Στέφανος Δημητρίου

Οι δύο πυξίδες

I.

Η διάχυτη ανασφάλεια στο πεδίο των νέων διακινδυνεύσεων, η αδυναμία κατανόησης και διαχείρισης των νέων απειλών –πραγματικών ή μη– υπονομεύουν τη δυνατότητα πολιτικής πλοήγησης στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον. Η πρόθεση των ΗΠΑ να καταστούν νέα παγκόσμια δύναμη, χωρίς σχέδιο συνεργασιών με την Ευρώπη και τους διεθνείς οργανισμούς, η οποία θα ηγεμονεύσει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από κοινού με την πολιτική και στρατηγική αδυναμία που εμφανίζει η Ευρώπη, αναδεικνύει τη νέα πραγματικότητα ως αναδιάρθρωση όλων των μεταπολεμικών γεωστρατηγικών κεκτημένων, αλλά και των αξιακών παραδοχών. Με το τελευταίο εννοώ την ευθεία απόρριψη –και όχι απλώς αμφισβήτηση ούτε απαξίωση– της δυτικής δημοκρατίας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του αντίστοιχου πεδίου ισορροπιών, πλουραλισμού και συνύπαρξης.

Η απόρριψη δεν προέρχεται μόνο από τις νέες αυταρχικές κυβερνήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε μόνο από την Κίνα. Είναι, όπως γνωρίζουμε, εκ μέρους της Ρωσίας, έτσι όπως αυτή η απόρριψη εκδηλώθηκε και ως ευθεία απειλή με την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά και εκ μέρους των ΗΠΑ, δηλαδή της χώρας που το Σύνταγμά της αποτελεί επιτομή του πολιτικού φιλελευθερισμού. Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να έχει στοιχεία που φαίνονται ότι συχνά είναι εκτός προβλεπόμενης λογικής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι μέρος ενός συγκεκριμένου –και από ό, τι φαίνεται συνεχώς αναδιαμορφούμενου– σχεδίου, το οποίο αναμορφώνει και τους όρους, αλλά και το καθεστώς, της παγκόσμιας κυριαρχίας. Αυτό, μαζί με το ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν άρχει ως πολιτικός αλλά ως επιχειρηματίας, αντιλαμβανόμενος την πολιτική διοίκηση ως κάτι ανάλογο με τις εμπορικές διαπραγματεύσεις και τις αντίστοιχες επιχειρηματικές συμφωνίες, καθιστά ακόμη πιο δυσχερή την κατανόηση των πραγμάτων που αλλάζουν ραγδαία, με τρόπο που οδηγεί σε αίσθημα έντονης υπαρξιακής ανασφάλειας.

Έτσι παρατηρούμε το ακόλουθο παράδοξο: ενώ σε τέτοιες συνθήκες η πολιτική θα έπρεπε να είναι το μέσο της διερεύνησης και αναζήτησης εξηγητικών υποθέσεων, περί το γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει, οι οποίες να πληρούν προϋποθέσεις έλλογης αναγνώρισης και αποδοχής, συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή η πολιτική, ως δημόσιος διάλογος, αλλά και ως ανταγωνισμός με όρους ισχύος στο πεδίο του πολιτικού πλουραλισμού, περισσεύει και έτσι ενισχύονται οι παροξυσμοί και οι συνωμοσιολογικές και άλλες εξηγήσεις. Ωστόσο, το παράδοξο δεν είναι και τόσο παράδοξο. Με άλλα λόγια, η προρρηθείσα υπαρξιακή ανασφάλεια σχεδόν ποτέ δεν οδηγεί στην ψύχραιμη και πιο έλλογη κατανόηση των πραγμάτων. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την υποτίμηση των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών και των δικαιοκρατικών αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, την απαξίωση του δημοσίου συμφέροντος και την ανεξέλεγκτη κυνική και βίαιη συμπεριφορά, σε ό,τι κάποτε ονομαζόταν «δημόσια σφαίρα», επιβάλλουν την ανάγκη κατανόησης και εξήγησης του ίδιου του ανορθολογισμού, αντί του αναθεματισμού του.

