Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Σπύρος Χαιρέτης

Ξαναγνωρίζοντας τα πεζογραφήματα (1964-1974) του Γιώργου Ιωάννου:

Προτάσεις ανάγνωσης μέσα από κουήρ θεωρητικές προσεγγίσεις[1]

Εισαγωγή

Τα έργα του Γ. Ιωάννου Για ένα φιλότιμο (1964), Η σαρκοφάγος (1971) και Η μόνη κληρονομιά (1974) συνιστούν τομή στη μεταπολεμική ελληνική πεζογραφία, καθώς φέρουν νεωτερισμούς τόσο σε επίπεδο αφηγηματολογίας όσο και θεματολογίας. Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου αψηφούν τις αυστηρές ειδολογικές κατατάξεις, αντιστέκονται στην αφηγηματική σύμβαση του αδιάσπαστου θέματος και ακολουθούν μια γραφή εξομολογητική, ο προσωπικός τόνος της οποίας καθιστά θολά τα όρια μεταξύ βιώματος και αυτοβιογραφίας (Zimbone, 2008)[2]. Παράλληλα, το περιεχόμενο των πεζογραφημάτων του Ιωάννου κατατάσσει τον συγγραφέα σε μια μικρή λίστα ανοιχτά γκέι Ελλήνων λογοτεχνών, όπως για παράδειγμα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Κώστας Ταχτσής, που έγραψαν έργα με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο (Γιαννακόπουλος, 2019). Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η γραφή του Ιωάννου υπήρξε εξακολουθητικά ομοερωτική (Ιακωβίδου, 2020), άλλοτε με υπαινικτικούς και άλλοτε με σαφείς όρους, η πλειοψηφία των μελετών που έχουν γραφτεί για το έργο του τείνουν να προσπερνούν τις συγκεκριμένες θεματικές και να επικεντρώνονται σε άλλες, λιγότερο «επικίνδυνες».

Στην παρούσα έρευνα επιχειρώ επαναναγνώσεις των παραπάνω συλλογών μέσα από το θεωρητικό οπλοστάσιο των σπουδών φύλου και της κουήρ θεωρίας, προκειμένου να υπογραμμίσω τη διαχρονική και πολυδιάστατη μελέτη των πεζογραφημάτων του συγγραφέα και να επισημάνω σημεία που επιτρέπουν την ανάδυση νέων ερμηνευτικών αξόνων στο έργο του. Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί ο φιλόλογος Χάρης Οταμπάσης (2021), «στη νεοελληνική φιλολογία απουσιάζει ένας κριτικός και θεωρητικός λόγος που θα αγκαλιάζει και θα αναδεικνύει […] κείμενα στα οποία οι έννοιες του φύλου και της σεξουαλικότητας αποδομούνται κάτω από το βάρος των ίδιων τους των (ετεροκανονιστικών) απαιτήσεων». Με υπόβαθρο αυτή τη γνώση, οι κουήρ προτάσεις ανάγνωσης που θα παρουσιάσω εδώ έχουν ως στόχο να εστιάσουν σε εκείνες τις παραγνωρισμένες θεματικές του έργου του Ιωάννου και να ξεκλειδώσουν ιδεολογικά ζητήματα που πιθανώς δεν χαίρουν σχολαστικής μελέτης. Ωστόσο, οι προτεινόμενες αναλύσεις σε καμία περίπτωση δεν υπαινίσσονται πως τα υπάρχοντα πορίσματα της έρευνας είναι άστοχα ή εσφαλμένα. Εξάλλου, το νόημα ενός πολιτισμικού κειμένου δεν περιέχεται στο ίδιο το κείμενο, αλλά δημιουργείται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (Iser, 1978). Ως εκ τούτου, θεωρώ πως αυτή η ποικιλία αναγνώσεων δεν οδηγεί στην ακύρωση των συμπερασμάτων που έχουν κατά καιρούς εξαχθεί από το έργο του Ιωάννου. Αντίθετα, συμβάλλει στην ανάδειξη ερμηνευτικών σχημάτων που δυνητικά θα αποτελέσουν έναν οδηγό πάνω στην εφαρμογή της κουήρ θεωρίας στην ελληνική λογοτεχνία και τη διάχυση αυτής σε πραγματικά εκπαιδευτικά/διδακτικά περιβάλλοντα.

Θεωρητικό πλαίσιο

Η σχέση της λογοτεχνίας με τον αναγνώστη και οι τρόποι με τους οποίους ο τελευταίος «καταναλώνει» πολιτισμικά κείμενα, έχει απασχολήσει έντονα ερευνήτριες από τον κλάδο των πολιτισμικών σπουδών, που μελετούν τη συσχέτιση μεταξύ πομπού και δέκτη και τα νοήματα που προκύπτουν κατά τη μεταξύ τους διάδραση. Γνωρίζουμε πως οι πολιτισμικές σπουδές αντιλαμβάνονται τα πολιτισμικά κείμενα ως πολυσήμαντα και «ανοιχτά» στην πραγμάτευση των νοημάτων τους (Hall, 2005: 228). Αυτή η ευελιξία των πολιτισμικών σπουδών έθεσε σημαντικά θεμέλια για να αναδειχθούν αναγνώσεις που αμφισβητούν ή επιτίθενται στον αυστηρά πατριαρχικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας.

Με σαφείς επιρροές από τη φεμινιστική θεωρία (Fetterley, 1978· Millett, 2000)[3], η πρακτική που σήμερα ονομάζουμε κουήρ αναγνώσεις (queer readings ή, αλλιώς, queering) πρωτοεμφανίζεται περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέσα από το πρωτοποριακό έργο Between Men (1985) της θεωρητικού του φύλου Eve Kosofsky Sedgwick. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 μέχρι και τις αρχές του 2000, οι κουήρ αναγνώσεις παρουσιάζουν σημαντική άνθιση, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη και καθιέρωση της κουήρ θεωρίας. Ακολουθώντας τα παραδείγματα της Sedgwick, πλήθος ερευνητών από διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα ανατρέχουν σε κλασικά λογοτεχνικά, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά κείμενα με σκοπό είτε να επισημάνουν τον ομοφοβικό και σεξιστικό χαρακτήρα των εν λόγω έργων, είτε να καταρρίψουν τις ετεροκανονικές τους ποιότητες (Doty, 1993· Gross, 2001· Chambers, 2009· Stockton, 2022).

Στο ελληνικό πλαίσιο παρατηρούνται αρκετές περιπτώσεις χρήσης της κουήρ θεωρίας στην ανάλυση του κινηματογράφου και της τηλεόρασης (Psaras, 2016· Κυριακός, 2017 & 2019· Chairetis, 2020). Όσον αφορά τον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, εξέχοντα παραδείγματα είναι οι κουήρ αναγνώσεις του Δημήτρη Παπανικολάου (2014) για το έργο του Κ. Π. Καβάφη και του Κώστα Ταχτσή (2009), η μελέτη της Βαρβάρας Ρούσσου για τη λεσβιακή παρουσία στη λογοτεχνία της Άντζελας Δημητρακάκη (2011) και ένας περιορισμένος αριθμός διπλωματικών εργασιών και διατριβών που επιδίδονται σε μελέτες περίπτωσης ή συγκριτικές αναλύσεις λογοτεχνών (Οταμπάσης, 2016· Ποιμενίδης, 2017· Στεφανοπούλου, 2020).

Σημείο σύγκλισης στις παραπάνω αναγνωστικές προσπάθειες είναι η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων εντός των κειμένων που υπονομεύουν την ηγεμονία της ετεροφυλοφιλίας ή/και αμφισβητούν αυστηρές κατηγοριοποιήσεις (θηλυκότητα/αρρενωπότητα, ιδιωτικό/δημόσιο) επιτυγχάνοντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτό που η Tina Rosenberg ορίζει ως κουήρ ρωγμές (2002: 2), δηλαδή την ανάδειξη επιθυμιών και σωμάτων που κινούνται έξω και πέρα από ετεροκανονικές συμβάσεις. Ωστόσο, οι κουήρ αναγνώσεις δεν συντείνουν μόνο στο «ξεμπρόστιασμα» (outing) εκείνων των κειμένων που φέρουν πατριαρχικά στοιχεία. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Σουηδή θεωρητικός του φύλου Jenny Björklund, οι κουήρ πρακτικές ανάγνωσης «μπορούν να είναι εξίσου χρήσιμες σε εμφανώς κούηρ κείμενα και σε εκείνα που πραγματεύονται άλλες διαστάσεις εξουσίας πέρα από αυτήν του φύλου και της σεξουαλικότητας» (2018: 9).

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, επιχειρώ την ανάγνωση των πεζογραφημάτων του Γ. Ιωάννου εφαρμόζοντας ετερογενή μεθοδολογικά εργαλεία από την κουήρ θεωρία. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι η συγκεκριμένη θεωρία δεν αποτελεί ένα ενιαίο ή συστηματικό εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα, λογίζεται ως ένα σύνολο αποδομιστικών θεωριών που εξετάζουν τη διαπλοκή ανάμεσα στο βιολογικό (sex) και κοινωνικό φύλο (gender) και την (σεξουαλική) επιθυμία. Επενδύοντας στον ανορθόδοξο χαρακτήρα της κουήρ θεωρίας, επέλεξα ένα εξίσου ανορθόδοξο σχήμα μελέτης-κατάτμησης των υπό εξέταση συλλογών του Γ. Ιωάννου. Για ευνόητους λόγους, δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν όλα τα έργα του συγγραφέα. Ωστόσο, η επιλογή των συλλογών Για ένα φιλότιμο, Η σαρκοφάγος και Η μόνη κληρονομιά δεν υπήρξε τυχαία. Το πρώτο κριτήριο αφορά το χωροχρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εμφανίστηκαν οι παραπάνω συλλογές. Πιο συγκεκριμένα, τα κείμενα των συλλογών Για ένα φιλότιμο, Η σαρκοφάγος και Η μόνη κληρονομιά, σε αντίθεση με εκείνα που συναντάμε σε επόμενες συλλογές του συγγραφέα, διαμορφώθηκαν κυρίως με φόντο τη Θεσσαλονίκη (και σε μικρότερο βαθμό την Αθήνα) και τα βιώματα του Ιωάννου. Επομένως, η αστική γεωγραφία της Θεσσαλονίκης, τα σώματα που κυκλοφορούν σε αυτήν και ο χρόνος ως βιωμένη ατομική εμπειρία και συλλογική Ιστορία διατρέχουν τις τρεις συλλογές. Το δεύτερο, και ίσως πιο σημαντικό κριτήριο, αφορά το περιεχόμενο και ύφος των συλλογών. Σύμφωνα με την φιλόλογο Ελένη Κρούπη-Κολωνά, τα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου παρουσιάζουν μια προοδευτική εξέλιξη μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:

Στα κείμενα της πρώτης περιόδου (Για ένα φιλότιμο, Η σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά) ο συγγραφέας είναι συγκρατημένος και φειδωλός στις εξομολογήσεις του, ενώ σε αυτά της δεύτερης (Επιτάφιος θρήνος, Καταπακτή) γίνεται πιο εκδηλωτικός και πλησιάζει στην τέλεια εξομολόγηση. (1992: 27)

Παρότι το παραπάνω απόσπασμα δεν εξηγεί ακριβώς ποιες εξομολογήσεις «διαβάζει» η Κολωνά ως φειδωλές και συγκρατημένες, είναι πιθανό να αναφέρεται σε σημεία των πεζογραφημάτων που θίγουν ζητήματα ομοφυλοφιλίας και ομόφυλης επιθυμίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Κολωνά, θα υποστηρίξω εδώ ότι οι τρεις συλλογές της πρώτης περιόδου συζητούν ανοιχτά πλήθος ζητημάτων, καθιστώντας ορατές τις ιδεολογικές τοποθετήσεις του Ιωάννου. Εκφράζουν δηλαδή απόψεις, πρακτικές και εμπειρίες αναφορικά με την ομοφυλοφιλία και τη σεξουαλική επιθυμία με τρόπο σαφή. Παράλληλα, εγγράφουν έναν λόγο έξω και πέρα από τον άξονα της ομοσεξουαλικότητας, αναφορικά με τη συμβολή της ετεροφυλοφιλίας και των κοινωνικών της επιταγών στη διαμόρφωση κοινωνικών δεσμών, τις πολλαπλές και διασταυρούμενες πιέσεις που ασκεί ο γραμμικός χρόνος και ο ετεροκανονικός χώρος σε θηλυκότητες και αρρενωπότητες και τον βαθμό αντίστασης των σωμάτων σε αυτές.

