Μαρία Τοπάλη

Αλαζονικός ανιστόρητος εφησυχασμός σε «ελώδη στεκάμενα νερά»: ο Σεφέρης και το Kassandra-project

Δεν μου αρέσει ούτε να ηθικολογώ, ούτε να καταστροφολογώ, ούτε να προφητεύω. Γνωρίζω ότι αποδίδεται συχνά στους ποιητές ρόλος προφήτη, ρόλος πατέρα του έθνους και τα συναφή. Άλλοτε οι ποιητές πασχίζουν οι ίδιοι να τους αποδοθεί ένας τέτοιος ρόλος, άλλοτε απλώς το αφήνουν να συμβεί, και το αποδέχονται. Και στις ποιήτριες αποδίδονται, μεταπολεμικά, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, παρόμοιοι ρόλοι, ιδίως από κινήματα και συλλογικότητες. Δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε αυτή η πρακτική. Ό,τι έχουμε να πούμε, το λέμε με το έργο μας. Όταν ο Σεφέρης γράφει «τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει» (Μυθιστόρημα, Κ΄) υποβάλλει, ασφαλώς, με μπόλικο πάθος, την ιδέα να εξαντλήσει, επιτέλους, κάποιος, την αισχύλεια θάλασσα, τον σκοτεινό κύκλο του μίσους και της αιματοχυσίας. Αλλά ως εκεί.

Συμμερίζομαι τη δυσθυμία του όταν καλείται, εντέλει, να τοποθετηθεί εναντίον της Χούντας των συνταγματαρχών. Υπερβαίνει ωστόσο τον εαυτό του, και το πράττει. Δεν είναι, εν προκειμένω, ποιητής-προφήτης, αλλά είναι ποιητής-πολίτης. Πριν αντιγράψω εδώ τη δήλωσή του, χρειάστηκε, καθισμένη μπροστά στην οθόνη και το πληκτρολόγιο, να διαπιστώσω ότι η δήλωση αυτή δεν φαίνεται, σε πρώτη ματιά τουλάχιστον, να βρίσκεται ψηφιοποιημένη σε καμία επίσημη ή/και αρχειακή πηγή. Χρειάστηκε να την «τραβήξω» αρχικά από ένα δημοσιογραφικό site και όχι, π.χ., από τη Βουλή των Ελλήνων ή από τον δικτυακό τόπο κάποιου αντίστοιχου θεσμού. Εντέλει, την βρήκα με ανακούφιση στο ΕΚΠΑ (). Πάντως θα ήταν ωραία ιδέα όταν ανοίγει κανείς την ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων, να την διαβάζει ως προμετωπίδα της δημοκρατίας μας. Η δήλωση, λοιπόν, όπως δόθηκε ηχογραφημένη στο BBC τον Μάρτιο του 1969, έχει ως εξής:

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὥς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὥς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πὼς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι’ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

Θα επισημάνω μερικά αποσπάσματα-κλειδιά για αυτό που με απασχολεί, ώστε να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του Φρέατος. Τα απαριθμώ:

«…μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο»

«…κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά»

«Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου.»

Ξεκινώ ανάποδα, από το τρίτο σημείο, και ανεβαίνω: ο ποιητής-πολίτης παραμένει, κατά βάση, ο ποιητής με τις εμμονές του. Και μια από τις εμμονές του Σεφέρη είναι ο Αισχύλος, όπως στον διάσημο στίχο για την εξάντληση της θάλασσας, που προανέφερα. Όταν η Αλ-Κάιντα χτυπά τους Δίδυμους Πύργους το 2001, όταν ξεκινά ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003, όταν ο Πούτιν εισβάλλει στην Ουκρανία το 2022, όταν η Χαμάς διαπράττει το τρομοκρατικό έγκλημα του Οκτωβρίου 2024, όταν ο Νετανιάχου ισοπεδώνει τη Γάζα, όταν ο Τραμπ επιτίθεται στο Ιράν, τότε ο Αισχύλος «κερδίζει». Η θάλασσα του αίματος και του μίσους αποδεικνύεται ισχυρότερη από την έκκληση του σεφερικού στίχου. Κι ακόμα, για να έρθω στο δεύτερο σημείο: ο δυτικός κόσμος, μέσα στον οποίο ανατραφήκαμε, και στο όνομα του οποίου μάθαμε να μιλάμε, έχει προηγουμένως ελεγχθεί και ευρεθεί σε «κατάσταση […] νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά». Διότι ποιος δεν θυμάται την ανιστόρητη αμεριμνησία, που επικράτησε μετά την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 1989; Η δεκαετία του ʼ90 δεν αποδείχτηκε, εντέλει, μια βύθιση σε «ελώδη, στεκούμενα νερά»;