Η νέα πραγματικότητα, όμως, έτσι όπως βαθμηδόν –και συχνά με άγριο τρόπο– διαμορφώνεται, περιέχει στοιχεία που, σε έναν βαθμό (σίγουρα όχι στον υπερθετικό) εξηγούν αυτή τη δυσχέρεια κατανόησης, καθώς και την υπαρξιακή ανασφάλεια, που, τις περισσότερες φορές, εκδηλώνεται ως απαισιοδοξία και ανησυχία για το «αύριο». Πλέον, δηλαδή, δεν υπάρχουν οι ιδεολογικές περιγραφές του μέλλοντος, οι οποίες, είτε αδρομερώς είτε, πολύ συχνά, και με λεπτομερέστερο τρόπο, περιέγραφαν το γιατί και πώς θα υπάρξει ένα «καλύτερο αύριο». Σήμερα οι μεγάλες ιδεολογίες του αιώνα που πέρασε, οι οποίες αποτέλεσαν άξονες της αποτίμησης του ευρωπαϊκού –και συχνά παγκόσμιου– παρελθόντος, διαπίστωσης των αντινομιών του παρόντος και υποσχέσεων –ή έστω καλλιέργειας προσδοκιών– για το μέλλον, δηλαδή η κομμουνιστική και η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά, δεν υφίστανται, στη μορφή τουλάχιστον που τις γνωρίσαμε. Σε ό, τι αφορά τη σοσιαλδημοκρατία, η μετάβαση στην παγκοσμιοποίηση και το ιστορικό πέρας της βιομηχανικής οικονομίας, καθώς και ο περιορισμός της ισχύος του εθνικού κράτους, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την υποχώρησή της. Ως προς την κομμουνιστική ιδέα και τους κομματικούς φορείς της, η μετασοβιετική πραγματικότητα είναι ισχυρή εξήγηση για την παρούσα κατάσταση. Αυτό που δεν εξηγείται είναι το γιατί αυτός ο χώρος δεν προβληματίστηκε αρκετά, ως προς τα κράτη της επιρροής του σοβιετικού συνασπισμού, σε σχέση με το γιατί τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και τα άλλα ιδεολογικώς όμαιμα κράτη, δεν μεταρρυθμίστηκαν, αντί να καταρρεύσουν. Η απουσία όμως ενός τέτοιου απορητικού, αναστοχαστικού προβληματισμού εξηγεί και την ενατένιση του μέλλοντος μέσα από τη νοσταλγία και την διακηρυκτική αναβίωση του παρελθόντος.

Η παρούσα κατάσταση, όμως, διαμορφώνεται διαφορετικά και δεν προοιωνίζεται τα καλύτερα. Ο χώρος της πολιτικής των κρατών διαμορφωνόταν πάντοτε σε αναφορά προς κάποιους κανόνες, εν επιγνώσει, όμως, του ότι η ισχύς αποτελούσε τον άρρητο και αυστηρό κανόνα διαμόρφωσης μιας πολιτικής και αντίστοιχης συμμόρφωσης σε αυτήν. Αλλά αυτή η ισχύς δεν ήταν αυτό που θα μπορούσε να επικαλεστεί μια χώρα ή ένας συνασπισμός. Μπορεί το διεθνές δίκαιο συχνά να έμοιαζε –ή να το κάνουν να φαίνεται– σαν ευχή προς εκπλήρωση, που η ισχύς των κρατών την καθιστούσε ανεκπλήρωτη προσδοκία, αλλά επίσης καθόριζε ένα μέτρο κοινής ευθύνης και έναν αντίστοιχο πολιτισμό. Χωρίς το διεθνές δίκαιο, ο κόσμος των διεθνών σχέσεων έχει χαρακτηριστικά προσομοιάζοντα στην ιδέα της «φυσικής κατάστασης» του χομπσιανού «Λεβιάθαν». Αυτό συνεπάγεται, όχι μόνο επίταση των συγκρούσεων, αλλά και εξασφάλιση συναινέσεων, οι οποίες όμως θα είναι απότοκες της ακαταγώνιστης ισχύος, για όσο αυτή παραμένει τέτοια.

