Βυζαντινὰ ἀπηχήματα στὴ νεοελληνικὴ λογοτεχνία:
Ἀλ. Παπαδιαμάντης, Κ.Π. Καβάφης. Δ. Σαββόπουλος
Ἡ δισημία τῆς γλώσσας ἀνοίγει ἐνδιαφέρουσες τροπὲς στὴν πορεία τῆς σκέψης μας. Ἡ γλώσσα λανθάνουσα μᾶς καθιστᾶ προφανὲς ὅτι τὸ λάθος ποὺ μᾶς ξεφεύγει ἀποκαλύπτει συχνὰ τὴν ἀλήθεια ποὺ δὲν θέλουμε νὰ παραδεχτοῦμε. Ἀλλὰ ἡ ἀρχικὴ σημασία τοῦ ρήματος «λανθάνω» ὁδηγεῖ τὴ σκέψη μας σὲ μιὰ ἐπίσης ἐνδιαφέρουσα ἐκδοχή: ἡ γλώσσα ἢ ἕνα στρῶμα της, μιὰ ὁρισμένη γλωσσικὴ μορφή, μπορεῖ νὰ λανθάνει, δηλαδὴ νὰ ὑπάρχει χωρὶς νὰ γίνεται ἀντιληπτή, ὥστε ὅταν «τρῶμε τὸν περίδρομο» ἢ ὅταν κάτι «τὸ παίζουμε στὰ δάχτυλα» νὰ ἐπιστρέφουμε, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε, στὸ βυζαντινό μας παρελθόν.
Ἀπὸ τὴ γλώσσα μας ἕως τὰ ἔθιμά μας καὶ τὸ λαϊκό μας τραγούδι, τὸ Βυζάντιο εἶναι πανταχοῦ παρόν, εἴτε σὲ λανθάνουσα εἴτε σὲ πασιφανὴ μορφή. Μόνο ποὺ τὸ Βυζάντιο ἢ ἀπαξιώθηκε τελείως, θεωρούμενο ὡς μία σκοτεινή, θεοκρατικὴ καὶ καθόλου δημιουργικὴ ἱστορικὴ περίοδος ἢ ἔπεσε θῦμα ἑνὸς ἐθνικιστικοῦ μεγαλοϊδεατισμοῦ μὲ ἀποτέλεσμα ὅποιος μιλάει γιὰ τὸ Βυζάντιο νὰ θεωρεῖται ὕποπτος σὰν ἐραστὴς ἀκροδεξιῶν ἰδεολογημάτων. Ἔχουν πληθύνει οἱ προσπάθειες νὰ ξαναδοῦμε τὸ Βυζάντιο στὶς πραγματικὲς οἰκουμενικές του διαστάσεις, ὅπου ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία μὲ ὄχημα τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα προχωράει σὲ μία σύνθεση ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Γρηγορίου Θεολόγου ἕως τὸν Πτωχοπρόδρομο. Αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ ἐκφράζεται ἀκριβῶς μὲ τὴν ἀκόλουθη παράγραφο τοῦ Εὐάγγελου Σταυρόπουλου:
Τὸ Βυζάντιο ὡς Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης ἐνδύθηκε μιὰ αἰώνια νεότητα ἡ ὁποία περισσότερο ἀπὸ ποτὲ στὶς μέρες μας ἀναδεικνύεται στὴν γεύση τῶν πνευματικῶν της καρπῶν.. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε καὶ σκεφτόμαστε, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἐγγραμματοσύνη καὶ τὴν ἀξία τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁ βυζαντινὸς ἄνθρωπος θέλησε νὰ διαφυλάξει στὰ χειρόγραφα, στὴν προφορικὴ παράδοση, στὴν μεταφυσικὴ ἀντίληψή του. Ὁ κατασκευαστὴς τῆς παιδαγωγικῆς μας διόπτρας ἦταν Βυζαντινός. Ὁ Εὐρωπαῖος εἶναι περισσότερο Βυζαντινός ἀπὸ ὅ,τι ὑποψιάζεται. (Τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν ὡραίων τεχνῶν, τχ. 5)
Ἡ ἀναθεώρηση, τὸ ξανακοίταγμα τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν ἀπηχημάτων του στὴ νεώτερη δημιουργία μακρὰν ἀπέχει ἀπὸ τὴν προσπάθεια μιᾶς ἐθνικῆς παλινόρθωσης καὶ ἀποκατάστασης. Ὁ νέος ἑλληνισμὸς γεννιέται μέσα στὴν ὑστεροβυζαντινὴ περίοδο μὲ τὰ ἀκριτικὰ τραγούδια καὶ τὸν Πτωχοπρόδρομο, μὲ τὰ παράπονα τοῦ Μιχαὴλ Γλυκᾶ καὶ τὴν ἀθυροστομία τοῦ Στέφανου Σαχλίκη γιὰ νὰ φτάσει στὸν Ἐρωτόκριτο καὶ νὰ παραλάβουν τὴ σκυτάλη ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Κάλβος. Ἐνῶ, παράλληλα, τὸ δημοτικὸ τραγούδι κρατάει σὲ ὑποδειγματικὸ ὑψος τὴν ἁρμονικὴ σύζευξη λόγου καὶ μέλους.
Ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν ἀπηχημάτων του στὴ νεώτερη δημιουργία ἀνοίγει τὴν προοπτικὴ μιᾶς νέας σύνθεσης οἰκουμενικῶν διαστάσεων. Μιᾶς σύνθεσης τῆς ὁποίας ἡ ἀρχὴ λανθάνει μέσα στὸ ἔργο σπουδαίων Ἑλλήνων δημιουργῶν. Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρο Παπαδιαμάντη:
Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη προέχει νὰ προχωρήσουμε βαθύτερα ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸ διάκοσμο τοῦ ἔργου του. Ὅσο μένουμε σὲ αὐτό, τὸν ἀντιμετωπίζουμε μὲ τὴν πνευματικὴ ραστώνη ποὺ «ἀναπαύεται» σὲ ἔνα δῆθεν αὐθεντικὸ ὀρθόδοξο ἦθος, στὸ φῶς τῶν κεριῶν καὶ τὶς «μελαγχολικὲς μορφὲς τῶν ἁγίων» ὐπὸ τὸ ἠχητικὸ ὑπόστρωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς λαϊκῆς μουσικῆς. Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἤδη ἀπὸ τὴ «Γυφτοπούλα» ὑποσκάπτει τὸν μῦθο τῆς εὐγενικῆς μας καταγωγῆς καὶ ἀπὸ τὰ πρῶτα του μυθιστορήματα διαμορφώνει μιὰ «θεωρία» λογοτεχνίας (μιὰ ματιά, δηλαδὴ, μιὰ θέα κι ὄχι ἀφηρημένες ἰδέες) ἡ ὁποία ἀναδεικνύεται μἐσα ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ πνευματικὸ φῶς τοῦ Βυζαντίου.
Ἡ συγγραφικὴ τέχνη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἔκφραση ἀτομικῶν αἰσθημάτων. Ὁ συγγραφέας ὅταν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν πλοκή, χάνει τὴ βαθύτερη οὐσία. Ὁ συγγραφέας πλάθει τὶς ἱστορίες του με τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ παρέχει ἡ ἴδια ἡ ζωὴ καὶ ὄχι ἡ φαντασία του. Τί ἀπομένει στὸν συγγραφέα; Ἡ ἐντριβὴς γνώση τῆς πραγματικότητας. Ἡ ἀναζήτηση ὄχι ἑνὸς ἰδεατοῦ προσώπου, ἀλλὰ ἑνὸς πραγματικοῦ προσώπου, προσώπου κάθε φορὰ καινοφανοῦς καὶ ἀπροσδόκητου.
Ὁ Παπαδιαμάντης γκρεμίζει τὰ εἴδωλα τῆς αὐταπάτης, τῆς ρομαντικῆς ψευδαίσθησης ποὺ φοράει τὸν ἀρχαῖο χιτώνα ἢ ἐπιζητᾶ νὰ στολίζεται μὲ τὰ βυζαντινὰ διαδήματα Ἔτσι ἀρκεῖται στὸ ταπεινὸ διήγημα γράφοντας τὶς ἱστορίες του μὲ τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ δίνει ἡ ἴδια ἡ ζωή, πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ ὑπάρχει πλοκή, ἀλλὰ πάντα ὑπὸ τὸ ἐλπιδοφόρο φῶς τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ ποὺ ἔλαβε κι αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ μᾶς ἔδειξε.