Σε ό,τι ακολουθεί, αναλύω τις τρείς συλλογές του Ιωάννου αξιοποιώντας την εκ του σύνεγγυς ανάγνωση (close reading). Όπως υποστηρίζει η φιλόλογος Rowena Gutsell, η εκ του σύνεγγυς ανάγνωση συνιστά ίσως τη μόνη ενδοκειμενική προσέγγιση που μπορεί να εντοπίσει εύγλωττα τυχόν αντιφάσεις και ταλαντεύσεις σε λογοτεχνικά κείμενα (2020: 3). Υιοθετώντας τη συλλογιστική της Gutsell, στόχος της μελέτης είναι να αναδειχθεί τόσο η σχέση των πεζογραφημάτων του Γ. Ιωάννου με ζητήματα ηγεμονικής ιδεολογίας, όσο και οι τρόποι με τους οποίους πραγματεύονται ετεροκανονικές συμβάσεις, παραδοσιακές χρονικότητες και την πολύπλοκη ταλάντευση των σωμάτων ανάμεσα σε ζώνες προνομίων και καταπιέσεων.

Αναγνώσεις του χώρου στη συλλογή Για ένα φιλότιμο

Η συλλογή Για ένα φιλότιμο εκδίδεται το έτος 1964 και σηματοδοτεί τη στροφή του Γ. Ιωάννου από την ποίηση στην πεζογραφία, μια στροφή που κρίνεται καταλυτική για την καθιέρωση του προσωπικού ύφους και τρόπου γραφής του. Τα 22 κείμενα της συλλογής εγκαινιάζουν το λογοτεχνικό είδος που ο ίδιος ο συγγραφέας ονομάζει «πεζογράφημα» και το οποίο θα ακολουθήσει με συνέπεια σε όλα σχεδόν τα μετέπειτα κείμενά του. Πρόκειται, δηλαδή, για κείμενα που ισορροπούν μεταξύ δοκιμίου και αφηγήματος και τα οποία ξεχωρίζουν για την πρωτοπρόσωπη μονοεστιακή γραφή, την κατά τόπους ανάλαφρη αλλά εξομολογητική διάθεση και την χαλαρή θεματική μετακίνηση από το προσωπικό στο κοινωνικό και αντίστροφα.

Η ευνοϊκή είσοδος του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Ιωάννου στη λογοτεχνία οδήγησε εξαρχής σημαντική μερίδα ακαδημαϊκών και κριτικών να σκύψουν στη συλλογή του και να εξετάσουν βασικές θεματικές του έργου του, ανάμεσα στις οποίες κυριαρχεί αδιαμφισβήτητα αυτή του χώρου. Από τους πρώτους μελετητές τού Για ένα φιλότιμο είναι ο κριτικός και λογοτέχνης Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στη σχέση του αφηγητή με περιοχές του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στο παρακάτω συμπέρασμα:

Οπωσδήποτε οι σελίδες εκείνες που κατασταλάζουν στον αναγνώστη κατορθώνουν να του δημιουργήσουν την έντονη αίσθηση μιας χαμένης ζωής μέσα σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη, που ακόμη και η μεγάλη ιστορία της είναι ένα επιπλέον βάρος. Πλάθουν έναν ευαίσθητο, αλλά σχεδόν απρόσωπο δέκτη –σημειωτέον ότι όλα τα πεζογραφήματα είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο– που παραδέρνει απροσανατόλιστος, ανικανοποίητος, νευρασθενής, αηδιασμένος, αιώνια μετανιωμένος […]. (1982: 41-42)

Οι διαπιστώσεις του Κοτζιά θέτουν το πλαίσιο γύρω από το οποίο θα περιστραφεί η αποτίμηση του έργου του Ιωάννου, οδηγώντας μεταγενέστερες κριτικές να κινηθούν σε παρόμοια ερευνητικά συμπεράσματα. Ενδεικτικά, η δημοσιογράφος και κριτικός Ελένη Χουζούρη, στη μονογραφία Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου: Περιπλάνηση στο χώρο και στο χρόνο (1995), επικεντρώνεται σε τοποθεσίες της γενέτειρας του συγγραφέα και επιδίδεται σε μια ανάλυση των περιπλανήσεων του αφηγητή. Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί τόσο η διστακτική γλώσσα που χρησιμοποιεί η ίδια για να αναφερθεί στην ομοφυλοφιλία (του αφηγητή) του Ιωάννου όσο και οι εικόνες με τις οποίες συνδέει συγκεκριμένες τοποθεσίες:

Χώροι επίφοβοι, δίβουλοι, γεμάτοι ενοχές, χώροι τους οποίους o αφηγητής προσεγγίζει κυρίως τη νύχτα. Εδώ η πόλη ταυτίζεται με τη νύχτα, με το σκοτάδι, δηλαδή με την αμαρτία και την ενοχή. Ο αφηγητής είναι ένας νεαρός γεμάτος ενοχές, αναστολές και φαντασιώσεις, ο οποίος περιφέρεται στους συγκεκριμένους χώρους της πόλης τις νυχτερινές ώρες προς αναζήτηση του αντικειμένου του πόθου του. Οι χώροι αυτοί γεμίζουν από ανθρώπους χωρίς πρόσωπο, χωρίς ταυτότητα, αλλά συγκεκριμένου φύλου, οι οποίοι ψυχολογικά ταυτίζονται με τον αφηγητή. Αναζητούν κι αυτοί το νυχτερινό αντικείμενο του πόθου τους. Χώροι και άνθρωποι αποκτούν κάτι δαιμονικό. (1995: 52)

Σε αντίθεση με το κατά βάση αρνητικό πρόσημο που παρουσιάζουν οι αναλύσεις των Κοτζιά και Χουζούρη για τις σεξουαλικά φορτισμένες τοποθεσίες της Θεσσαλονίκης και τα υποκείμενα που κυκλοφορούν σε αυτές, ουδέτερες και νηφάλιες επισημάνσεις μπορεί κανείς να εντοπίσει στη μελέτη του νεοελληνιστή καθηγητή Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου. Η ανάλυση που προσφέρει ο Κωτόπουλος στο έργο Για ένα φιλότιμο αποφεύγει αυθαίρετες εννοιολογήσεις για τον δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης και στέκεται στην ουσία της χρήσης της πόλης στο έργο του συγγραφέα: πώς δηλαδή «η υπαινικτική παρουσία της Θεσσαλονίκης γίνεται η πρόφαση για να εξομολογηθεί ο συγγραφέας προσωπικές του στιγμές» ([2006] 2014: 76).

Μία περιδιάβαση στη συλλογή Για ένα φιλότιμο αρκεί πράγματι για να πιστοποιήσει συχνές μετακινήσεις του αφηγηματικού υποκειμένου εντός της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο αφηγητής του Ιωάννου έχει χαρακτηριστεί ως «θηρευτής της ασφάλτου» (Καφάογλου, 2022) ή/και flaneur (Κωτόπουλος, 2014). Δρόμοι του κέντρου της πόλης, όπως ο Βαρδάρης και η Άνω Πόλη, σταυροδρόμια, πλατείες και λαϊκές προσφυγικές συνοικίες γίνονται, μεταξύ άλλων, ο καμβάς στον οποίο ο (αφηγητής του) Ιωάννου εναποθέτει το βλέμμα του με σκοπό να καταγράψει σώματα και να ομολογήσει προσωπικές στιγμές και εμπειρίες.

Με αυτόν τον τρόπο οι χώροι της πόλης, πέρα από τη γεωγραφική τους θέση και λειτουργία, «διεκδικούν», κατά τη Χουζούρη, «την προσωπική τους φωνή» και «φορτώνονται σήματα, τα οποία στη συνέχεια εκπέμπουν» (1995: 14). Παρ’ όλα αυτά, η συχνότητα των παραπάνω σημάτων δεν είναι ίδια σε όλα τα σημεία του αστικού ιστού. Όπως έχει υποστηριχθεί, οι δημόσιοι χώροι της πόλης δεν αποτελούν απαραίτητα χώρους δημοκρατίας (Παναγιωτοπούλου, 2020: 10). Στην πραγματικότητα, ένα σύνολο έμφυλων κανόνων καθορίζουν τους όρους χρήσης του δημόσιου χώρου και τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές που θεωρούνται εγκεκριμένες ή/και μη αποδεκτές.

Η διαμόρφωση του ανοιχτού δημόσιου χώρου της Θεσσαλονίκης και οι τρόποι με τους οποίους απλοί πολίτες (συμπεριλαμβανομένου του αφηγητή) βιώνουν την καθημερινότητά τους σε αυτόν είναι ένα μόνιμο και συνεχές ζητούμενο στα διηγήματα του Για ένα φιλότιμο (Μπουκόρου & Μπουκόρου, 2010: 32). Από το πρώτο πεζογράφημα της συλλογής, με τίτλο «Τα κελιά», ο αφηγητής του Ιωάννου περιπλανιέται, μέσω της μνήμης, από τον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού που τον βρίσκει απολογούμενο στην κάμαρά του, σε αυτό των δικαστηρίων. Εκεί, η λειτουργία του δικαστηρίου ως υπεύθυνου για την εκδίκαση ποινικών αδικημάτων θα αποτελέσει την αφορμή ώστε να μεταφερθεί εκ νέου στον χώρο της φυλακής, από όπου θα ξεκινήσει έναν στοχαστικό μονόλογο για το μέλλον του:

Έχω καταλήξει ότι δεν είναι ανάγκη να έχω διαπράξει και τυπικά το αδίκημα για να ετοιμάζομαι. Ούτε μπορώ να ξέρω πότε θα ’ρθει η ώρα. Το σίγουρο είναι ότι η ώρα αυτή θα ’ρθει αναπόφευκτα και τότε, μέσα στη σύγχυση, θα είναι αργά για να οικονομήσω λεπτεπίλεπτες, μα στέρεες, απολογίες. Καλύτερα λοιπόν να είμαι έτοιμος και ιδίως να έχω συλλάβει το κατάλληλο ύφος. (1964: 9)

Σύμφωνα με τη φιλόλογο Ελένη Κρούπη-Κολωνά, το συγκεκριμένο απόσπασμα, όπως και όλο το διήγημα, χαρακτηρίζεται από μια ηθελημένη αντινομία, επειδή παρά τις δηλώσεις του αφηγητή για εξομολόγηση εκείνων των ζητημάτων που τον απασχολούν, εντέλει μένει «δέσμιος με μισόκλειστο στόμα» (1992: 16).