Αντί να χαλυβδώσει και να βαθύνει τις κατακτήσεις, που με τόση φρίκη και οδύνη πληρώθηκαν σε δυο Παγκόσμιους Πολέμους, ο Δυτικός Κόσμος βιάστηκε τότε με μια βουλιμική αλαζονεία και μια καταναλωτική ελαφρότητα να δώσει τα κλειδιά της δημοκρατίας στην αγορά. Η απάντηση δίνεται ήδη στην Κίνα: αγορά φευ, αλλά χωρίς δημοκρατία. Και, πλέον, στη Δύση, η δημοκρατία, αφημένη χρόνια στον αυτόματο πιλότο, κλυδωνίζεται για τα καλά, απειλούμενη εκ των έσω. Στις ΗΠΑ, π.χ., για να έρθω και στο πρώτο, πλέον, σεφερικό σημείο, «ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο».

Προσπάθησα να δείξω ως εδώ πολύ συνοπτικά ότι τα λόγια του Σεφέρη – που η χώρα του, η Ελλάδα, δεν στέκεται ακόμη άξια να τα διαφυλάξει και να τα τιμήσει όπως τους αξίζει – παραμένουν, δυστυχώς, επίκαιρα και μάλιστα απέναντι σε κινδύνους απείρως μεγαλύτερους από εκείνους που εγκυμονούσε το καθεστώς της ελληνικής Χούντας, εναντίον της οποίας διατυπώθηκαν. Που πάει να πει: δεν σταθήκαμε, ως πολιτισμός, αλλά και ειδικά ως γενιά, στο ύψος των περιστάσεων. Δεν τιμήσαμε την ιστορική μνήμη, δεν εφαρμόσαμε τα διδάγματά της, δεν φροντίσαμε να ανακόψουμε τον κύκλο του αίματος ούτε καν στο λίκνο της ευρωπαϊκής πατρίδας μας.

Αν πρέπει, για να ανταποκριθώ στην υπόθεση εργασίας του Φρέατος να ονομάσω το «αμάρτημα», τότε θα διαλέξω, δανειζόμενη μια σεφερική λέξη, τη νάρκη. Κι αν πρέπει να τη μεταγράψω για να γίνει κατανοητή, θα την πω, με δικά μου λόγια, «αλαζονικό ανιστόρητο εφησυχασμό». Και επειδή ως πολίτης μιλώ εδώ, ως όχι προφήτης, πολιτικά θα απονείμω και την ευθύνη: όχι συλλογικά. Η συλλογική ευθύνη είναι μια εύκολη υπεκφυγή. Φταίνε όλοι – για να μη φταίει στο τέλος κανένας. Οι ευθύνες όμως βαρύνουν πάντοτε – και ευτυχώς – ασύμμετρα αυτές/ούς που αποφασίζουν, που ασκούν εξουσία, και, αναλογικά και κατά ομόκεντρους κύκλους, όσες και όσους βρίσκονται κοντά σε αυτές και σε αυτούς.