Η ιδεολογία του νέου Αμερικανού προέδρου θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μια τέτοια περιγραφή. Δεν δημιουργεί τις συναινέσεις, στηριζόμενος και στην ισχύ της χώρας του, αλλά τις προκαλεί επιβάλλοντάς τες διά της επικλήσεως των συνεπειών που θα μπορούσε να επιφέρει η άσκηση αυτής της ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο, η ισχύς καθίσταται θεμέλιο μιας τέτοιας πολιτικής. Καθίσταται η ίδια συνθήκη νομιμοποίησης της διακυβέρνησης, εγχώριας και διεθνούς. Μια τέτοια «συνθήκη νομιμοποίησης» στηρίζεται στην επίκληση – ή έστω την υπόμνηση – της βίας που μπορεί να προκληθεί από την άσκηση ισχύος. Έτσι, η χώρα, το Σύνταγμα της οποίας αποτελεί επιτομή του πολιτικού φιλελευθερισμού (σκόπιμη η εμφατική επανάληψη), μετατρέπεται σε αυταρχικό καθεστώς. Όλα τα παραπάνω, στον βαθμό που κάποιος θα τα αποδεχόταν ως ορθές κρίσεις, μας οδηγούν στο να αναρωτηθούμε τι κάνουμε –άρα τι είμαστε και τι νομίζουμε ότι θα γίνουμε– εμείς εδώ. Ποιοι «εμείς», όμως, και πού ακριβώς αναγνωρίζουμε την έδρα αυτού του «εδώ»;

Η συνθήκη του αυτοπροσδιορισμού γίνεται τώρα πιο συγκεκριμένη: εμείς, οι δημοκρατικοί πολίτες της πολιτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, εδώ, στην Ευρώπη του δημοκρατικού συνταγματικού κράτους δικαίου. Έτσι ορίζουμε ένα κοινό πεδίο αμοιβαίας αναγνώρισης και δυνητικής συνεννόησης. Μπορεί να καταστεί και πεδίο κοινής δράσης; Σαφώς και μπορεί, αλλά αυτό δεν φαίνεται ότι είναι αρκετό, ώστε να συμβεί κιόλας. Η ζητούμενη –και σαφώς αναγκαία– κοινή δράση θα πρέπει να κατατείνει στην ευρωπαϊκή σύγκλιση, με πυξίδα πολιτικού ορθολογισμού την ενοποίηση, ώστε η Ευρώπη να αποφύγει την πιθανή διαλυτική αποσύνθεση. Εάν συμβεί το δεύτερο, η Ευρώπη θα έχει χάσει τη δημοκρατική και πολιτικά φιλελεύθερη ταυτότητά της. Εάν αναγνωρίσουμε ως πραγματικό δίλημμα αυτήν τη διάζευξη του «είτε αυτό είτε το αντίθετο», τότε η απάντηση θα πρέπει να είναι άμεση και να αποκρυσταλλώνεται στην πρακτική οργάνωση αυτής της κοινής δράσης, της διασωστικής δράσης, η οποία θα επιτρέψει στην Ευρώπη αρχικώς να διασωθεί από αυτόν τον απειλητικό, υπαρξιακό κίνδυνο και αφετέρου να υπάρξει ως κοινή πολιτική και αξιακή οντότητα για τους πολίτες της, αλλά και για τη διεθνή ισορροπία.

