Στέλλα Θεοδωράκη

Λίγα λόγια για το σινεμά

Δεν υπάρχει μόνο ένας συγκεκριμένος σκηνοθέτης ή ταινία που με έκαναν να αγαπήσω τον κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος, η κινούμενη εικόνα και οι ήχοι που ενσωματώνονται σε αυτήν συνιστούν μια «γραφή» πέρα από πρόσωπα. Προσωπικά δεν θεοποιώ κανέναν. Βρίσκω όμως στοιχεία σε πολλούς κινηματογραφιστές που τα θαυμάζω.

Σαν φοιτήτρια χανόμουν μέσα στις σκοτεινές αίθουσες βλέποντας Αντονιόνι, Ταρκόφσκι, Βέντερς, Κουροσάβα, Σκορτσέζε, Δανέζικο σινεμά, και τόσα άλλα. Κινηματογράφο έμαθα βλέποντας και αγαπώντας ταινίες, αλλά και φοιτώντας στη Σχολή Σταυράκου. Συνεχίζοντας τις σπουδές μου στο Παρίσι, με σεμινάρια στη φωτογραφία και στο μοντάζ, και τέλος ολοκληρώνοντας ένα διδακτορικό πάνω στην αισθητική του κινηματογράφου στη Σορβόνη. Εκεί, ήρθα σε επαφή με τους κινηματογραφιστές της πρωτοπορίας που εναντιωνόντουσαν στην καθιερωμένη αφήγηση, όπως ο Μπουνιουέλ. Που έσπαγαν τις καρέκλες μέσα στις Παρισινές αίθουσες, όταν πρόβαλαν ταινίες που τις θεωρούσαν το «όπιο του λαού». Αυτή η αρνητική στάση απέναντι στον κόσμο του χρήματος συμβαδίζει με μια ολόκληρη αντίληψη για την κινηματογραφική τέχνη, αλλά και για τη ζωή.

Στον Ελληνικό κινηματογράφο με είχαν εντυπωσιάσει οι ταινίες του Κούνδουρου, του Αγγελόπουλου, του Γρηγορίου, του Δαμιανού, του Κακογιάννη, και είχα «κολλήσει» βλέποντας το Κιέριον του Δήμου Θεού ή τα Κόκκινα Φανάρια του Γεωργιάδη και τόσα άλλα. Ταυτόχρονα δεν με εμπόδιζε αυτό να κλαίω με λυγμούς, βλέποντας στην τηλεόραση τη Μάρθα Βούρτση, ή να μην ξεκολλάω από τις ταινίες που έπαιζε ο Ξανθόπουλος, πιέζοντας τον πατέρα μου να καθίσουμε και στις δύο προβολές στο θερινό σινεμά.

Επιστρέφοντας από τη Γαλλία στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα πιο πολύ αυτό το διαυγές και απόλυτο φως, που αποκαλύπτει τα πράγματα με μεγαλύτερη σαφήνεια στη χώρα μου, αλλά και δεν συγχωρεί.

«Για τον άνθρωπο ο χρόνος κυλά ευθύγραμμα και ανεπίστρεπτα. Μόνο το φως έχει δαμάσει δια παντός τον χρόνο», επισημαίνει ο Αϊνστάιν.

Για εμένα, στις ταινίες μου, η παρουσία του φωτός είναι πρωταρχική. Όπως είναι διαχρονικά πρωταρχική σε όλα τα έργα, στους μύθους, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Το φως δεν είναι μόνο αυτό που υπάρχει γύρω μας στη φύση ή στο αστικό τοπίο, που μεταλλάσσει το χρώμα, που ανοιγοκλείνει το κλείστρο του φακού, αλλά είναι και αυτό που υπάρχει μέσα μας και «φωτίζει» το έργο που παράγουμε.

Σε αυτόν τον τόπο του φωτός βρίσκεις τη δική σου κινηματογραφική ταυτότητα, συνομιλώντας και με τις ταυτότητες των άλλων, που εκτιμάς ή που σε εμπνέουν. Μέσα από το φως υλοποιούμε τα όνειρά μας. Είναι μια μαγική συνάντηση με την έμπνευση του καλλιτέχνη. Το φως είναι αρχέγονο. Το φως είναι χρόνος, το σινεμά εμπεριέχει τον χρόνο.

Οι δημιουργοί που επέλεξαν να εκφραστούν μέσα από το «φως» του κινηματογράφου είναι πολλοί, και ο καθένας φέρει το προσωπικό του ύφος στο έργο του. Μας λείπει η αποδοχή διαφορετικών ειδών ή διαφορετικών φωνών, και έχουμε την τάση πάντα να πριμοδοτούμε ένα μόνο είδος, στα πλαίσια μιας συμπεριφοράς πολιτιστικού «φασισμού», που όμως, ας μην γελιόμαστε, είναι και κοινωνικοπολιτικός.