Παραμένει ἀκόμη ζητούμενο ὁ δρόμος του νὰ ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
❧
Ὁ Κ.Π. Καβάφης εἶναι ὁ Ἕλληνας ποιητὴς ὁ ὁποῖος ξεπέρασε πράγματι τὰ ὅρια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας κι ἡ ποίησή του ἀφήνει τὸ ἀποτύπωμά της στὴν παγκόσμια ποίηση. Εἶναι γνωστὲς οἱ ἀναφορὲς στὸν «βυζαντινὸ» Καβάφη (παραπέμπω κυρίως στὸ ἐξαιρετικὸ ντοκυμανταίρ τοῦ Πάνου Κυπαρίσση), οἱ ὁποῖες ἀναδεικνύουν τὰ βυζαντινόθεμα ποιήματά του. Ἄλλωστε «ὁ ἔνδοξός μας βυζαντινισμός» εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πασίγνωστες φράσεις ποὺ ἔχουν ἀποσπασθεῖ ἀπὸ ποίημα τοῦ Καβάφη χωρὶς νὰ κατανοοῦμε τὴν ἰδιαίτερη σημασία της. Ὁ ὅρος «βυζαντινισμός» χρησιμοποιεῖται συχνὰ μὲ ἀρνητικὸ περιεχόμενο, πράγμα που δεν συμβαίνει στὴν περίπτωση τοῦ Καβάφη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει κανεὶς ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι μιὰ αἰσθητικὴ προσέγγιση, ἡ Ἐκκλησία, τὰ ἑξαπτέρυγα, τὰ κεριὰ, ἡ αἰσθητική τῆς ὀρθόδοξης λατρείας, μὲ τὴν τελετουργική λάμψη ἀλλά καὶ τὶς σκιές της, ποὺ ἔρχεται κατευθείαν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν τόπο καταγωγῆς του, τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀλλὰ χρειάζεται κι ἐδῶ νὰ παραμερίσουμε τὸ ἐξωτερικὸ περίβλημα καὶ νὰ εἰσχωρήσουμε βαθύτερα στὴν ποιητικὴ τοῦ Καβάφη καὶ τὴ σχέση της μὲ τὸ Βυζάντιο.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Καβάφης ἦταν γνώστης τῆς βυζαντινῆς γραμματείας, ἐκκλησιαστικῆς καὶ θύραθεν. Τὸ ἄρθρο του μὲ τὸ ὁποῖο ἀσκεῖ κριτικὴ στὸ ἔργο τοῦ σπουδαίου Κρουμπάχερ γιὰ τὴ Βυζαντινὴ Λογοτεχνία εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς ὀδηγήσει σὲ ἕνα τέτοιο συμπέρασμα, ἀπὸ τὸν Νόννο καὶ τὸν Γρηγόριο Ναζιανζηνὸ ὥς τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία.
Τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς ποίησης τοῦ Καβάφη κατὰ κοινὴ παραδοχὴ εἶναι ἡ πεζολογία καὶ ἡ ἱστορικότητα. Μάλιστα θεωρήθηκε ὡς πρόδρομος τῆς μοντέρνας ποίησης γιατὶ ἔσπασε τὴν παραδοσιακὴ μορφὴ τῶν ποιημάτων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραβλέπουμε ὅτι αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τὰ συναντοῦμε καὶ στὴ βυζαντινὴ ποίηση. Μιὰ βυζαντινὴ ὠδὴ δὲν ἔχει ὁμοιόμορφους στίχους ἢ ὁμοιοκαταληξία. Ἡ μετρικὴ τῆς βυζαντινῆς ποίησης ἔχει ὡς γνώμονα τὴ μουσική της ἐπένδυση. Ἔτσι ἕνα ἰδιόμελο τείνει περισσότερο πρὸς τὸν ἐλεύθερο στίχο ὅπως τὸν ἐννοοῦμε σήμερα, διότι καθὼς ἔχει δικιά του μουσικὴ δὲν χρειάζεται νὰ συμμορφωθεῖ μετρικά μὲ μιὰ προϋπάρχουσα μελωδικὴ γραμμή, ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς ὠδὲς τῶν κανόνων.