Παρότι οι εξομολογήσεις που προσδοκά να εντοπίσει η Κολωνά στη γραφή του Ιωάννου (και οι οποίες υποθέτουμε ότι αφορούν την ομοφυλοφιλία του) δεν πραγματοποιούνται, υποστηρίζω ότι το διήγημα του Ιωάννου προβαίνει σε άλλου είδους εξομολογήσεις, εξίσου αποκαλυπτικές, όχι όμως απαραίτητα προσωπικές. Συγκεκριμένα, αξίζει να δούμε πιο προσεκτικά «Τα κελιά» και την «ποινή» για την οποία κινδυνεύει να κατηγορηθεί ο αφηγητής του Ιωάννου. Παρότι το δικαστήριο, στο συγκεκριμένο πεζογράφημα, παρουσιάζεται ως ο μοναδικός ενεργός θεσμός επιβολής νόμων και κυρώσεων, το ενδεχόμενο φυλάκισης του αφηγητή για τις πράξεις του δεν δείχνει να τον ανησυχεί ιδιαίτερα, μιας και «από πολύ νέος είχ[ε] μανία με τους στενούς και σκοτεινούς χώρους» (1964: 10). Εντούτοις, η αναφορά του αφηγητή σε άλλες «ποινές» που συνοδεύουν τη φυλάκιση, όπως για παράδειγμα, οι «άσπλαχνες περιγραφές και φωτογραφίες στις εφημερίδες, οι γνωστοί και οι γείτονες, το λερωμένο ποινικό μητρώο» (1964: 10), καταδεικνύουν πως η εξουσία δεν εφαρμόζεται μονάχα από πάνω προς τα κάτω (δηλαδή από δημόσιους θεσμούς όπως τα δικαστήρια) αλλά ασκείται από αναρίθμητα σημεία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Θεσσαλονίκη κατασκευάζεται ως ένα σύστημα εντός του οποίου διαφορετικοί εξουσιαστικοί παράγοντες επεξεργάζονται την παραγωγή της κανονικότητας και του ορθού πολίτη μέσα από τη χρήση πειθαρχίας και επιτήρησης.

Το ετεροκανονικό συνεχές του δημόσιου χώρου γίνεται αντιληπτό σε αρκετά σημεία της συλλογής όπου ο Ιωάννου εξετάζει ποια σώματα έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν δημόσια και υπό ποιες προϋποθέσεις. Στο διήγημα «Ο ξενιτεμένος» για παράδειγμα, ο αφηγητής στρέφει τον φακό εκτός της γενέτειράς του, δίνοντας ωστόσο, σημαντικές πληροφορίες για την ανθρωπογεωγραφία της πόλης όπου διαμένει και τους ευρύτερους κανόνες που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των πολιτών στη δημόσια σφαίρα:

Εδώ που ζω, μονάχα άντρες κυκλοφορούν στους δρόμους. Οι γυναίκες βγαίνουν, αραιά και πού, μα και τότε δεν τις βλέπεις, καθώς είναι κουκουλωμένες με χοντρά σεντόνια υφαντά. (1964: 29)

Το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: Από τη μια πλευρά, η σχεδόν παντελής απουσία γυναικών από το οπτικό πεδίο του αφηγητή λογίζεται ως άλλη μια προσπάθεια του ίδιου να υπογραμμίσει την αποκλειστική προτίμηση που θρέφει στις αρρενωπότητες. Από την άλλη πλευρά, η έμφαση στους τρόπους ένδυσης των γυναικών («κουκουλωμένες με χοντρά σεντόνια υφαντά») μπορεί να ιδωθεί ως κριτική για τις μειωμένες ελευθερίες των θηλυκοτήτων σε πατριαρχικές κοινωνίες. Ενώ δηλαδή τονίζεται η ελεύθερη πρόσβαση των ανδρών στον δημόσιο χώρο, η περιορισμένη και υπό όρους κυκλοφορία των γυναικών υποδηλώνει ότι ο ρόλος τους είναι συνδεδεμένος με άλλους, ιδιωτικούς χώρους, όπως εκείνον της οικίας.

Αν «Ο ξενιτεμένος» κάνει λόγο για σιωπηρούς κοινωνικούς κανόνες που καθορίζουν την παρουσία των σωμάτων στη δημόσια σφαίρα, άλλα πεζογραφήματα της συλλογής, «Οι κότες» εν προκειμένω, δεν διστάζουν να προβούν σε λιγότερο γνωστές «χωρικές» αποκαλύψεις, εγείροντας ζητήματα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται ταμπού. Ενώ για κάποιες μελετήτριες το συγκεκριμένο κείμενο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (Κολωνά, 1992: 28), η φαινομενικά ασύνδετη συζήτηση που ξεκινά ο Ιωάννου για να αναλύσει το μαζικό φαινόμενο ιδιοκτησίας πουλερικών τα χρόνια της κατοχής στη Θεσσαλονίκη («Παντού κοτέτσια: στα μπαλκόνια, στις ταράτσες, ακόμα και μέσα στις κουζίνες») γίνεται στην πραγματικότητα χρήσιμο υλικό προκειμένου να ασκηθεί κριτική στα συντηρητικά ήθη της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης («Τα καημένα τα ζώα, φαίνεται πως εξακολουθούν να υποφέρουν απ’ την αυστηρή ηθική της ελληνικής υπαίθρου») (1964: 15).

Εδώ, ο ανοιχτός χώρος της ελληνικής υπαίθρου, ο οποίος έχει παραδοσιακά κατασκευαστεί ως εθνικό κεφάλαιο και τόπος αγνότητας (Βαμβακάς, 2009), παρουσιάζεται ως πεδίο τέλεσης κτηνοβατικών πράξεων. Μακριά από μία προσπάθεια να σοκάρει ή να επιδοθεί σε σκοποφιλικές λεπτομέρειες των περιστατικών που σχολιάζει, η γραφή του Ιωάννου ρίχνει φως στα κακώς κείμενα της υπαίθρου, επιτρέποντας την κατάρριψη ισχυρά θεμελιωμένων αφηγημάτων. Παράλληλα, σε ένα τέτοιο κοινωνικό συγκείμενο όπου θεσμοί και κανόνες αποσυντίθενται, η προβλεπόμενη λειτουργία των χώρων τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Με άλλα λόγια, οι ρωγμές που προκαλούν πρακτικές, η τέλεση των οποίων δεν «χωρά» σε κανένα σημείο της πόλης, υπονομεύουν την ιδέα ενός ετεροκανονικά αρραγούς δημόσιου χώρου, ενώ παράλληλα αποκαλύπτουν τη δυνατότητα χρήσης του με τρόπους που διαφεύγουν από τους καθιερωμένους κοινωνικούς κανόνες.

Σύμφωνα με τον Michel Foucault, κάθε πολιτισμός διαθέτει χώρους που δυνάμει εκθέτουν, ανατρέπουν ή/και ανακατασκευάζουν «πραγματικούς» χώρους της κοινωνίας. Επινοώντας την έννοια της ετεροτοπίας, οι συγκεκριμένοι χώροι για τον Foucault είναι:

πραγματικοί χώροι, ενεργοί χώροι, χώροι εγγεγραμμένοι στην ίδια τη θέσμιση της κοινωνίας, οι οποίοι συνιστούν ενός είδους αντι-χωροθεσίες, ενός είδους ενεργά πραγματωμένες ουτοπίες, όπου οι πραγματικές χωροθεσίες, όλες οι άλλες πραγματικές χωροθεσίες που μπορούν να βρεθούν στο εσωτερικό του πολιτισμού, αντιπροσωπεύονται, αμφισβητούνται και αντιστρέφονται, ενός είδους τόποι που βρίσκονται έξω από όλους τους τόπους, μολονότι είναι πραγματικά εντοπίσιμοι. ([1994] 2012: 260)

Κατά κύριο λόγο, οι ετεροτοπικοί χώροι που συναντώνται στη συλλογή Για ένα φιλότιμο εμπίπτουν στην κατηγορία που ο Φουκώ ονόμασε «ετεροτοπίες παρέκκλισης». Πρόκειται δηλαδή για χώρους όπου «τοποθετούνται τα άτομα των οποίων η συμπεριφορά είναι παρεκκλίνουσα σε σχέση με τον μέσο όρο ή τον απαιτούμενο Κανόνα» (2012: 262). Μια τέτοια περίπτωση είναι τα λαϊκά σινεμά. Στο σχετικό πεζογράφημα, ο αφηγητής-ενήλικας μοιράζεται την εμπειρία του από τις παιδικές του επισκέψεις στον κινηματογράφο, καταθέτοντας παράλληλα ένα περιστατικό που παραμένει χαραγμένο στη μνήμη του:

Στα κατηχητικά βέβαια μας απαγόρευαν τον κινηματογράφο. Είχα να πάω σινεμά από μικρό παιδί. Τότε πήγαινα μόνος μου στο σινεμά της γειτονιάς μου και πάντα στον εξώστη. Έπαψα όμως απότομα να πηγαίνω και σ’ αυτό, από τότε που ένας μου έκανε ανήθικες χειρονομίες στο σκοτάδι. Ακόμα και τώρα όταν πηγαίνω καμιά φορά σε εκείνο το σινεμά, σφίγγεται η καρδιά μου και δεν ξέρω τι έχω. (1964:17)

Η συν-αισθηματική αντίδραση του αφηγητή στο σεξουαλικό κάλεσμα που βίωσε όταν ήταν μικρός («σφίγγεται η καρδιά μου και δεν ξέρω τι έχω») και η ηλικία του ατόμου που προέβη σε αιτήματα σεξουαλικού περιεχομένου δεν διασαφηνίζονται. Αυτό που προκύπτει με τρόπο ιδιαιτέρως εμφανή, ωστόσο, είναι η χρήση του κινηματογράφου από άτομα των οποίων η σεξουαλικότητα τα τοποθετεί εκτός κανονικότητας. Το σώμα στο οποίο αναφέρεται ο αφηγητής κινείται εντός του κινηματογράφου και επιδίδεται σε «ανήθικες χειρονομίες», οι οποίες θεωρούνται μη αποδεκτές σε δημόσιους χώρους. Ωστόσο, αυτή η αναστολή των κανόνων της ετεροκανονικότητας εντός του σινεμά δεν καθιστά τον τελευταίο έναν εξακολουθητικά χειραφετητικό χώρο. Όπως ισχυρίζεται ο κουήρ γεωγράφος Peter Johnson, οι ετεροτοπίες «δεν φέρουν καμία υπόσχεση ότι λειτουργούν ως χώροι απελευθέρωσης» (2006: 87). Αν λοιπόν ο κινηματογράφος στον οποίο αναφέρεται ο Ιωάννου θεωρηθεί ετεροτοπία, τότε συνιστά μια αντι-τοποθεσία, το σύστημα διάνοιξης και περίκλεισης της οποίας βασίζεται σε ορισμένες αρχές:

Δε φτάνει να είναι καλό ένα έργο για να το ευχαριστηθείς. Πρέπει να υπάρχει και το κατάλληλο περιβάλλον, να μπορείς εν ανάγκη να πεις μια κουβέντα με το διπλανό σου, και όχι να εισπράττεις κάθε τόσο εχθρικές ματιές από στριφνά πρόσωπα. (1964: 18)

Η πρώτη αρχή αφορά τη σύσταση των ανθρώπων, δηλαδή τον χαρακτήρα της ταυτότητας όσων γίνονται υποκείμενα σε ετεροτοπικά πλαίσια («Πρέπει να υπάρχει […] στριφνά πρόσωπα»). Η δεύτερη σχετίζεται με τα χαρακτηριστικά του χώρου και, συγκεκριμένα, την ύπαρξη ή απουσία φωτός («ανήθικες χειρονομίες στο σκοτάδι»).