Το γενικό πολιτιστικό, ή κοινωνικοπολιτικό κλίμα που επικρατεί σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εκφράζοντας τις κυρίαρχες τάσεις και αξίες, δεν βγαίνει μόνο από μια ταινία. Όπως ο κινηματογράφος είναι προϊόν συλλογικής εργασίας, έτσι και εδώ η αισθητική των έργων μιας εποχής διαμορφώνεται από διαφορετικούς παράγοντες. Δεν ζούμε όμως νομίζω τώρα μια εποχή βαθύτερων αισθητικών αναζητήσεων με την έννοια του ιδιαίτερου ψαξίματος προς μια πιο ελεύθερη αφηγηματική κατεύθυνση.

Οι ιστορίες προβληματίζουν στην καλύτερη περίπτωση, αλλά δεν θέλουν να δυσκολέψουν τον θεατή, που ήδη είναι φορμαρισμένος σε κοινωνικά και εκμαθησιακά καλούπια. Μην με ταράζετε πολύ, λέει ο θεατής. θέλω να είμαι στο καβούκι μου, να χαθώ μέσα στις πλατφόρμες, μη μου τους κύκλους τάραττε.

Ο 21ος αιώνας φλερτάρει με μια πιο απλή αφήγηση. Δεν υπερβαίνει κανόνες, αντίθετα, καμουφλάρεται μέσα στους κανόνες, χωρίς πολλές περιστροφές.

Πάντα υπάρχουν ταινίες, περισσότερο ή λιγότερο αφηγηματικές, που οι δημιουργοί τους εμπνέονται περισσότερο από τις εξελίξεις της περιόδου και θέλουν να τις εκφράσουν άμεσα. Που χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες προς όφελος του έργου τους και προχωρούν στο μέλλον με νέες προτάσεις. Ταινίες, επίσης, πολιτικές που αποκαλύπτουν πτυχές μιας ανήθικης κοινωνικά εποχής, που δεν σέβεται ούτε τον πολιτισμό ούτε την ελευθερία του άλλου.

Το ρεαλιστικό δεν σημαίνει πως δεν έχει μαγεία. Η μαγεία βγαίνει όταν αγαπάς και πονάς αυτό που εκφράζεις μέσα από την τέχνη, και δεν σκέφτεσαι μόνο πώς θα το πουλήσεις. Εκεί ο Αντόρνο επιβεβαιώνεται τρανά, με την Πολιτιστική Βιομηχανία του. Οι δημόσιες σχέσεις δεν αποτελούν απλώς εργαλείο προώθησης, αλλά μηχανισμό που επιβάλλει μια «άκριτη συναίνεση». Η τέχνη μετατρέπεται σε εμπόρευμα, με τυποποιημένα προϊόντα, κενά νοήματος.

Ταυτόχρονα, η μασημένη τροφή μέσα από την κινούμενη εικόνα που σνομπάρει τις αισθητικές αναζητήσεις και που είναι πιο συνηθισμένη στις πλατφόρμες του 21ου αιώνα είναι μάλλον σημάδι «εξαρτημένων» καιρών. Η πλατφόρμα, βέβαια, από την άλλη, προσφέρει εύκολη πρόσβαση σε προϊόντα που μπορεί να είναι και υψηλού ενδιαφέροντος.

Στην εποχή μας το συλλογικό δεν έχει τη μορφή που είχαν, για παράδειγμα, τα κινήματα της πρωτοπορίας της δεκαετίας του 1920, που έτυχε να μελετήσω. Εξ άλλου, πόσα συλλογικά οράματα αντέχουν σε μια εποχή άκρατου ατομικισμού.

Το τέλος της κινηματογραφικής αίθουσας συνάδει με το τέλος της ανταλλαγής βλεμμάτων μέσα στην πόλη. Όλα τα βλέπω μόνος μου σπίτι μου, και θέλω να μου τα προσφέρουν και όχι να τα ψάξω. Θέλω το ΑΙ να διαμορφώσει το γούστο μου, αρπάζοντας λίγα στοιχεία των προτιμήσεών μου. Θα μπορούσαν όλ’ αυτά να είναι τέλεια, αν συνυπήρχαν με μια δυναμική συμμετοχή του ατόμου, και όχι με μια δυναμική αδράνεια.

Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι πολύγλωσσος, με διαφορετικές αισθητικές προτάσεις. Εξαγώγιμος με τη μορφή του Weird Wave έγινε σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Εντυπωσίασε με τη διαφορετικότητα του. Βέβαια υπάρχει αδράνεια στο να εφεύρουμε νέες αφηγηματικές μορφές, πέρα από μια αισθητική πρόταση που την βλέπουμε μπροστά μας, γίνεται διεθνώς αποδεκτή, την εκτιμούμε, και υποκύπτουμε στη μίμηση.