Πολὺ συχνὰ στὴ βυζαντινὴ ποίηση ὁ πεζολογικὸς τόνος ἀναδεικνύει χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες μιᾶς ἱστορίας ποὺ μέσα ἀπὸ τὴ συντριβὴ καὶ τὴ μετάνοια κατατείνουν σὲ ἕνα κεντρικὸ νόημα τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται μὲ τοὺς εὐχετήριους στίχους τοῦ τέλους. Ἂς δοῦμε γιὰ παράδειγμα τὸ σπουδαῖο ποίημα τῆς Κασσιανῆς.
Ξεκινάει σὲ τρίτο πρόσωπο σὰν μιὰ ποιητικὴ ἀφήγηση:
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις, περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
γιὰ νὰ μιλήσει ἡ ἴδια ἡ γυναίκα μετὰ σὲ πρῶτο πρόσωπο μὲ τὴ συναισθηματικὴ ἔνταση που δίνει τὸ ἐπιφώνημα «οἴμοι» καὶ τὶς ἀπανωτὲς προστακτικὲς ποὺ παρακαλοῦν «δέξαι μου…», «κάμφθητί μοι…» γιὰ νὰ καταλήξουν στοὺς μέλλοντες «καταφιλήσω…», «ἀποσμήξω…» (τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ), σὰν μιὰ ὑπόσχεση ἀφοσίωσης καὶ παράδοσης, αὐτὰ τὰ πόδια ποὺ συνειρμικὰ ὁδηγοῦν στὰ βήματα ποὺ ἄκουσε ἡ Εὔα τὸ μοιραῖο ἐκεῖνο δειλινό τῆς πτώσεως.
Νομίζω ὅτι ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε μερικὲς ἀναλογίες στὴν ποίηση τοῦ Καβάφη. Ἕνα ποίημά του ποὺ μᾶς μιλάει γιὰ τὴ μετάνοια εἶναι τὸ συγκινητικότατο ἐπίγραμμα «Ἰγνατίου τάφος» ὅπου ὁ ἴδιος ὁ νεκρὸς, σὲ πρῶτο πρόσωπο, μᾶς λέει ὅτι ἐνθάδε κεῖται ὄχι ὁ Κλέων ὁ ξακουστὸς γιὰ τὰ λαμπρά του σπίτια, γιὰ τοὺς κήπους, γιὰ τ’ άλογα καὶ γιὰ τ’ ἁμάξια του, γιὰ τὰ διαμαντικὰ καὶ τὰ μετάξια ποὺ φοροῦσε.
Ἀλλὰ ποιός;
Εἶμ’ ὁ Ἰγνάτιος, ἀναγνώστης, ποὺ πολὺ ἀργά
συνῆλθα· ἀλλ’ ὅμως κ’ ἔτσι δέκα μῆνες ἔζησα εὐτυχὴς
μὲς στὴν γαλήνη καὶ μὲς στὴν ἀσφάλεια τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Κ.Π. Καβάφης, τόσο στὸ ποίημά του «Στὴν Ἐκκλησία» ὅσο καὶ στὸν «Θεόφιλο Παλαιολόγο» μιλάει γιὰ τὴν «Ἐκκλησία τῶν Γραικῶν» καὶ γιὰ «τιμές μεγάλες τῆς φυλῆς μας», γιὰ τὸν τελευταῖο τῶν Γραικῶν αὐτοκρατόρων καὶ γιὰ τὸ «πόσον καϋμό τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι» κρύβουν τὰ λόγια τοῦ Θεόφιλου Παλαιολόγου «θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν». Ὅλους εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς συγκινεῖ ἕνα ἱστορικὸ τέλος καὶ συχνὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἰδεολόγημα ὑπεραναπλήρωσης τοῦ χαμένου μεγαλείου. Ὁ Καβάφης, ὅμως, μέσα ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ παράδοση, χωρὶς καμιὰ βεβαιότητα, «ἐν μέρει ἐθνικὸς ἐν μέρει χριστιανίζων», ἐπιλέγει ἕνα ἄλλο τέλος –παροῦσα κι ἐδῶ ἡ δισημία τῆς γλώσσας– ἕνα τέλος ποὺ εἶναι σκοπός.