Τη μοιραία, όπως σήμερα αποδεικνύεται, δεκαετία του ʼ90, δεν βυθιστήκαμε απλώς σε νάρκη αλλά σε μια κανονική μέθη ευμάρειας, καταναλωτισμού, ανευθυνότητας. Κι όταν άρχισαν τα χτυπήματα, τα αποκρυπτογραφήσαμε εσφαλμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο εφησυχασμός και το –γερμανικό ιδίως – γύρισμα πλευρού, απέναντι στην εισβολή του Πούτιν στην Κριμαία το 2014. Άκυρες οι καλές σπουδές και τα σπουδαία γράμματα και ο πλούτος και η γνώση και ο πολιτισμός των δυτικών ελίτ, αφού οδηγηθήκαμε, εντέλει, στη σημερινή κατάσταση. Όλα μοιάζει να δούλεψαν μόνο για να ταΐσουνε τη νάρκη. Αν θέλουμε κινηματογραφικής υφής παραδείγματα, ας αναλογιστούμε μόνο τον ξεπεσμό της βρετανικής ελίτ, των πανεπιστημίων που η γενιά μου είχε μάθει να θεωρεί κάτι σαν ναούς του πνεύματος: απόφοιτοι αυτών των πανεπιστημίων συνέπραξαν με τον ολίγιστο Μπους στον Πόλεμο του Ιράκ. Αργότερα, πάλι απόφοιτοι αυτών των πανεπιστημίων έδεσαν γύρω στον λαιμό της χώρας τους τη θηλιά του Brexit. Και τι να πει κανείς για το σκοινί στο μεγάλο σπίτι του ευρωπαίου κρεμασμένου, τη Γερμανία…

Σε ένα σημείο μονάχα θα έπεφτε σήμερα έξω ο Σεφέρης: στη δήλωσή του έκανε λόγο για κατάσταση «υποχρεωτικής» νάρκης, επιβεβλημένης, με άλλα λόγια, από τη βία του χουντικού καθεστώτος. Εμείς, δεν έχουμε καν αυτό το ελαφρυντικό. Το σκουλήκι τρώει τη δική μας δημοκρατία από μέσα· η νάρκη δεν μας επιβλήθηκε. Μας συνέβη, και πήρε μάλιστα διαστάσεις μέθης, σε συνθήκες ελεύθερης επιλογής. Η πλημμελής φροντίδα της Ευρωπαϊκής Ιδέας, της μόνης αποτελεσματικής άμυνας απέναντι στη λαίλαπα της βίας και του αίματος, είναι ο καλύτερος μάρτυρας της αδυναμίας μας να ενηλικιωθούμε και να δράσουμε στο ύψος των περιστάσεων, που μας κληροδοτήθηκαν.

Δεν ξέρω πώς αυτό μπορεί να αλλάξει. Ένα από τα χαρακτηριστικά του ματωμένου αισχύλειου διαδρόμου, είναι η ματαιωμένη φωνή της Κασσάνδρας. Όμως, κανείς δεν σταματά να μάχεται, όσο ζει. Αν μπορούσα, θα λανσάριζα ένα ευρωπαϊκό Kassandra-project, στα βήματα του Σεφέρη. Θα τοποθετούσα γιγάντια ξυπνητήρια ευρωπαϊκής αφύπνισης παντού. Θα έβαζα ζωντανούς ανθρώπους, όχι ψηφιακούς, να διαβάζουν αποσπάσματα από την Ιστορία στα μέσα μαζικής μεταφοράς· συσσίτια με πικρό καφέ στις πλατείες, να ξεμεθύσει ο κόσμος από τη νάρκη του εφησυχασμού. Θα φρόντιζα – αν μιλάμε για την Ελλάδα – όλα τα λύκεια της χώρας να έχουν δει την παλιά παράσταση της Κοκκίνου με τον Θουκυδίδη. Το ξέρω πως ακούγονται αστεία όλα αυτά και «θεατρικά», όπως θα έλεγε ο Καβάφης. Ίσως πάντως ένα πρώτο βήμα να είναι απλώς η αυτοκριτική: δεν είμαστε άξιοι κληρονόμοι. Ίσως θα βοηθούσε να ξεκινούσαμε από εκεί. Να παραδεχτούμε ότι δεν τα πήγαμε καλά. Όχι αυτομαστίγωμα: απλή παραδοχή, και ανάληψη της ευθύνης, που μας αναλογεί. Επικουρικά, ας διαβάζουμε περισσότερο τον Σεφέρη. Όχι «λορεντζατικά», όχι αποσπασματικά, όχι μυστικιστικά, όχι εθνικά. Ας τον διαβάζουμε ανθρώπινα, ουσιαστικά και σε βάθος, όπως ταιριάζει σε ένα ευφυώς οργανωμένο και απολύτως συμπαγές ποιητικό σύμπαν, όπως το δικό του.

Κύλιση στην κορυφή