Ο υπαρξιακός κίνδυνος αναγνωρίζεται στην εικόνα των αποφασισμένων αντιπάλων της Ευρώπης. Τόσο ο Πούτιν όσο και ο Τραμπ επιχειρούν τη συνεχή ταπείνωση της Ευρώπης, ώστε αυτή διαρκώς να εκπίπτει στη συνείδηση των πολιτών της, να χάνει σε εκτίμηση και, άρα, και σε αναγνώριση. Η ταπείνωση της Ευρώπης από τους ηγήτορες του νέου αυταρχισμού είναι η καθοριστική κίνηση που οδηγεί στην περαιτέρω αποδυνάμωση της εικόνας της ως ισχυρής δύναμης που θα μπορούσε να υπερασπιστεί αποφασιστικά την αυτοτέλεια και της αξίες της. Αυτή η αποδυνάμωση συναρτάται ευθέως και με την ηθική απαξίωσή της στη συνείδηση των πολιτών, ώστε οι ίδιοι, έμφοβοι πλέον, να αναζητήσουν πολιτική στέγαση στους νεοαυταρχικούς «ιδιοκτήτες» κρατών, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες να υπάρξουν εκεί ως «ενοικιαστές», με περιορισμένα δικαιώματα αυτόνομης δράσης.

Τα παραπάνω αναγνωρίζονται και στην έξαρση του ανορθολογισμού στην Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας. Αυτός ο ανορθολογισμός συνδέεται με τη διαβρωτική επίδραση που ασκεί η αίσθηση του υπαρξιακού κινδύνου. Έτσι «κάνει ταμείο» και η ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά. Το ίδιο προσπαθεί και στη χώρα μας, αλλά ακόμη (!) δεν έχει εξεύρει επιτυχώς την κοινή πολιτική της έκφραση. Ο αποφασισμένος, συνειδητός αντιευρωπαϊσμός, σήμερα, δεν εκδηλώνεται ανοιχτά ως ακροδεξιά πολιτική, αλλά ως ριζοσπαστικός ανορθολογικός αντισυστημισμός, εξαπλούμενος στο πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του φανατισμού. Αυτός ο «αντισυστημισμός» γνωρίζει τι είναι αυτό που θα δείχνει ότι αναγνωρίζει –και το καταγγέλλει με εξαλλοσύνη– ως «σύστημα». Είναι το αξιακό σύστημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη», της ισονομίας και της εύνομης πολιτικής, της ισότητας του δημοκρατικού και φιλελεύθερου πολιτισμού και –για όσους αναγνωρίζουμε εαυτόν και στην παράδοση του δημοκρατικού σοσιαλισμού, προσδιορίζοντάς τον ως πολιτική δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη– και στην προοπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης, ώστε να έχει περιεχόμενο η ισοτιμία των πολιτών και η πιο εναρμονισμένη συνύπαρξη των ανθρώπων.

Όλα αυτά, όμως, είναι ευρωπαϊκά δημιουργήματα. Είναι ηθικοπολιτικά αγαθά, που ανεφύησαν στην αξιακά εύφορη γη του ευρωπαϊκού, δημοκρατικού και πολιτικά φιλελεύθερου ανθρωπισμού. Αυτόν απεχθάνονται και χλευάζουν και απειλούν οι νεοαυταρχικοί ηγήτορες. Όλα αυτά, όμως, δεν μπορούν παρά να καταλήγουν σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις ως προς το «διά ταύτα» και το «δέον γενέσθαι»: η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να κάνει τους πολίτες της να νιώσουν πιο ασφαλείς, να νιώσουν δηλαδή ότι δεν παραπαίουν, ότι δεν είναι έρμαια των εξελίξεων και πιθανοί αιχμάλωτοι της εξουσιαστικής βούλησης των ιδαλγών του αντιδημοκρατικού, αντιφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Συνεπώς, η Ευρώπη θα πρέπει να καταστεί πιο ισχυρή. Η ισχύς θα πρέπει να είναι διφυής, να έχει και ήπια και σκληρά χαρακτηριστικά. Θα πρέπει να πείθει ότι δεν είναι παρακολούθημα των εξελίξεων, αλλά σηματωρός, μια ασφαλής πυξίδα, για τον προσανατολισμό σε μία κοινή πορεία των κρατών και των πολιτών της. Μόνον έτσι, όταν εξασφαλίσει τη στρατηγική της αυτονομία θα την λαμβάνουν υπόψη όσοι αντιλαμβάνονται την ισχύ ως τον μοναδικό τρόπο αυτοβεβαίωσης.