Ἔτσι ὁ Μανουὴλ Κομνηνός, σὰν ἕτοιμος κι αὐτὸς ἀπὸ καιρό, ἀγνοεῖ τὶς ψεύτικες παρηγοριές καὶ ντύνεται σὰν ἱερέας ἢ μοναχὸς γιὰ νὰ ὐποδεχτεῖ τὸν θάνατο. Καὶ ἐπιλέγει ὁ ποιητής:
Εὐτυχισμένοι ὅλοι ποὺ πιστεύουν,
καὶ σὰν τὸν βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μὲς στὴν πίστι των σεμνότατα.
Τέλος, σαφῶς ὁ Καβάφης μὲ τὸν ἐρωτισμό του, μὲ τὴ φιλοσοφική του ἐνατένιση ἀκόμα καὶ μὲ τὸν διδακτισμό του ἄφησε πολὺ χῶρο στὸν αἰσθητισμὸ καὶ στὸν ἡδονισμό, ἀλλὰ στὸ ποίημά του «Συμεών» καταλαβαίνει μὲ τρόμο καὶ φρίκη, μὲ ταραχὴ καὶ πόνο πὼς τὰ ποιήματα, τὰ γράμματα, οἱ ἡδονὲς συντρίβονται κάτω ἀπὸ ἕναν στῦλο:
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια ἐπάνω σ’ ἕναν στῦλο ζεῖ καὶ μαρτυρεῖ.
Πρὶν γεννηθοῦμ’ ἐμεῖς – ἐγὼ εἶμαι εἴκοσι ἐννιά ἐτῶν,
ἐσὺ θαρρῶ εἶσαι νεότερος μου –
πρὶν γεννηθοῦμ’ ἐμεῖς, φαντάσου το
ἀνέβηκεν ὁ Συμεὼν στὸν στῦλο
κ’ ἔκτοτε μένει αὐτοῦ ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεό.
Σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια σωριάζεται καὶ ὁ διάκοσμος τοῦ βυζαντινοῦ μεγαλείου: στὴ μεγαλοσύνη τοῦ Βασιλείου τοῦ πνεύματος ποὺ ἀνατέλλει κάθε μέρα μυστικά. Καὶ ἔτσι συναντᾶται μὲ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ στὴ θεωρία τους γιὰ τὴν τέχνη: τί ἄλλο εἶναι ἡ τέχνη παρὰ μιὰ παρηγοριά;
❧
Παρηγοριὰ ἡ τέχνη, ἀλλὰ καὶ συνεχὴς προσπάθεια νὰ ποῦμε μὲ τὰ δικά μας λόγια τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ.
Ὁ Σαββόπουλος μὲ τὴ «Μαύρη Θάλασσα» στὸν δίσκο Βρώμικο Ψωμί δημιουργεῖ τὸν ἀνάγλυφο χάρτη μιᾶς γεωγραφίας, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἄλλη γραφὴ γιὰ τυφλούς, καὶ μᾶς μεταφέρει στὸν Καύκασο, στὴ Σκυθία καὶ τὴ Μαύρη Θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Προμηθέα, τὸ χρυσόμαλλο κριάρι, τοὺς Ἀργοναῦτες, τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, τὸν Ἁη Γιάννη καὶ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας. Ὡστόσο, ἡ ἐπαναλαμβανόμενη ἐπωδὸς «δὲν ἔχω ἦχο, δὲν ἔχω ὑλικό» ἔρχεται νὰ δηλώσει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀνάγκη τοῦ δημιουργοῦ: Τόσο στὸν λόγο ὅσο καὶ στὴ μουσική, ἂν ἡ ἀλήθεια δὲν βρεῖ τὸν δικό της προσωπικὸ λόγο δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἀναστηθεῖ, θὰ παραμείνει στὸν τάφο.