Όταν κάνεις σινεμά θέλεις να συνομιλήσεις με κάποιους. Για μένα προέχει η ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας και όχι το εκ προοιμίου στεγανό, να γυρίσω μια ταινία που θα πουλήσω καλύτερα. Οι ιδέες μας και οι προβληματισμοί μας δεν είναι παρθενογένεση. Υπάρχουν και άλλοι που ενδιαφέρονται για αυτές τις προτάσεις και τους προβληματισμούς του σκηνοθέτη. Το κοινό υπάρχει παντού. «Ένα κινηματογραφικό έργο», λέει ο Ζαν Επστάιν, «δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να είναι ένα οπτικό γεύμα προορισμένο για την εξής ουτοπία, την ταυτόχρονη και ίση ικανοποίηση όλων των διανοητικών τάξεων».

Η πολιτική όμως της παγκόσμιας διανομής δεν υπάρχει για έργα που δεν θεωρεί πως θα αποφέρουν κέρδος… ή, ακόμη χειρότερα, για έργα που δεν συντρέχουν σε μια παγκόσμια πολιτική αποχαύνωση.

Η Γαλλία τη δεκαετία του ʼ80 ανέπτυξε την κινηματογραφία της:

Α/ Γιατί κατανόησε πως για να παράγει έργο πρέπει να χρηματοδοτήσει μια ευρύτερη κλίμακα διαφορετικών ταινιών, [ούτως ή άλλως άνθρωποι δουλεύουν και ζουν από αυτά και ανακυκλώνουν το χρήμα.]

Β/ Γιατί φρόντιζε τα έργα τους να μην τα υπονομεύει, αλλά να τα προωθεί-διακινεί τοπικά και παγκόσμια, δίνοντάς τους ιδιαίτερο χώρο στα γαλλικά φεστιβάλ που είναι διεθνώς πρώτης κατηγορίας. Η κριτική επίσης για τις ταινίες να μην είναι κακεντρεχής, αλλά να εντάσσεται στο επίπεδο της αισθητικής του κριτικού λόγου.

Μακάρι να έπαιρνε από εκεί κάποια μαθήματα η ελληνική κινηματογραφική πολιτική. Να υπάρχουν σοβαρές χρηματοδοτήσεις των ταινιών και πολιτιστικές διευκολύνσεις. Μια κινηματογραφική πολιτική που να μην βλέπει τον κινηματογράφο καχύποπτα, βάζοντάς του τρικλοποδιές, εξαντλώντας όλους που θέλουν να παράγουν ανεξάρτητο έργο μέσα σε μια εξαντλητική γραφειοκρατία. Εξ άλλου ο κινηματογράφος είναι αυτός που ταξιδεύει παγκόσμια τον πολιτισμό της χώρας.

Να υπήρχε σεβασμός για την ελληνική ταινία και όχι να την «παραγκωνίζουν», υποστηρίζοντας σοβαρά μόνο ξενόφερτες παραγωγές. Να διατίθενται περισσότερα χρήματα στην παραγωγή, ώστε να επιβιώσει ο ελληνικός κινηματογράφος σε όλες τις μορφές του. Να οργανωθούν τρόποι εξαγωγής των ταινιών σε παγκόσμια κλίμακα πιο οργανωμένα και όχι σε περιορισμένη κλίμακα, και να επιδοτηθούν τέτοιες προσπάθειες. Να αντέχουν οι σκηνοθέτες να εκφράζουν τις αλήθειες τους, είτε προσωπικές είτε κοινωνικές ή πολιτικές. Να κρατούν το μυαλό τους καθαρό.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες… λέει ο Σεφέρης. Αέναος κύκλος…

Επιστρέφοντας στον Αϊνστάιν: «Τι θα συμβεί αν κάποιος ταξιδεύει με το φως, επιβιβασθεί ας πούμε, σε ένα μαγικό χαλί που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Πώς θα μοιάζει τότε, από αυτό το μαγικό χαλί το ίδιο το φως, ο κόσμος ένα ρολόι που κάπου κοντά μετρά αδιάφορα τον χρόνο;»

Σε αυτό το μαγικό χαλί νιώθω να ταξιδεύω εγώ όταν φτιάχνω μια ταινία. Δίπλα μου ταξιδεύουν και άλλοι, σε διαφορετικά χαλιά. Κοιταζόμαστε και παίρνουμε θάρρος. Υπάρχει ακόμη το ταξίδι, λέμε. Χρειάζεται θάρρος στον βομβαρδισμό του ταξιδιού από αυτούς που δεν ξέρουν ή δεν έμαθαν ποτέ τι θα πει ονειρικό φως, χωμένοι μέσα σε μια στεγνή γραφειοκρατία που τους επιβάλλεται και τους φοβίζει

Κύλιση στην κορυφή