Η αναζήτηση, όμως, των όρων, για την επίτευξη αυτής της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της κοινής πορείας προς την ενιαία ευρωπαϊκή, θεσμική συνοργάνωση, την πολιτική ενοποίηση –ή, έστω, τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική σύγκλιση– της Ευρώπης. Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, ως στοιχείο της στρατιωτικής της αυτάρκειας, είναι και η προϋπόθεση για την πολιτική της αυθυπαρξία. Αλλιώς, η αγκάλη του νεοαυταρχισμού θα παραμένει πάντα ανοιχτή και οι πολυσχιδείς μορφές του αντιδημοκρατικού λαϊκισμού θα ωθούν προς αυτόν τον πνιγηρό εναγκαλισμό. Επιθυμούν οι Ευρωπαίοι πολίτες ένα τέτοιο –κυριολεκτικά ολοκληρωτικό– αγκάλιασμα; Σε αυτό το ερώτημα δεν ξέρουμε αν μπορεί να απαντήσει –και με αυτοκριτικό, αναστοχαστικό προβληματισμό, καθώς και με εφαρμοστέες, αλλά και εφαρμόσιμες, προτάσεις– το σημερινό πολιτικό σύστημα.

Αυτό το πολιτικό σύστημα οι σύγχρονες εκδοχές του ολοκληρωτισμού θέλουν να το καταστήσουν χθεσινό και παρωχημένο, ώστε να αποτρέψουν τη θεσμική του μεταρρύθμιση. Προς τα εκεί δείχνει η πυξίδα του πολιτικού ανορθολογισμού, ο οποίος βαθμηδόν αναδεικνύεται σε πολύ ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα.

II.

Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, όμως, είναι έτοιμες για μία συνολική θεώρηση των προβλημάτων, υπό το φως, αλλά και το βάρος, του ερωτήματος, το οποίο αφορά την προοπτική του κοινού μας τόπου, δηλαδή της Ευρώπης; Το φαινόμενο της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης μεγάλων τμημάτων των ευρωπαϊκών χωρών συμπίπτει με τη δυσχέρεια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος ως προς το να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του, δηλαδή να σκεφτεί την ανάγκη θεσμικής ανανέωσής του. Το ίδιο, βεβαίως, και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό –λόγω εγγενών αδυναμιών και αντινομιών, που συνδέονται με την πελατειακή διάρθρωση αυτού του συστήματος, ιδίως ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και αυτοδιοίκησης, αλλά και με απολύτως αρνητικά φαινόμενα, ως προς τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας (παρόλο που η ελληνική δικαιοσύνη, πάρα πολλές φορές, στάθηκε στο ύψος του λειτουργήματός της), με κύριο πρόβλημα τη μη εκλογή, αλλά τον απευθείας διορισμό, των λειτουργών της– παρατηρείται και στη χώρα μας. Χωρίς την ακώλυτη λειτουργία του κράτους δικαίου, δεν είναι δυνατή η θεσμική ανανέωση του πολιτικού συστήματος. Η ευρισκόμενη, σήμερα, σε διαλυτική κρίση ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική Αριστερά (και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις προσχώρησης στην πολιτική του οικονομικού φιλελευθερισμού, οι οποίες, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνονται για αυτήν τη διαλυτική κρίση) έχει συμβάλει καθοριστικά στην οργάνωση των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών θεσμών. Η ίδια οφείλει, ανασυγκροτούμενη, να προχωρήσει στη συστηματική σύνθεση και επεξεργασία προγραμματικών αναλύσεων και θέσεων, οι οποίες θα αντικρούουν τον αντισυστημικό λόγο, παρόλο που αυτός κερδίζει, κινούμενος έξω από το πεδίο των επιχειρημάτων και εγκαθιστάμενος στην έδρα της καταγγελτικής φωνασκίας. Ο τηλεοπτικός, διαδικτυακός και, δυστυχώς πλέον, και ο κοινοβουλευτικός, κατά ένα μέρος του, λόγος το καταδεικνύουν και στη χώρα μας.