Τὸ ποιητικὸ τραγούδι τοῦ Σαββόπουλου ἔχει ἕναν σαφὴ πνευματικὸ προσανατολισμό, ποὺ ἀναζητᾶ πάντα (ἀπὸ τὸ Περιβόλι τοῦ Τρελοῦ μέχρι τὸ «Φῶς στὶς 10 τὸ πρωὶ») τὴ μυστικὴ πηγὴ ποὺ δίνει νόημα στὴν παρούσα ζωή. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ὁρίζοντα ὁδηγεῖται σὲ μιὰ πίστη («πίστη σὲ τί δὲν βρίσκω λόγια», λέει ὁ ἴδιος, «Canto», Τραπεζάκια Ἔξω) ποὺ τρέφει τὰ ὁραματά του. Στὴ συλλογή τραγουδιῶν Μὴν πετάξεις τίποτα, ὁ Σαββόπουλος φωτίζει ἕναν γεωγραφικὸ τόπο ποὺ ἁπλώνεται στὴ Χερσόνησο τοῦ Αἵμου κι ἀναζητᾶ τὴν ἑνότητά του στὸ «θεῖο Βυζάντιο» καθώς:
δὲ δέχεται ἄλλη Ὁμοσπονδία, μόνο τῶν Βαλκανίων τὴ Βυζαντινή.
Ὁ Σαββόπουλος δὲν μιμεῖται τὸ Βυζάντιο στὶς μουσικές του γραμμὲς οὔτε ἐπιδιώκει νὰ δημιουργήσει κάποια ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ προσπαθεῖ να δώσει ἕναν σύγχρονο λόγο σύγχρονα μελισμένο, κι αὐτὸ ποὺ καταφέρνει εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ τραγουδιοῦ νὰ πετύχει τὴν ἑνότητα λόγου καὶ μέλους. Ἐπαναφέρει τὴν κυριολεξία τοῦ Μελωδοῦ.
Ἀλλὰ ἡ λανθάνουσα γλώσσα παρεισφρεει καὶ σὲ ἕναν στίχο τοῦ Διονύση Σαββόπουλου. Στὸ τραγούδι «Πλάι στ’ ἀρνάκι» σὲ μιὰ στροφή λέει:
Καὶ τὴ φέρνει ὁ ἀέρας
δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον Σου
Βασιλιά τῆς ἀνέσπερης μέρας
Μετασχεῖν τῆς βασιλείας Σου.
Παραλλάσσει τὸ ἀναστάσιμο:
«Δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου».
Μιὰ λεπτομέρεια: τὸ «ἐκτυπώτερον Σου» ποὺ γράφει ὁ Σαββόπουλος σημαίνει κάτι πιὸ ἔκτυπο (φανερό, ἀνάγλυφο, χειροπιαστό) ἀπὸ Σένα, καθὼς μιὰ γενικὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἕνα ἐπίθετο συγκριτικοῦ βαθμοῦ, ἐνῶ τὸ βυζαντινὸ ποίημα λέει :
Δῶσε μας κάτι πιὸ χειροπιαστό γιὰ νὰ μετέχουμε σὲ Σένα (Σοῦ μετασχεῖν)
γιὰ νὰ ἔχουμε δηλαδὴ τὴ μέθεξη, πότε;
ἐκείνη τὴν ἀνέσπερη μέρα τῆς Βασιλείας Σου.
Αὐτὸ τὸ λάθος ὅμως φανερώνει ἀσυνείδητα ἕνα ἄλλο βαθύτερο αἴτημα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου: ὄντως, ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ζητάει κάτι πιὸ χειροπιαστὸ ἀπὸ ὅ,τι ἀντιλαμβάνεται μέχρι τώρα ὡς Θεό γιὰ νὰ τὸν νιώσει ὡς Βασιλιὰ τῆς ἀνέσπερης μέρας καὶ γιὰ νὰ μετέχει στὴ Βασιλεία Του.
Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκούει ἀπὸ παντοῦ τὰ βυζαντινὰ ἀπηχήματα στὴ σημερινή μας λαλιά, τὴν τρομερή μας τὴ λαλιὰ ποὺ δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς κώδικας ἐπικοινωνίας ἀλλὰ τὸ σημαῖνον καὶ τὸ σημαινόμενο μιᾶς ἀλήθειας. Γι’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ἀξίζει νὰ πέσουμε στὴ φωτιά:
Σήκω ψυχή μου, δῶσε ρεῦμα
Βάλε στὰ ροῦχα μου φωτιὰ
Βάλε στὰ ὄργανα φωτιὰ
Νὰ τιναχτεῖ σὰ μαῦρο πνεῦμα
ἡ τρομερή μας ἡ λαλιά.