Σε μια πρόσφατη μελέτη που εξετάζει περιπτώσεις επανοικειοποιημένων δημόσιων χώρων σε λογοτεχνικά έργα, η θεωρητικός Akira Suwa προκρίνει το σκοτάδι ως στοιχείο που πυροδοτεί μη αναμενόμενους τρόπους χρήσης του δημόσιου χώρου. Η έλλειψη φωτός, όπως παρατηρεί η Suwa, μπορεί να θολώσει τα αυστηρά όρια της ετεροκανονικότητας και να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να φιλοξενηθούν όσα σώματα και επιθυμίες δεν κατοικούν άνετα τον αστικό ιστό (2022: 3). Το ζήτημα του σκότους αποτελεί σημαντικό πυλώνα προβληματισμού στο έργο του Ιωάννου και φέρει ως επί το πλείστον αρνητικές συνδηλώσεις, καθώς συνδέεται με εικόνες κινδύνου, παρανομίας και συναισθήματα φόβου. Αυτό που λείπει ωστόσο από αυτές τις αναλύσεις είναι ο ορίζοντας πιθανοτήτων που προσφέρει το σκοτάδι στα σώματα που πλοηγούνται σε μειωμένης ορατότητας χώρους. Περιττό να υπενθυμίσει κανείς εδώ τις συχνές αναφορές του Ιωάννου σε σκοτεινούς χώρους και τις υπερβατικές ιδιότητες με τις οποίες τους ενδύει. Μία τέτοια περίπτωση εντοπίζεται στο πεζογράφημα «Στα Καμένα», όπου το σκηνικό μιας πλατείας γίνεται η αφορμή ώστε να εκφράσει ο αφηγητής κρυφές επιθυμίες, η πιθανότητα πραγματοποίησης των οποίων φαντάζει πιο έντονη στο σκοτάδι:

Κάθε φορά που πέφτει ομίχλη ή είναι πολύ σκοτεινά, κατεβαίνω και γυρίζω σαν τρελός στις πιο σκοτεινές πλατείες. Τώρα πια θαρρείς και ζητάω μονάχος μου να χαθώ μες στα σκοτάδια. Η νύχτα είναι κάτι σαν ομίχλη. Χάνεις το σπίτι σου, τα χάνεις όλα. Είναι φορτωμένη ηλεκτρισμό. Λες λόγια χωρίς να έχεις πιει, κάνεις τολμήματα, προβαίνεις σε ομολογίες. Απορείς με τα ερείπια την άλλη μέρα. (1964: 42)

Εκτός από τα «Λαϊκά σινεμά», ένα άλλο πεζογράφημα που μπορεί να αναλυθεί μέσα από το πρίσμα της ετεροτοπίας συναντάται στα «Εβραϊκά μνήματα». Σε αυτό το κείμενο, ο αφηγητής δεν εμπλέκεται σε σεξουαλικές πρακτικές, παρατηρεί όμως πώς φίλοι του κάνουν χρήση του νεκροταφείου για σκοπούς ερωτικούς:

Μα όσο πηχτό κι αν ήταν το σκοτάδι, οι άσπρες στολές μας ξεχώριζαν. Ακόμη δε φτάναμε και γύρω μας άρχιζαν οι σκιές. Ένιωθες την ερημιά γεμάτη ανθρώπους που αγκομαχούσαν. Λένε πως μόλις παίρνει να νυχτώσει κάτι τους πιάνει. Παρατούν σπίτια, οικογένεια και τα πάντα και ξεβράζονται εκατοντάδες απ’ όλες τις διευθύνσεις. Κάθε βράδυ τα παίζουν όλα για όλα. Δεν είναι στο χέρι τους να κάνουν αλλιώς. Ο ναύτης ή ο φαντάρος στη φτωχή τους την καρδιά έχει πολλά προσόντα. Η στολή δίνει αυτόματα πολλές εγγυήσεις. Μας πλησίαζαν, παρά πλησιάζαμε. Κατόπι ακολουθούσαν οι καθιερωμένες φράσεις. (1964: 22)

Όπως στα γραπτά του Foucault, έτσι και στο πεζογράφημα του Ιωάννου, το νεκροταφείο αποτελεί έναν έτερο τόπο με ισχυρή μεταμορφωτική δύναμη. Οι χαρακτήρες των «Εβραϊκών μνημάτων» εκμεταλλεύονται το σκοτάδι με σκοπό να επιδοθούν σε σεξουαλικές πρακτικές που οι αυστηροί κοινωνικοί κανόνες δεν θα επέτρεπαν να πραγματοποιηθούν υπό το φως της ημέρας. Η επανοικειοποίηση του νεκροταφείου και η αξιοποίησή του για ερωτικούς σκοπούς αποκαλύπτει τον εύπλαστο χαρακτήρα του δημόσιου χώρου, ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζει τον ενεργό ρόλο που μπορούν να παίξουν τα σώματα στην επαναδιαμόρφωση αυτού.

Συμπερασματικά, τα πεζογραφήματα της συλλογής Για ένα φιλότιμο έρχονται τρόπον τινά αντιμέτωπα με δύο αμφίρροπες τάσεις. Ενώ αρκετά από τα κείμενα του Ιωάννου δίνουν έμφαση στους καταπιεστικούς ετεροκανονικούς κανόνες, από την άλλη, σημαντικός αριθμός κειμένων της συλλογής αναδεικνύει τις δυνατότητες αναταραχής και επανάχρησης τοποθεσιών που ανήκουν στον αστικό ιστό για «διεστραμμένους σκοπούς» (Bell, 1995: 141). Κάπως έτσι, οι χαρακτήρες της συλλογής, συμπεριλαμβανομένου του αφηγητή, μπορεί να δέχονται πιέσεις συμμόρφωσης με ετεροκανονικές επιταγές, ωστόσο έχουν τη δυνατότητα προσωρινής διαφυγής και απελευθέρωσης από πλέγματα εξουσίας. Αυτή είναι και η ουσία της ετεροτοπίας κατά τον Foucault: η ύπαρξη χώρων που να μπορούν «να μας τραβούν», έστω και για λίγο, «έξω από τον εαυτό μας» (1986: 23).

Αναγνώσεις του χρόνου στη συλλογή Η σαρκοφάγος

Η συλλογή Η σαρκοφάγος κυκλοφορεί το έτος 1971, λίγους μόλις μήνες μετά τη λήξη της προληπτικής λογοκρισίας που είχε επιβάλει η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Τα 29 κείμενα της συλλογής, γραμμένα από τον Γ. Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 1968-1970, μοιραία εγείρουν προβληματισμούς για την τότε κατάσταση. Ωστόσο, πέρα από τη βιωμένη εμπειρία της επταετίας και άλλων ιστορικά φορτισμένων γεγονότων, όπως για παράδειγμα ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και οι διώξεις Εβραίων, οι αναγνώστες θα βρουν στα κείμενα πολλά από τα συνήθη θεματικά και αφηγηματικά στοιχεία που συναντώνται και στη συλλογή Για ένα φιλότιμο. Για κάποιους κριτικούς, οι μετατοπίσεις του Γ. Ιωάννου μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης συλλογής είναι εμφανείς (Πισσαλίδης, 2003). Συγκεκριμένα, η φιλόλογος Ελένη Κρούπη-Κολωνά εντοπίζει στα κείμενα της Σαρκοφάγου ένα είδος «ρευστότητας», το οποίο αποδίδει στο γεγονός ότι «ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει και να συμπληρώσει με τη φαντασία του τα κενά που ποιητική αδεία έχει αφήσει ο λογοτέχνης» (2005: 31). Ακολουθώντας τον παραπάνω ισχυρισμό αλλά προχωρώντας τη σκέψη της Κολωνά ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζω ότι η αίσθηση ρευστότητας στη συλλογή της Σαρκοφάγου αντανακλάταιστη δυναμική σχέση του αφηγητή με χρονοκανονικές συμβάσεις.

Ο όρος χρονοκανονικότητα, όπως εμφανίζεται για πρώτη φορά στο βιβλίο Time Binds (2010) της κουήρ θεωρητικού Elisabeth Freeman, συνιστά «έναν τρόπο εμφύτευσης, μια τεχνική μέσα από την οποία θεσμικές δυνάμεις […] όπως χρονοδιαγράμματα, ημερολόγια και ζώνες ώρας […] παρουσιάζονται ως σωματικά γεγονότα» (2010: 3). Από τα λόγια της Freeman, προκύπτει, δηλαδή, ότι η πορεία ζωής κάθε ατόμου οφείλει να περιλαμβάνει ορισμένα γεγονότα που πρέπει να συμβούν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και με συγκεκριμένη σειρά. Ανάμεσα στους κοινωνικά προσδοκώμενους «σταθμούς-ζωής» από τους οποίους οφείλουν να «περνούν» τα σώματα είναι, μεταξύ άλλων, «η ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (και η ενηλικίωση), η είσοδος στην αγορά εργασίας, η επίτευξη οικονομικής αυτονομίας, η σύναψη γάμου και η τεκνοθεσία/γονεϊκότητα» (Aronson, 2008: 56). Παρ’ όλο που μια τέτοια κανονιστική οργάνωση του χρόνου χρησιμεύει μόνο για τη διατήρηση του ετεροφυλοφιλικού πλέγματος (heterosexual matrix), ο βαθιά έμφυλος και σεξουαλικοποιημένος χαρακτήρας της διασφαλίζει την καθιέρωση του γραμμικού χρόνου ως φυσιολογικού. Αυτό συνεπάγεται ότι, μέσω της κοινωνικής πειθαρχίας, τα σώματα επηρεάζουν το ένα το άλλο ώστε να τηρούν τις κοινωνικά επιδιωκόμενες χρονικές επιταγές. Κατά συνέπεια, όσα σώματα δεν τις ακολουθούν, απορρίπτονται ή υποτάσσονται από θεσμούς, πρακτικές, και κανόνες που εκφράζουν τη χρονοκανονικότητα.

Ακόμα και μια βιαστική προσπέλαση της συλλογής Η σαρκοφάγος φανερώνει έναν σημαντικό αριθμό πεζογραφημάτων που εγείρουν την αγωνία του χρόνου και τις πιέσεις που ασκεί στα σώματα. Ενδεικτικά, σε ένα από τα πρώτα κείμενα της συλλογής, ο αφηγητής ανατρέχει στα σχολικά χρόνια προκειμένου να μοιραστεί κάποια από τα «απειράριθμα παρατσούκλια» που επινοούσαν οι συμμαθητές του και διαλαλούσαν εις βάρος του («Τα παρατσούκλια»). Ανάμεσα σε αυτά τα σκωπτικού χαρακτήρα ονόματα, σημαντική αναφορά γίνεται σε όσα αφορούν την ομιλία του αφηγητή («τον τρόπο που μιλούσα» [9]), η οποία, όπως εξηγεί, «ήταν ίσως πρόωρα και παράταιρα επάνω [τ]ου»(39). Τέτοιου είδους λοξοδρομήσεις από κοινωνικά προσδοκώμενες σωματικές αποδόσεις καταδικάζονται ως «ανωριμότητα», οδηγώντας τα εν λόγω σώματα στην περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό («τώρα καταλαβαίνω πόσο μαρτύρησα κάποτε απ’ το τίποτε και πόση επίδραση είχαν πάνω σ’ όλη μου τη ζωή εκείνα τα παρατσούκλια» [40]).

Ενώ η κανονιστική οργάνωση του χρόνου στο πεζογράφημα «Τα παρατσούκλια» αφορά τη φιλοδοξία επιτέλεσης μιας αρρενωπότητας ευθυγραμμισμένης με τις επιταγές του κοινωνικού φύλου και της ηλικίας του αφηγητή-μαθητή, το πεζογράφημα «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα» σκιαγραφεί χρονοκανονικές συμβάσεις που παραπέμπουν στην έννοια του αναπαραγωγικού φουτουρισμού. Κατά τον Lee Edelman, ο «αναπαραγωγικός φουτουρισμός», με σύμβολό του το παιδί, αποτελεί μια πολιτική ιδεολογία που διαμορφώνει «το απόλυτο προνόμιο της ετεροκανονικότητας, καθιστώντας αδιανόητη οποιαδήποτε πιθανότητα αντίστασης σε αυτήν την οργανωτική αρχή των κοινοτικών σχέσεων» (2004: 2). Στο συγκεκριμένο κείμενο, ο μονόλογος στον οποίο επιδίδεται ο αφηγητής φαντάζει εμποτισμένος με κοινωνικά «φορεμένες» προσδοκίες και θρησκευτικές πεποιθήσεις που σχετίζονται με την απόκτηση οικογένειας και παιδιών («την είδα σα να μου έγνεφε ενθαρρυντικά –ίδια η γιαγιά μου, που ως τα τελευταία της ήλπιζε για δισέγγονα» [64]). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι ο αφηγητής, παρότι ομοφυλόφιλος και άρα ανέκαθεν αποκλεισμένος από ετερο-αναπαραγωγικά πλαίσια, αντιμετωπίζει την ανικανότητά του να συνεχίσει το διαγενεακό/εθνικό κεφάλαιο ως προσωπική αποτυχία («θα σβήσει το ρέμα μιας γενιάς ολόκληρης πάνω μου, έτσι όπως πάω» [64]).