Αυτό το κενό θα πρέπει να το καλύψει, και στη χώρα μας, η μη βεβιασμένη, ιδεολογική – όχι άμεσα πολιτική και οργανωτική, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα – ανασύσταση μιας δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, που θα συνθέτει στοιχεία του δημοκρατικού ρεπουμπλικανικού πνεύματος του γενικού συμφέροντος και της πολιτικής αρετής, καθώς και της, όχι μόνο συλλογικής, αλλά και προσωπικής ηθικοπολιτικής ευθύνης για τα κοινά, με τα αναγκαία –όπως είναι ο αέρας για τους πνεύμονες– αξιακά στοιχεία του πολιτικού φιλελευθερισμού. Θα είναι δηλαδή μια δημοκρατική, πολιτικά φιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική Αριστερά, εμπνεόμενη αντιστοίχως από την ιδέα ενός ρεπουμπλικανικά δημοκρατικού και πολιτικά φιλελεύθερου σοσιαλισμού. Μια τέτοια ιδεολογική και πολιτική σύνθεση θα είναι σημαντική και για τη θεσμική ανανέωση της δημοκρατίας.

Αυτή, όμως, η θεσμική ανανέωση προαπαιτεί και τη δημιουργικότερη επανεπινόηση του πολιτικού λόγου, άρα προϋποθέτει και την απαλλαγή των πολιτικών κομμάτων από την εργαλειακή λειτουργία τους και τη γραφειοκρατική αναπαραγωγή των μηχανισμών τους, που είναι ενδεικτική της ιδεολογικής τους ραστώνης και της πολιτικής τους αποστέωσης. Πολύ συχνά ο πολιτικός και κοινοβουλευτικός λόγος των εκπροσώπων τους –ευτυχώς υπάρχουν πάντοτε ελπιδοφόρες εξαιρέσεις, στα περισσότερα κόμματα– είναι σε επίπεδο πρώτων τάξεων Γυμνασίου, εξού και η πλειοδοσία σε ό, τι αφορά την ηχηρή καταγγελτική ρητορεία και τη μεγαλαυχία, που καλύπτουν την απογοητευτική ρηχότητα. Τα παραπάνω πλήττουν ευθέως την ηθική υπόσταση του πολιτικού συστήματος και οδηγούν στη συνακόλουθη ηθική απαξίωσή του. Η τελευταία, όμως, εντείνεται κάθε φορά που το πολιτικό σύστημα αποτυγχάνει –ή έστω μετά δυσκολίας αντεπεξέρχεται– όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με πολυσχιδείς, δύσκολες κρίσεις.

