαίρεση των περιοδικών Australian Letters και Hemisphere, και της εκπομπής του ABC «Ένα πρώτο άκουσμα», όλα τα άλλα ποιήματα άρχισαν να απορρίπτονται, από μικρά και μεγάλα περιοδικά. Τα υπέβαλλα και μου τα επέστρεφαν. Μια καλή χρονιά σήμαινε τη δημοσίευση δύο ή τριών ποιημάτων.
Τα σχόλια των εκδοτών, όταν υπήρχαν, μιλούσαν όλα υπαινικτικά για την τεχνητότητα της γλώσσας μου, τον υπερβολικό της τόνο και για τα Αγγλικά μου που δεν μπορούσαν να ταυτοποιήσουν γλωσσολογικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Διατύπωναν μάλιστα την εντύπωση ότι τα ζητήματα που με απασχολούσαν, που μου φαίνονταν σημαντικά, βρίσκονταν εκτός των τοπικών ενδιαφερόντων, τόσο στην προσέγγιση όσο και στην ουσία τους.
Σχεδόν η μόνη μου υποστήριξη αυτόν τον καιρό και για πολλά χρόνια ήταν η Μητέρα μου, που διάβαζε συνέχεια αυτά που έγραφα, και με την οποία είχαμε ατελείωτες συζητήσεις για το παρελθόν, το παρόν, τα προβλήματά μας, τη λογοτεχνία, την αισθητική… Διέθετε ένα αλάνθαστο αίσθημα ύφους, μολονότι ήταν πολύ προσεκτική αλλά ποτέ ισοπεδωτική στην κριτική της. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς με ενδυνάμωσε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ένας σεβασμός για την ικανότητά της να αξιολογεί τη λογοτεχνία, καθώς και η αίσθηση ότι σεβόταν και αγαπούσε αυτά που έγραφα.
Η κρίσιμη καμπή ήλθε στην δεκαετία του ʼ70. Ο Rodney Hall [3] έγινε διευθυντής της εφημερίδας The Australian, ο Edward Kynaston [4] ανέλαβε τη λογοτεχνική διεύθυνση του περιοδικού Nation Review και τέλος ο [Gough] Whitlam [5] έγινε πρωθυπουργός, η αναγέννηση των μικρών εκδοτικών οίκων, η δημιουργία του Αυστραλιανού Συμβουλίου για τις Τέχνες, η επιδότηση των εκδόσεων, πράγματα που επέτρεψαν σε μια ολόκληρη γενιά από συγγραφείς αδημοσίευτους (με εμπορικούς όρους) να δημοσιοποιήσουν το έργο τους. Ένα νέο πνεύμα που έδινε αξία στη φαντασία, στις διανοητικές δραστηριότητες, τις τέχνες, προχωρούσε σε αναθεωρήσεις και επαναξιολογήσεις της Αυστραλίας, της ζωής εδώ, συνδέοντάς την με ευρύτερα ζητήματα, με τον εξωτερικό κόσμο, μέσα από ένα πνεύμα περιέργειας. Ξαφνικά έγινε συνείδηση όλων ότι τα πάντα ήταν δυνατά σε μια μήτρα ζωής που είχε καταστεί περισσότερο δεκτική.
Όλα αυτά βέβαια ήταν μόνο μια εφήμερη ψευδαίσθηση, που κατελήφθη από συντηρητικές δυνάμεις ξανά, μολονότι έδειξε τι θα μπορούσε να επιτευχθεί φαντασιακά και ποιές δυνατότητες υπήρχαν.
Με ρωτούν αν θεωρώ τον εαυτό μου μια μετανάστρια συγγραφέα ή μια Αυστραλή συγγραφέα. Το μόνο που μπορώ να πώς είναι ότι είμαι και τα δύο και πώς οι δύο θέσεις δεν αποκλείουν η μία την άλλη.
Οι παραδοξότητες κάτω από τις οποίες συγγραφείς σαν κι εμένα δουλεύουν είναι διπλές: από τη μια πλευρά θέλουν να εκφράσουν μια διαφοροποίηση στον τόνο, τις αντιλήψεις ή την προσέγγιση, πράγμα που σε οδηγεί σε συνεχείς απορρίψεις και σε απομονώνει από την κοινότητα των συγγραφέων και των αναγνωστών, τον τόπο όπου ενδιαφερόμενοι άνθρωποι εργάζονται αδιάκοπα για να επαναπροσδιορίσουν την πολιτισμική πραγματικότητα. Από την άλλη ωστόσο, υπάρχει η αδυναμία να απορροφήσεις γρήγορα ή να ιδιοποιηθείς το τοπικό χρώμα, επειδή ο συγγραφέας δουλεύει σε ένα επίπεδο στο οποίο τετοιες δυνάμεις απορροφούνται πολύ αργά, χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η μεταμόρφωση, σε μια αξιολόγηση, σε μια γλώσσα, σε ένα ύφος.
Κατά συνέπεια, ενώ από τη μια πλευρά η κοινωνία είναι επιφυλακτική απέναντι στη διείσδυση των μεταναστών στον υποτιθέμενο ασφαλή και οικείο κόσμο, από την άλλη θα ήθελε να δεχτεί και να ομολογήσει πως θα ήθελε να απορροφήσει απόλυτα τους μετανάσες, και να τους αφομοιώσει. Κάτω υπό ποιες συνθήκες όμως μια τέτοια απορρόφηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κανείς δεν είναι βέβαιος, αλλά διαρκώς υπονοείται ότι μια τέτοια μεταμόρφωση είναι απλή, άμεση και εφικτή, και ότι το λάθος βρίσκεται στους μετανάστες όταν δεν πραγματοποιείται.
Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ενδείξεις, ιδιαίτερα μάλιστα τώρα με την ύπαρξη μια νέας γενεάς που γεννήθηκε εδώ, η οποία ανήκει φυσιολογικά και αυτόματα σε δύο κουλτούρες, εκείνη των γονιών τους και εκείνη της Αυστραλίας, φαίνεται λοιπόν ότι οι πολιτισμικές εξαπλουστεύσεις που μας ταλάνισαν τόσο πολύ, υποχωρούν και πως θα έλθει ο καιρός που η αναγνώριση ενός διαφορετικού παρελθόντος δεν θα συνιστά απειλή και ότι οι αναμνήσεις μας και το παρελθόν μας θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη μιας κουλτούρας στην Αυστραλία και στην κατανόηση του τοπίου στο οποίο ζούμε.
Σημειώσεις
- Ian Mudie (1911-1976): Αυστραλός ποιητής, συγγραφέας και εκδότης.
- P.R. Stephensen, (1901-1965): Αυστραλός εκδότης, δοκιμιογράφος και ακτιβιστής.
- Rodney Hall (1935): Ποιητής και δοκιμιογράφος.
- Edward Kynaston (1924-2002): εκδότης, βιβλιοκριτικός και πεζογράφος. Η ανθολογία του Australian Voices: A Collection of Poetry and Pictures (Penguin, 1974), επηρέασε την ποιητική σκηνή της Αυστραλίας.
- Gough Whitlam (1916-2014): πρωθυπουργός της Αυστραλίας μεταξύ 1972-1975. Οι πολιτικές του άλλαξαν την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή της Αυστραλίας.
[Πρώτη δημοσίευση 1998 και ανατύπωση στο: Vrasidas Karalis & Helen Nickas, Antigone Kefala: A Writer’s Journey, Melbourne: Owl Publishing, 2013, pp. 22-29.]