Ωστόσο, παρά την ισχυρή επιρροή των παραπάνω κανόνων, η οργάνωση της ζωής με βάση συγκεκριμένους χρονικούς σταθμούς είναι κοινωνικά κατασκευασμένη και, ως εκ τούτου, ανοιχτή προς διαπραγμάτευση. Σύμφωνα με μελετήτριες της κουήρ θεωρίας, ο κουήρ χρόνος, σε αντίθεση με συμβατικά χρονοδιαγράμματα, προσφέρει τη δυνατότητα μιας ζωής που δεν έχει απαραίτητα στο κέντρο της την οικογένεια, τον γάμο ή την τεκνοθεσία (Ahmed, 2006· Stockton, 2009). Συνεπώς, διαφορετικοί τρόποι βίωσης της πραγματικότητας μπορεί να προκύψουν μέσα από ασυγχρονίες, αναχρονισμούς, καθυστερήσεις, χρονικές συμπιέσεις, (Freeman, 2010: xxii), επανεξετάσεις και ανασκοπήσεις (Knutson, 2018) ή την αποδοχή της αποτυχίας και τη θέασή της με όρους εναλλακτικής επιτυχίας (Halberstam, 2011). Δύο παραδείγματα που ανήκουν στην κατηγορία της ανασκόπησης προσφέρονται μέσα από τα κείμενα «Η σειρήνα» και «Το κρεβάτι»:

Το βράδυ, σε ξένο κρεβάτι, αγκαλιά με παιδιά ξένα, κυριεύτηκα ξαφνικά απ’ το γλυκότερο τράνταγμα που είχα νιώσει ποτέ μέχρι τότε. Ένα παχύρευστο υγρό κολλούσε μες στα σκέλια μου. Σειρήνες σήμαιναν τερπνά λήξη μέσα στο μισοΰπνι μου. Είχα γίνει για καλά έφηβος πλέον. (25-26)

Κοιμόταν ο Ίζος σ’ αυτό. Δύο τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, μα φίλος μου. Συχνά, παίζοντας στο διαμέρισμά τους κρυφτό ή άλλα παιχνίδια, κρυβόμασταν από κάτω ή χωνόμασταν για να πάρουμε την μπάλα που είχε κυλήσει. Κάποτε μάλιστα, που λείπαν οι δικοί μου, μας είχαν κοιμίσει αγκαλιά στο κρεβάτι αυτό. Τότε πρωτοείδα το νεανικό τριχωτό στεφάνι της ήβης. Είναι αλήθεια πως είχε αρκετούς κοριούς το κρεβάτι, και παρ’ όλο το κυνήγημα που αργότερα τους κάναμε δεν εξολοθρεύτηκαν ποτέ εντελώς. Ήρθε καιρός που δόξαζα το θεό γι’ αυτή τη διάσωση. Κάτι είχε σωθεί απ’ το αίμα του Ίζου και ενωθεί ίσως με το δικό μου. (46)

Όταν ο αφηγητής του Ιωάννου επιστρέφει στα παιδικά χρόνια, χρησιμοποιεί τους κανόνες της ετερο/χρονο-κανονικότητας προκειμένου να τους ανατρέψει εκ των έσω για προσωπικό όφελος. Επενδύοντας στην ιδέα της ετεροκανονικότητας, που υποστηρίζει ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ετεροφυλόφιλα (μέχρι αποδείξεως του εναντίου), και βασιζόμενος στην ιδέα της χρονοκανονικότητας, που κατασκευάζει την παιδική ηλικία ως πάντα αθώα, ο νεαρός-αφηγητής δρα «έξω από την ηλικία του» και μετατρέπει το ομοκοινωνικό περιβάλλον της παιδικής κάμαρης σε ομοερωτικό. Με αυτόν τον τρόπο, τα πεζογραφήματα αναιρούν το αφήγημα της a priori αγνής παιδικής ταυτότητας και συμβάλλουν στον εμπλουτισμό των διαθέσιμων κατανοήσεων για την (ομο-)σεξουαλικότητα στα χρόνια της εφηβείας.

Ακόμα πιο ανάγλυφα παρατηρείται η αμφισβήτηση των χρονοκανονικών συμβάσεων στο κείμενο «Τα ξόρκια». Όπως έχουμε αναφέρει ως τώρα, η χρονοκανονικότητα δεν αφορά μόνο το ποια σώματα αναμένεται να επιθυμούν το ένα το άλλο, αλλά και την πορεία των σωμάτων από κυρίαρχα στάδια ζωής όπως η εύρεση συντρόφου, η σύναψη γάμου και η δημιουργία οικογένειας. «Τα ξόρκια» έχουν ως θέμα τους την κοινωνική εμμονή γύρω από την έννοια του «ζευγαριού/ζευγαρώματος» και η γραφή του Ιωάννου εμπεριέχει στοιχεία που υπογραμμίζουν την αποστροφή του αφηγητή προς τέτοιου είδους αισθηματικές περιπέτειες. Με εύθυμη διάθεση, ο αφηγητής σχολιάζει την έντονη και ομολογουμένως παράξενη αγωνία μιας ολόκληρης κοινωνίας να τον δει «αποκατεστημένο» («Άνθρωποι απλώς γνωστοί ή και άγνωστοι δεν μπορούσαν, λέει, να ησυχάσουν εξαιτίας μου νύχτα και μέρα» [54]), με την αγωνία αυτή μάλιστα να γίνεται ολοένα εντονότερη μετά την εκπλήρωση της υποτιθέμενης υποχρέωσής του να παντρέψει την τελευταία του αδερφή («Όταν μάλιστα παντρεύτηκε κι η τελευταία αδερφή μου, τότε ήρθαν σχεδόν για να με παραλάβουν» [54]). Για τον αφηγητή του Ιωάννου, το ενδεχόμενο γάμου βιώνεται ως κάτι ανεπιθύμητο και επικίνδυνο («Μόλις οσμιζόμουν τον κίνδυνο» [54]). Για τον λόγο αυτό, μοιράζεται με τους αναγνώστες κάποιες από τις στρατηγικές που επιστρατεύει για να αποφύγει επικίνδυνες προτάσεις:

Μόλις οσμιζόμουν τον κίνδυνο, σήμαινα συναγερμό σ’ όλη την επικράτεια, έριχνα το μαγικό σύνθημα munio, το έκλινα σαν επωδή σ’ όλους τους χρόνους, τις φωνές και τις εγκλίσεις, κι άρχιζα να μάχομαι στα munimenta, παναπεί στα οχυρωματικά. […] Όταν όμως επιμέναν πολύ, οπισθοχωρούσα στον τελευταίο και απόρθητο προμαχώνα μου, κραυγάζοντας με πείσμα: «Δεν την θέλω!» Μόλις επαναλάμβανα τρεις φορές τη μαγική αυτή φράση, διαλύονταν ως εκ θαύματος οι ερινύες. (1971: 54)

Άξια ειδικής αναφοράς είναι η επιλογή της λέξης munio, η οποία θυμίζει ηχητικά το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο. Το munio/μουνί-ο έτσι μετασχηματίζεται σε ξόρκι, κάποιο είδος οχυρού, όπως προδίδει η λατινική λέξη, που παραδόξως προστατεύει τον αφηγητή από εξωγενείς δυνάμεις που επιθυμούν την επιστροφή του στο μονοπάτι της χρονοκανονικότητας. Το χιούμορ, η υπερβολή και η σαρκαστική διάθεση εδώ παίζουν ύψιστης σημασίας ρόλο και κρίνονται, όπως έχει υποστηρίξει ο Hongwei Bao σε άλλο πλαίσιο, «πολύτιμο παιδαγωγικό και πολιτικό εργαλείο [καθώς] μέσα από αυτά, τα κουήρ σώματα βρίσκουν δύναμη […] να ανατρέψουν την υποτιθέμενη σοβαρότητα του κυρίαρχου λόγου» (2021: 8).

Έμφυλες και διαθεματικές απόπειρες ανάγνωσης της συλλογής Η μόνη κληρονομιά

Το τρίτο κατά σειρά έργο του Γιώργου Ιωάννου, με τίτλο Η μόνη κληρονομιά, γράφεται μέσα στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και δημοσιεύεται το έτος 1974. Σε αντίθεση με τα έργα Για ένα φιλότιμο και Η σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά δημιουργείται όσο ο Ιωάννου ζει στην Αθήνα και αποτελείται από κείμενα που ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλεί «διηγήματα», και όχι «πεζογραφήματα» (Χουζούρη, 2005: 68). Ωστόσο, οι διαφορές της Μόνης κληρονομιάς από τις δύο προηγούμενες συλλογές δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε ζητήματα γεωγραφικού και ειδολογικού πλαισίου. Κατά τον φιλόλογο Christopher Robinson, «τα θραύσματα» που συναντάμε στις προηγούμενες συλλογές του Ιωάννου μετατρέπονται εδώ σε «ολοκληρωμένα διηγήματα», που εφαρμόζουν στοιχεία της καβαφικής ειρωνείας προκειμένου να καταδείξουν «την αταξία της ανθρώπινης φύσης» (2001: 83). Προς παρόμοια κατεύθυνση, η Χουζούρη παρατηρεί μια εξελικτική πορεία στη γραφή του Ιωάννου, η οποία κορυφώνεται στη συγκεκριμένη συλλογή. Γράφει πως το πρόσωπο του αφηγητή:

δεν είναι πια αχνό, υπαινικτικό, αλλά σχεδιάζεται με καθαρές γραμμές. Δρόμοι, πλατείες, σπίτια λειτουργούν ως σκηνικό για να ακουμπήσουν πάνω τους πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις. Η μνήμη σταδιακά αποφορτίζεται και είναι διαυγέστερη ως προς ό,τι στοχάζεται. Το ερωτικό στοιχείο βεβαίως δε λείπει και από αυτό το πρόσωπο της πόλης. Όμως, δεν είναι ούτε τόσο σκοτεινό ούτε τόσο βαρυφορτωμένο με ενοχές –χωρίς όμως κι εδώ να γίνεται ποτέ καθαρό. (1995: 80-81)

Παρότι συμφωνούμε με τη σκέψη του Robinson, θα θέλαμε να σταθούμε σε ένα σημείο από την κριτική της Χουζούρη που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Ενώ όντως το (ομο-)ερωτικό στοιχείο στη Μόνη κληρονομιά δεν αναδύεται με την ίδια ένταση που απαντάται στις προηγούμενες συλλογές, υποστηρίζουμε ότι ζητήματα έμφυλων σχέσεων, δηλαδή οι κοινωνικές σχέσεις και η κατανομή της εξουσίας μεταξύ αρρενωποτήτων και θηλυκοτήτων τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα, παραμένουν στο προσκήνιο. Με επίκεντρο το φύλο ως προνομιακό φακό μελέτης των διηγημάτων του Ιωάννου, θα επιχειρήσω να αναδείξω τους τρόπους με τους οποίους διαφορετικές κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε κείμενα της συλλογής.