Η γενική επάρκεια ενός πολιτικού συστήματος, εκ των πραγμάτων, θα συναρτάται και με την επάρκεια της διαχειριστικής του ικανότητας και αποτελεσματικότητας. Ως εκ τούτου, το πολιτικό μας σύστημα –ομοίως και των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών– θα κρίνεται εξεταζόμενο στις εξετάσεις που διαγιγνώσκουν τον βαθμό ανταπόκρισής του ως προς την επίλυση προβλημάτων και τη διαχείριση μικρών και μεγάλων (που πολύ συχνά οι πρώτες είναι δυσκολότερες και πιο σύνθετες από τις δεύτερες) κρίσεων, από αυτές που συνθέτουν τη δύσκολη καθημερινότητα των πολιτών. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε αυτές τις εξετάσεις φαίνεται ότι μετά βίας κρίνονται «προβιβάσιμες». Αυτή είναι και η ευκαιρία στην οποία προσβλέπει η Άκρα Δεξιά, ως πιο σκληρή έκφραση του δεξιού λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, με τον οποίο, πολύ συχνά, συνεκφωνεί αντιευρωπαϊκό λόγο απορριπτικής ρητορείας και μέρος ενός αλλοπρόσαλλου αριστερού ριζοσπαστισμού, στον οποίον πέφτει λίγη η πολιτική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η τελευταία είναι η δημοκρατία με κράτος δικαίου, αυτή δηλαδή που καλείται «φιλελεύθερη δημοκρατία». Είναι η πολιτική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που έχει ουσιαστική αξιακή δέσμευση με τον πολιτικό φιλελευθερισμό, άρα και με το σύνολο των δικαιοκρατικών αρχών, καθώς και των συναφών εγγυήσεων τις οποίες παρέχει το κράτος δικαίου. Και η υπεράσπισή της είναι το κρισιμότερο διακύβευμα σήμερα. Το ζητούμενό της είναι η εμβάθυνσή της προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, όχι ως ολοκληρωτικής υφής εξισωτισμού, αλλά ως πολιτικής κατεύθυνσης προς τον διαρκή περιορισμό των –συχνά απάνθρωπων– κοινωνικών ανισοτήτων. Προς αυτή την κατεύθυνση μας προσανατολίζει η πυξίδα του πολιτικού ορθολογισμού, ώστε να παραμείνει δυνατή η ισότιμη και εναρμονισμένη συνύπαρξη όλων μας, στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού, όπως τον εγγυάται ο δημοκρατικός και πολιτικά φιλελεύθερος, αξιακός πλουραλισμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Τα παραπάνω μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η κρίση της αντιπροσώπευσης είναι το κέντρο της κρίσης του πολιτικού συστήματος. Χωρίς την αντιμετώπισή της, η θεσμική μεταρρύθμισή του δεν είναι εφικτή. Και η κρίση της αντιπροσώπευσης είναι, κατά προφανή τρόπο, και κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μετατρέπεται, δηλαδή, και σε κρίση του πολιτεύματος, όπως καταφαίνεται και από τη διαρκώς αμφισβητούμενη νομιμοποίηση των πολιτικών θεσμών, σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, δηλαδή στη δυτική δημοκρατία. Τέτοια κρίση είναι πολύ δύσκολο να μην έχει ανάλογες εκδηλώσεις και συνέπειες και στο συνταγματικό κράτος δικαίου, αλλά και στη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. Η θεσμική ανανέωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή η αντιμετώπιση του πλέον κρίσιμου διακυβεύματος σήμερα στην Ευρώπη, καθώς και στη χώρα μας, που είναι η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά και η σύνδεσή της με την αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, είναι και προϋπόθεση ώστε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία να επιτελέσει το έργο της. Και ποιο είναι αυτό; Είναι το να φανεί επαρκής, όπως πράγματι μπορεί, ως προς το να συνθέσει πληρέστερη πολιτική για την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, της κλιματικής κρίσης, για όλο το εύρος των ζητημάτων της κοινωνικής πολιτικής, αλλά και για τα ζητήματα της πολιτικής που αφορούν την εκπαίδευση και ως προς τον συγχρονισμό της τελευταίας με τις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και ως προς την επανασύνδεσή της με την παράδοση των ανθρωπιστικών γραμμάτων, της κλασικής παιδείας και της άντλησης γνωσιολογικών και ηθικοπολιτικών πόρων από τον αξιακό πλούτο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος παραμένει διαρκώς αθησαύριστη κληρονομιά για τον πολιτισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του θεσμικού πυρήνα τους. Αυτή είναι μια πολιτική θεσμών. Αλλά και η ζωή μας, η καθημερινή, προσωπική μας ζωή, ιδίως ως προς τη συνύφανσή της με τον δημόσιο χώρο του πολιτικού βίου, με τους θεσμούς συνδέεται. Είμαστε όλοι μέτοχοι του θεσμικού γεγονότος, άρα και μέτοχοι της κοινής ευθύνης.

⸙⸙⸙

[Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.]

Κύλιση στην κορυφή