Ιχνηλατώντας αυτό που συμβαίνει στα όρια του κανονικού και σε σώματα που βρίσκονται εντός και εκτός των κοινωνικών κανονικοτήτων, οδηγείται κανείς αναμφίβολα στα θεωρητικά εργαλεία του Τζούντιθ Μπάτλερ. Σύμφωνα με την ορολογία του Μπάτλερ (1990), το φύλο (με το οποίο η σεξουαλικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη) είναι επιτελεστικό. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποια ουσία ή ταυτότητα την οποία το φύλο εκφράζει ή εξωτερικεύει. Συγκεκριμένα, η όποια συγκρότηση της έμφυλης ταυτότητας λαμβάνει χώρα μέσω μιας σειράς επιτελέσεων που «κάνουμε» ώστε να γίνουμε ορατοί και βιώσιμοι μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που επιθυμούμε να ενταχθούμε. Με αυτή την έννοια, το σώμα καθίσταται έμφυλο επιτελώντας εξαναγκαστικά και επαναλαμβανόμενα ένα ορισμένο φύλο. Εντούτοις, η μεταδομιστική θεωρία του Μπάτλερ δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής αποκλειστικά στην έμφυλη ταυτότητα του ατόμου, αλλά και σε διάφορες σωματοποιήσεις που αφορούν τη σεξουαλική, εθνική, θρησκευτική, φυλετική και άλλες ταυτότητες (Κακολύρης, 2020). Ανιχνεύει τα αίτια του κατασταλτικού μηχανισμού που περιθωριοποιεί και μάχεται όσους διαφοροποιούνται επειδή αντιλαμβάνονται ότι δεν «ταιριάζουν» στις προϋπάρχουσες νόρμες (Μανουσάκη, 2019: 13).

Πέρα από κοινωνικές ανισότητες και συμπεριφορές καταστρεπτικές για τη δομή και την συνοχή της κοινωνίας, η διαθεματικότητα ασχολείται με τις διασταυρώσεις διαφορετικών κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων σε μια προσπάθεια διερεύνησης εκείνων των διεργασιών παραγωγής της κοινωνικής ανισότητας και καταπίεσης. Σύμφωνα με την Αμερικανίδα καθηγήτρια του Δικαίου Kimberle Crenshaw, που εισήγαγε τον όρο το 1989, η διαθεματικότητα επινοήθηκε από την ανάγκη να συμπεριληφθούν οι διασταυρούμενες και αλληλεξαρτώμενες διακρίσεις που οι μαύρες γυναίκες υφίσταντο λόγω τόσο του σεξισμού όσο και του ρατσισμού. Η οπτική της διαθεματικότητας, η οποία άλλοτε αποτελούσε βασική θεματική της κοινωνιολογίας, χρησιμοποιείται πλέον σε ένα ευρύ πεδίο κλάδων των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Παράλληλα, η γεφύρωση σημαντικών μεθοδολογικών διαφορών μεταξύ διαθεματικότητας, φεμινιστικής και κουήρ θεωρίας (Massaquoi, 2015) έχει επιτρέψει τη διεξαγωγή σύνθετων αναλύσεων που υπερβαίνουν τις μονοπαραγοντικές προσεγγίσεις. Μία τέτοιου είδους ανάγνωση προς αυτή την κατεύθυνση, στον βαθμό που είναι εφικτό, θα αποπειραθώ να εφαρμόσω σε κάποια από τα διηγήματα της συλλογής Η μόνη κληρονομιά.

Στο διήγημα «Βουγγάρι», ο Ιωάννου πλάθει ένα σκηνικό όπου η μάχη των δύο φύλων στα πλαίσια του ερωτικού παιχνιδιού συνιστά παράλληλα και μάχη έκφρασης του κοινωνικού φύλου με τρόπους περιορισμένους και ήδη σημασιοδοτημένους. Οι νέοι άντρες που υπηρετούν τη θητεία τους στα στρατόπεδα παρουσιάζονται ως ελκυστικοί («είναι ακαταμάχητοι» [95]) και φέρουν χαρακτηριστικά συμπεριφοράς παραδοσιακά συνυφασμένα με το φύλο, όπως η επιμονή («κι όταν επιθυμούν κάτι πολύ, τίποτε δεν τους σταματάει» [95]). Παράλληλα, ο χώρος του στρατοπέδου στον οποίο κινούνται και οι ασκήσεις που οφείλουν να εκτελούν εντός του αναπόδραστα αναπαράγουν πρότυπα άγριας, «ζωώδους» αρρενωπότητας, η οποία ωστόσο, διακωμωδείται για την τεχνητότητά της:

Κάθε φορά που διαπερνούσαν με τις ξιφολόγχες τους αχυρένιους ανθρώπους, τους κρεμασμένους στη σειρά, βγάζαν κωμικές κραυγές και στρέφονταν προς τα κορίτσια.(1974: 95)

Κατά παρόμοιο τρόπο, οι τεχνολογίες φροντίδας και προσωπικές εργασίες αυτοβελτίωσης («Αυτές πάλι, αφού έκαμναν πρωί πρωί με πυρωμένο σίδερο τα μακριά μαλλιά τους μπούκλες σαν λουκάνικα» [95]) στις οποίες επιδίδονται οι γυναίκες, αποκαλύπτουν την ανάγκη επιτυχούς ολοκλήρωσης επιτελέσεων που, στον ηγεμονικό λόγο, συντελούν σε ένα συγκεκριμένο είδος «θηλυκοποίησης» και, εντέλει, αναγνώρισής τους ως βιώσιμων υποκειμένων.

Ένα άλλο παράδειγμα που θα μας απασχολήσει στο ίδιο διήγημα αφορά την παρουσία σωμάτων που δεν ευθυγραμμίζονται με τις επιταγές του κοινωνικού τους φύλου. Παρότι έμφαση δίνεται κυρίως στις κοπέλες-πρωταγωνίστριες του διηγήματος, οι οποίες ξεχωρίζουν για τη μόρφωσή τους (κοινωνική τάξη), η εμφάνιση ομοφυλόφιλων αντρών κεντρίζει την προσοχή του αφηγητή. Διότι τα σώματα των ομοφυλόφιλων αντρών που παρουσιάζονται είναι αρσενικά, και το βιολογικό-κοινωνικό τους φύλο τους επιτάσσει να επιτελέσουν αρρενωπότητες με παραδοσιακά εγκεκριμένους όρους. Οι ίδιοι όμως, κινούμενοι με άνεση στον δημόσιο χώρο, επιδίδονται σε επιτελέσεις που καταστρατηγούν τα όρια του φύλου («αφού όλη μέρα έβγαζαν ένα ένα τα γένια τους με τσιμπιδάκια. “Μα, δεν ξέρετε πώς πονάει, πώς πονάει”, έλεγαν, κουνώντας πάνω κάτω τα χεράκια τους» [101]). Αν όπως ισχυρίζεται ο Connell (2005), οι αρρενωπότητες, ως διαφορετικές θέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε ένα περιβάλλον έμφυλων σχέσεων, αποτελούν μια διαφιλονικούμενη περιοχή στην οποία συγκεντρώνονται υποκείμενα ανεξαρτήτως φύλου και ιεραρχούνται ανάλογα με την εγγύτητα ή την απόκλισή τους από το αντρικό έμφυλο ιδεώδες, η παραπάνω περίπτωση μαρτυρά την τοποθέτηση των εν λόγω σωμάτων σε χαμηλού κύρους θέσεις, στη βάση σκέψης ότι η έκφραση φύλου τους ξεφεύγει από εκείνες που αρμόζουν στο βιολογικό τους φύλο.

Ομοίως, οι αρρενωπότητες που φέρουν την ταυτότητα της ψυχικής αναπηρίας κρίνονται ως σώματα αποκλεισμένα, εκτός των ορίων της κοινωνικής διανοητότητας:

Καθώς γύριζα απ’ το σχολείο πεινασμένος είδα κόσμο έξω απ’ το σπίτι. Ο καμπούρης συγκάτοικός μας φορώντας τη ρεπούμπλικα έβγαζε λόγο απ’ το μπαλκόνι. Κάθισα κι εγώ και τον έκαμνα χάζι. Η γειτονιά φαινόταν να έχει πανηγύρι. Το ακροατήριο ξεσπούσε κάθε τόσο σε χειροκροτήματα. Είχαμε αποχτήσει επιτέλους τον τρελό μας. Την πουτάνα μας την είχαμε προπολλού.(104)

Ο παραπάνω συσχετισμός μεταξύ πορνείας (σεξεργασίας με σημερινούς όρους) και ψυχικής αναπηρίας έχει ως στόχο να φέρει κοντά δύο κατά τ’ άλλα ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες κινούνται για διαφορετικούς λόγους αντιστικτικά προς τη νόρμα. Από τη μία πλευρά, η εκδιδόμενη γυναίκα που αυτοδιαθέτει το σώμα της, παραμένει απομακρυσμένη από κυρίαρχα πολιτισμικά ιδεώδη θηλυκότητας καθώς η «επικίνδυνη» και «ανεξέλεγκτη» σεξουαλικότητά της ενέχει τον κίνδυνο να κλονίσει τον θεσμό της οικογένειας, της δημόσιας ηθικής και της κοινωνικής σταθερότητας. Από την άλλη πλευρά, ο τρελός άντρας του πεζογραφήματος «Τα περιστέρια», παρότι χαίρει των προνομίων του κοινωνικού του φύλου, αντιμετωπίζεται από τον Ιωάννου σαν ένα σώμα που αναπηροποιείται όχι μόνο λόγω της αναπηρίας του, αλλά και εξαιτίας των αυστηρών κατασκευών που δημιουργεί η κοινωνία γύρω από την έννοια του φυσιολογικού.

Τέλος, μοναδική περίπτωση ανατροπής των έμφυλων ρόλων συναντάται στο διήγημα «Τα λεμόνια ήταν ακριβά» και καθίσταται σαφέστερη κάτω από έναν πολυπρισματικό φακό. Εδώ ο αφηγητής ανασκαλεύει μνήμες από τη γερμανική κατοχή, για να διηγηθεί μια ιδιαίτερη ιστορία με πρωταγωνιστές μια Γερμανίδα στρατιωτίνα και έναν κουρέα:

Το σπίτι αυτό το είχαν επιτάξει οι γερμανοί στην Κατοχή. […] Ένας κουρέας, πρώην παλαιστής, που όταν σε κούρευε τα μάτια σου βγάζανε δάκρυα απ’ τις τρίχες που ξερίζωνε χωρίς να το θέλει, μου διηγόταν πως αποδώ ακριβώς πετάχτηκε μια στρατιωτίνα μέρα μεσημέρι και με κρυφά νοήματα τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Το πράγμα έμοιαζε σχεδόν με σύλληψη κι αυτός ακολουθούσε ξυλιασμένος. Τον έμπασε σ’ ένα διαμέρισμα, τον έβαλε να φάει γερά και μετά γδύθηκε για να τον προκαλέσει. Μα, ακόμα και γυμνή ήτανε κρύα κι ο νεαρός, παρόλο που είχε γερό στομάχι σε κάτι τέτοια, είδε κι έπαθε ώσπου να την ικανοποιήσει. Ύστερα τη συνήθισε και πήγαινε κάθε τόσο. Η σχέση αυτή τον είχε σώσει απ’ την πείνα. (107-108)

Ο Ιωάννου μοιάζει να μεταφέρει κάποιες από τις συνέπειες του μεγάλου λιμού για την Ελλάδα μέσα από τη σκιαγράφηση μιας άνισης ετεροφυλόφιλης σχέσης. Εστιάζοντας στο επάγγελμα («μια στρατιωτίνα») και την καταγωγή («Γερμανοί») της πρωταγωνίστριας του διηγήματος, ο Ιωάννου δίνει στους αναγνώστες του τη δυνατότητα να εξετάσουν πώς η διασταύρωση των προνομίων της τάξης και της εθνικότητας μετατρέπουν μια κοινωνικά παθητική θηλυκότητα σε ένα σώμα που επιβάλλεται και διαμορφώνει τους όρους του ερωτικού δεσμού. Παράλληλα, οι λεπτομέρειες που δίνονται αναφορικά με την πρότερη επαγγελματική ιδιότητα του άντρα-κουρέα («πρώην παλαιστής») μαρτυρούν και τη δική του συνεπακόλουθη μεταμόρφωση σε ένα σώμα που για λόγους επιβίωσης δεν δρα, αλλά παθαίνει. Επομένως, η περίπτωση του διηγήματος, εκτός από μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας την περίοδο της γερμανικής κατοχής, συνιστά και μια υπενθύμιση εκείνων των άγνωστων δεδομένων που μπορούν να προκύψουν εφόσον εξερευνήσουμε το πλέγμα σχέσεων αποκλεισμού και προνομίων που ενυπάρχουν σε ένα κείμενο.

Επίλογος

Στην παρούσα έρευνα, τα έργα του Γ. Ιωάννου Για ένα φιλότιμο, Η σαρκοφάγος και Η μόνη κληρονομιά μελετήθηκαν προκειμένου να ανιχνεύσουμε εάν και σε ποιο βαθμό, δημοφιλή και λιγότερο γνωστά κείμενα των συλλογών που πραγματεύονται κοινωνικές κατασκευές φύλου και σεξουαλικότητας, μπορούν να διαβαστούν με εναλλακτικούς τρόπους. Μολονότι οι προαναφερθέντες άξονες έχουν εξετασθεί πρόσφατα από παλαιότερες και νέες γενιές μελετητριών, κρίνουμε ότι το πεζογραφικό σύμπαν του Ιωάννου συνεχίζει να προσφέρει εύφορο έδαφος ώστε να διερευνηθεί περαιτέρω η διαλεκτική σχέση της πεζογραφίας του με κανονιστικές συμβάσεις. Οι επιλογές μου στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης έγιναν με βάση τις κυρίαρχες θεματικές που εντόπισα σε κάθε συλλογή του Ιωάννου. Παραδείγματος χάρη, η συλλογή Για ένα φιλότιμο, καθώς μεταφέρει τους αναγνώστες σε πλήθος τοποθεσιών εντός της Θεσσαλονίκης, προτρέπει στην υιοθέτηση ενός θεωρητικού σχήματος με έμφαση σε θέματα χωροθεσίας. Παρότι ο χώρος διαπερνά και τη συλλογή Η σαρκοφάγος, στην περίπτωση αυτή επέλεξα να πριμοδοτήσω την προοπτική του κουήρ χρόνου. Εξάλλου, η εμφάνιση του αφηγητή σε διαφορετικές ηλικιακές στιγμές και η βιωμένη εμπειρία του χρόνου ως παράγοντα που ασκεί πιέσεις αναδεικνύεται με τρόπο αξιοσημείωτο. Όσον αφορά τη συλλογή Η μόνη κληρονομιά αποφάσισα να εστιάσω στη συγκρότηση του φύλου και τις σχέσεις εξουσίας που διέπουν την έμφυλη υποκειμενικότητα σε κείμενα της συλλογής, προχωρώντας παράλληλα στη μελέτη άλλων κοινωνικά κατασκευασμένων κατηγοριών. Η εμπνευσμένη από τη διαθεματικότητα προσέγγιση που επιχείρησα να εφαρμόσω έριξε φως, μεταξύ άλλων, στον άξονα της σεξουαλικότητας, της κοινωνικής τάξης και αναπηρίας, επιτρέποντας την ανάδυση υποερευνημένων στοιχείων στην ανάλυση της πεζογραφίας του Ιωάννου. Οι προτάσεις ανάγνωσης στις οποίες προέβην, ωστόσο, αποτελούν σημεία εκκίνησης για περαιτέρω συζήτηση και σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνται αποκλειστικοί οδηγοί ανάλυσης της «αλήθειας» των κειμένων του συγγραφέα.

Οι αναγνώσεις που επιχείρησα δεν στοχεύουν στην απόδοση του χαρακτηρισμού «κουήρ» στην πεζογραφία του Ιωάννου. Όπως εξηγεί η φιλόλογος Βαρβάρα Ρούσσου, ο χαρακτηρισμός «κουήρ» δεν ευσταθεί αν «η γλώσσα» ενός πολιτισμικού κειμένου «δεν ανοικειώνει, δεν απο-ταυτοποιεί, δεν υπονομεύει, δεν εξεγείρεται ενάντια στο ετεροκανονι(στι)κό, αν το queer δεν είναι βαθιά πολιτικό, αν αγνοεί εντελώς το ταξικό, αν δεν είναι ανοιχτό στα όριά του» (2022). Στις συλλογές του Ιωάννου, τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι πάντα παρόντα. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τον δυνάμει υπονομευτικό και κατά τόπους «ανοιχτό» χαρακτήρα των πεζογραφημάτων του, αυτό που προσπάθησα να αναδείξω είναι η δυνατότητα χρήσης κουήρ σχημάτων για τη μελέτη του έργου του. Σύμφωνα με τον Frederik Dhaenens, η χρήση του «κουήρ» «υποδηλώνει ενδυνάμωση και επίθεση απέναντι σε κυρίαρχα, άκαμπτα και σιωπηρώς βίαια κανονιστικά πλαίσια» (2013: 305). Με άλλα λόγια, στόχος ήταν να δοθεί έμφαση σε εκείνα τα σημεία των πεζογραφημάτων του Ιωάννου που εκθέτουν την κεντρική θέση της ετεροκανονικότητας και ρίχνουν φως σε ευρέως διαδεδομένους πατριαρχικούς θεσμούς και πιθανές αντιστάσεις σε αυτούς. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα, οι κουήρ προτάσεις ανάγνωσης αποτελούν ένα ευρετικό εργαλείο που επιτρέπει να αναστοχαστούμε πώς (αλλιώς) μπορεί να διαβαστεί η λογοτεχνία.

Η περίπτωση του Γ. Ιωάννου συγκεκριμένα, κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντική καθώς τα πεζογραφήματά του αποτελούν υποχρεωτική ύλη στα σχολεία και διδάσκονται τόσο σε μαθήτριες όσο και φοιτήτριες πανεπιστημιακών τμημάτων. Λόγω της ευρείας «κατανάλωσης» που απολαμβάνουν, κρίνουμε ότι τόσο ερευνήτριες όσο και διδάσκουσες θα μπορούσαν να εφαρμόσουν εργαλεία της κουήρ θεωρίας στα πραγματικά περιβάλλοντα διδασκαλίας όπου δραστηριοποιούνται και να εμπλουτίσουν τον ορίζοντα αναγνώσεων γύρω από το έργο του συγγραφέα. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι κουήρ αναγνώσεις «διδάσκονται» σε πανεπιστήμια του αγγλόφωνου κόσμου (Ryan & Hermann-Wilmarth, 2013· Pullen, 2018), με κίνδυνο να γίνουν μέρος μιας πρακτικής «του συρμού», πολλά από τα ελληνικά σχολεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν έχουν ακόμα τολμήσει να πειραματιστούν με τις μεθοδολογίες και αναγνωστικές πρακτικές που προσφέρει η κουήρ θεωρία. Δεδομένου ότι κάθε πολιτισμικό κείμενο φέρει κάτι από τις αξίες και ιδεολογίες της περιόδου όπου δημιουργείται, πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να διαθέτουμε τα εργαλεία ώστε να κατανοούμε, να ξεσκεπάζουμε ή/και να καταρρίπτουμε μορφές εξουσίας που (ανα-)παράγονται σε αυτά. Θα είναι ένας από τους τρόπους μας να διατηρήσουμε την οικεία λογοτεχνία (μας) ανοίκεια και πάντα νέα.

⸙⸙⸙

Βιβλιογραφία

  • Ahmed, S. (2006). Queer Phenomenology: Orientations, Objects, Others. Ντάραμ & Λονδίνο: Duke University Press.
  • Aronson, P. (2008). “The Markers and Meanings of Growing Up: Contemporary Young Women’s Transition from Adolescence to Adulthood”, Gender and Society, 22 (1): 56-82.
  • Βαμβακάς, Β. (2009). «Η ελληνική ύπαιθρος στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση: Η διεκδίκηση της υπαίθρου». Στο: Κ. Μανωλίδης & Θ. Καναρέλης (επιμ.). Φύση και κοινωνικές πρακτικές στη σύγχρονη Ελλάδα (385-406). Αθήνα: Ίνδικτος.
  • Bao, H. (2021). “Queer Disidentification: Or How to Cook Chinese Noodles in a Global Pandemic”, PORTAL: Journal of Multidisciplinary International Studies 17 (1-2): 85-90.
  • Bell, D. (1995). “Pleasure and Danger: The Paradoxical Spaces of Sexual Citizenship”, Political Geography, 14 (2): 139-153.
  • Björklund, J. & Lönngren, A. (2020). “Now You See It, Now You Don’t: Queer Reading Strategies, Swedish Literature, and Historical (In)visibility”, Scandinavian Studies, 92 (2): 196-228.
  • Björklund, J. (2018). “Queer Readings/Reading the Queer”, lambda nordica, 1 (2): 1-15.
  • Γιαννακόπουλος, Κ. (2019). «Μια διάχυτη ομοφυλοφιλία στη μεταπολεμική Ελλάδα», Εφημερίδα των Συντακτών, 16 Σεπτεμβρίου. Διαθέσιμο στο: https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/199861_mia-diahyti-omofylofilia-sti-metapolemiki-ellada.
  • Chairetis, S. (2020). Queering the Greek Television “Comedy”: Popular Texts, Dissident Readings. DPhil thesis, University of Oxford.
  • Chambers, S. A. (2009). The Queer Politics of Television. Λονδίνο & Νέα Υόρκη: I. B. Taurus.
  • Connell, R. W. (2005). Masculinities. Μπέρκλεϋ & Λος Άντζελες: University of California Press.
  • Crenshaw, K. (1989). “Demarginalizing the Intersection of Race and Sex: A Black Feminist Critique of Antidiscrimination Doctrine”, University of Chicago Legal Forum, 1: 139-168. Διαθέσιμο στο: https://chicagounbound.uchicago.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1052&context=uclf.
  • Dhaenens, F. (2013). “Teenage Queerness: Negotiating Heteronormativity in the Representation of Gay Teenagers in Glee”, Journal of Youth Studies, 16 (3): 304-317.
  • Doty, A. (1993). Making Things Perfectly Queer: Interpreting Mass Culture. Μινεάπολη & Λονδίνο: University of Minnesota Press.
  • Edelman, L. (2004). No Future: Queer Theory and the Death Drive. Ντάραμ: Duke University Press.
  • Fetterley, J. (1978). The Resisting Reader: A Feminist Approach to American Fiction. Μπλούμινγκτον: Indiana University Press.
  • Foucault, M. (2012). Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα (μτφρ. Τ. Μπέτζελος). Αθήνα: Πλέθρον.
  • Foucault, M. (1986). “Of Other Spaces: Utopias and Heterotopias” (μτφρ. J. Miskowiec), Diacritics, 16 (1): 22–27.
  • Freeman, E. (2010). Time Binds: Queer Temporalities, Queer Histories. Ντάραμ: Duke University Press.
  • Gross, L. (2001). Up from Invisibility: Lesbians, Gay Men, and the Media in America. Νέα Υόρκη: Columbia University Press.
  • Gutsell, R. (2020). “Close Reading, Queer Feelings”, Oxford TORCH. Διαθέσιμο στο: https://www.english.ox.ac.uk/close-reading-queer-feelings.
  • Halberstam, J. (2011). The Queer Art of Failure. Ντάραμ & Λονδίνο: Duke University Press.
  • Hall, S. (2005). “Notes on Deconstructing ‘The Popular’”. Στο: R. Guins & O. Z. Cruz (επιμ.). Popular Culture: A Reader (64-71). Λονδίνο: Sage.
  • Ιακωβίδου, Σ. (2020). INTERESSE: Θέματα και ερμηνευτικές προσεγγίσεις στη νεοελληνική λογοτεχνία. Αθήνα: Gutenberg.
  • Iser, W. (1978). The Act of Reading: A Theory of Aesthetic Response. Βαλτιμόρη: The John Hopkins University.
  • Ιωάννου, Γ. (1964). Για ένα φιλότιμο. Αθήνα: Κέδρος.
  • Ιωάννου, Γ. (1971). Η σαρκοφάγος. Αθήνα: Κέδρος.
  • Ιωάννου, Γ. (1974). Η μόνη κληρονομιά. Αθήνα: Κέδρος.
  • Johnson, P. (2006). “Unravelling Foucault’s ‘Different Spaces’”, History of Human Sciences, 19 (1): 75-90.
  • Κακολύρης, Γ. (2020). «Το φύλο ως επιτέλεση». Στο: Ε. Παπάνης & Α. Μπούνα (επιμ.). Διαστάσεις της aρρενωπότητας (124-140). Αθήνα: Ηδυέπεια.
  • Καφάογλου, Η. (2022). «Ένας “θηρευτής της ασφάλτου”», Χάρτης, 41, 2022. Διαθέσιμο στο: https://www.hartismag.gr/hartis-41/afierwma/ghiwrghos-ioannoi-enas-thireitis-tis-asfaltoi.
  • Knutson, M. (2018). “Backtrack, Pause, Rewind, Reset: Queering Chrononormativity in Gaming”, Game Studies, 18 (3). Διαθέσιμο στο: http://gamestudies.org/1803/articles/knutson.
  • Κοτζιάς, Α. (1982). Μεταπολεμικοί πεζογράφοι: Κριτικά κείμενα. Αθήνα: Κέδρος.
  • Κρούπη-Κολωνά, Ε. (2005). Ο Γιώργος Ιωάννου και τα πεζογραφήματά του. Αθήνα: Γρηγόρη.
  • Κρούπη-Κολώνα, Ε. (1992). Ο έρωτας και ο θάνατος στη λογοτεχνία του Γιώργου Ιωάννου. Αθήνα: Κέδρος.
  • Κυριακός, Κ. (2019). Ελληνική τηλεόραση και ομοερωτισμός: Οι σειρές μυθοπλασίας (1975-2019). Αθήνα: Αιγόκερως.
  • Κυριακός, Κ. (2017). Επιθυμίες και πολιτική: Η κουήρ ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Αθήνα: Αιγόκερως.
  • Κωτόπουλος, Η. Τ. (2014). Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων: Ο ρόλος και οι λειτουργίες της λογοτεχνικής πόλης. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.
  • Millett, K. (2000). Sexual Politics [1970]. Ουρμπάνα: University of Illinois Press.
  • Μανουσάκη, Ε. Α. (2019). Επιτελεστικότητα φύλου και επισφάλεια στη σύγχρονη ελληνική αστυνομική λογοτεχνία: Μια συγκριτική ανάγνωση έργων του Μάρκαρη και του Αζαριάδη. Μεταπτυχιακή εργασία, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Διαθέσιμο στο: https://apothesis.eap.gr/handle/repo/41620.
  • Massaquoi, N. (2015). “Queer Theory and Intersectionality”. Στο: J. D. Wright (επιμ.). International Encyclopedia of the Social and Behavioral Sciences (765-660). Λονδίνο: Elsevier.
  • Μπουκόρου, Π. Α. & Μπουκόρου, Μ. (2010). Νεοελληνική λογοτεχνία Γ’ Λυκείου θεωρητικής κατεύθυνσης: Γιώργος Ιωάννου. Αθήνα: Σαββάλας.
  • Οταμπάσης, Χ. (2020). «Queer ποίηση τώρα – Η περίπτωση του Ευά Παπαδάκης», Ο Αναγνώστης, 13 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στο: https://www.oanagnostis.gr/queer-poiisi-tora-i-periptosi-toy-eya-papadakis-toy-chari-otampasi/.
  • Οταμπάσης, Χ. (2016). Ποιητικές α-ορατότητες: Το σώμα, το φύλο και η σεξουαλικότητα στην ποίηση των: Νίκου Στάγκου, Γιώργου Χρονά και Ανδρέα Αγγελάκη. Queer κριτική και θεωρία, Μεταπτυχιακή εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
  • Παναγιωτοπούλου, Α. (2020). Αναπαραστάσεις της ετερότητας στο δημόσιο χώρο της Αθήνας. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διαθέσιμο εδώ.
  • Παπανικολάου, Δ. (2014). «Σαν κι εμένα καμωμένοι»: Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας. Αθήνα: Πατάκης.
  • Παπανικολάου, Δ. (2010). «“Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν κι εσένα”: Ο Αλέξης Ζορμπάς και η ποιητική της ομοκοινωνικότητας». Στο: Σ. Φιλιππίδης (επιμ.). Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα (435-475). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
  • Παπανικολάου, Δ. (2009). «Δέκα χρόνια κομμάτια: Τα ρέστα, ο Ταχτσής και η εποχή τους». Στο: Κ. Ταχτσής, Τα ρέστα. Αθήνα: Γαβριηλίδης.
  • Πατερίδου, Γ. (2010). «Η επιθυμία του λαϊκού: Η περίπτωση του Γιώργου Ιωάννου». Ουτοπία, 90: 161-171.
  • Πισσαλίδης, Β. (2003). Διαπολιτισμικότητα και λογοτεχνία: Διαπολιτισμικές σχέσεις – λογοτεχνικές συγκρίσεις. Ανικούλα: Θεσσαλονίκη.
  • Ποιμενίδης, Γ. (2017). Όψεις της αναπαράστασης της ομοφυλόφιλης επιθυμίας στο έργο του Γιώργου Ιωάννου. Μεταπτυχιακή εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διαθέσιμο στο: https://ikee.lib.auth.gr/record/288741?ln=el.
  • Psaras, M. (2016). The Queer Greek Weird Wave: Ethics, Politics and the Crisis of Meaning. Λονδίνο: Palgrave Macmillan.
  • Pullen, C. (2018). “Queer Gender Performance and Media in School: Dissident Reading, Bullying and the Word ‘Gay’”, Queer Studies in Media & Popular Culture, 3 (3): 363-380.
  • Ρούσσου, Β. (2022). «Queer λογοτεχνία – προτάσεις ανάγνωσης και απορίες “είδους”», Ο Αναγνώστης, 13 Φεβρουαρίου. Διαθέσιμο στο: https://www.oanagnostis.gr/queer-logotechnia-protaseis-anagnosis-kai-apories-eidoys-tis-varvaras-royssoy/.
  • Ρούσσου, Β. (2011). «Η ταυτότητα της λεσβίας: Από την Ερωμένη της στην Κατίνα Μελά μέσω της Θαλασσίας ύλης και της Olga Broumas». Στο: Κωνσταντίνος Α. Δημάδης (επιμ.). Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα): Δ΄ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010: Πρακτικά, τ. Α΄(381-395). Αθήνα: Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών. Διαθέσιμο στο: https://www.eens.org/EENS_congresses/2010/Roussou_Barbara.pdf.
  • Robinson, C. (2001). “Yorgos Ioannou: Fragmentation in Life and Art”, Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, 9: 83-100.
  • Rosenberg, T. (2002). Queerfeministisk agenda. Στοκχόλμη: Atlas.
  • Ryan, C. L. & Hermann-Wilmarth, J. M. (2013). “Already on the Shelf: Queer Readings of Award-Winning Children’s Literature”, Journal of Literacy Research, 45 (2): 142-172.
  • Sedgwick, E. K. (1985). Between Men: English Literature and Male Homosocial Desire. Νέα Υόρκη: Columbia University Press.
  • Stockton, W. (2022). An Introduction to Queer Literary Studies Reading Queerly. Λονδίνο: Routledge.
  • Stockton, K. B. (2009). The Queer Child, or Growing Sideways in the Twentieth Century. Ντάραμ: Duke University Press.
  • Suwa, A. (2022). “Heterotopic Potential of Darkness: Exploration and Experimentation of Queer Space in Sarah Waters’s Neo-Victorian Trilogy”, Humanities, 11 (5): 1-11.
  • Στεφανοπούλου, Ε. (2020). Έμφυλες ταυτότητες στην πεζογραφία της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς: Η περίπτωση των Κώστα Ταχτσή, Γιώργου Ιωάννου, Μένη Κουμανταρέα. Μεταπτυχιακή εργασία, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο & Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διαθέσιμο εδώ.
  • Χουζούρη, Ε. (2005). Γιώργος Ιωάννου: Σαν σπόρος αγκαθιού. Αθήνα: Ηλέκτρα.
  • Χουζούρη, Ε. (1995). Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου: Περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο. Αθήνα: Πατάκης.
  • Warner, M. (1993) (επιμ.). Fear of a Queer Planet: Queer Politics and Social Theory. Λονδίνο: University of Minnesota Press.
  • Zimbone, A. (2008). Ρεαλιστική παράσταση και ποιητική ενόραση στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου. Αθήνα: Γαβριηλίδης.

[1] Η παρούσα έρευνα αντλεί υλικό από τη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία που ολοκλήρωσα στα πλαίσια φοίτησής μου στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών της Σχολής Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης «Δημιουργική Γραφή»). Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Τριαντάφυλλο Η. Κωτόπουλο, διότι τόσο η ακαδημαϊκή του ενασχόληση με το έργο του Γ. Ιωάννου όσο και η επιστημονική καθοδήγηση που μου προσέφερε από τη θέση του επιβλέποντα καθηγητή, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση της μεταπτυχιακής εργασίας. Ευχαριστώ επίσης την δρ. Γιώτα Τεμπρίδου για τη σχολαστική της ματιά και τα εποικοδομητικά σχόλια.

[2] Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιωάννου είχε εξαρχής χαρακτηρίσει τη γραφή του βιωματική και όχι αυτοβιογραφική.

[3] Παρότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης της θεωρητικής «κληρονομιάς» που άφησε η φεμινιστική θεωρία στην κουήρ θεωρία θα ξεπερνούσε κατά πολύ τους σκοπούς της παρούσας εργασίας, στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ συνοπτικά στις βασικές ομοιότητες και διαφορές των φεμινιστικών και κουήρ αναγνώσεων. Ξεκινώντας από τις κλασικές φεμινιστικές μεθόδους ανάγνωσης της λογοτεχνίας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αυτές επικεντρώθηκαν στην αντανάγνωση (counter reading) κειμένων που γράφτηκαν από άντρες δημιουργούς με σκοπό να ξεσκεπάσουν τον εγγενή σεξισμό των εν λόγω κειμένων. Από την άλλη πλευρά, οι κουήρ αναγνώσεις, ενώ ακολουθούν μια παρόμοια αποδομιστική λογική, ασχολούνται κυρίως με τη σύνθετη έννοια της ετεροκανονικότητας, αμφισβητώντας την κοινωνικά επιβαλλόμενη δυαδικότητα του φύλου, καθώς και την πίστη στην ιδέα πως η ετεροφυλοφιλία είναι ο μοναδικός φυσιολογικός και αποδεκτός σεξουαλικός προσανατολισμός. Για μια αναλυτικότερη εισαγωγή στην έννοια της ετεροκανονικότητας, βλ. Warner (1993).

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή