Ήταν όλα τα βιβλία ντυμένα με μπλε κόλλα χαρτί· κρυμμένος ο τίτλος κι ο συγγραφέας. Κι όταν τελείωσαν όσα υπήρχαν στη μικρή βιβλιοθήκη, στον διάδρομο έξω από τις αίθουσες, στο δημοτικό σχολείο — φωτίστηκε η οθόνη. Στο σινεμά που άνοιξε στις Σέρρες, σε ένα χωριό όπου βράδιαζε νωρίς και οι λάμπες στις κολόνες τρεμόπαιζαν μέσα στην ομίχλη.
Από τότε προσχώρησα στην επικράτεια του σινεμά.
Όλα ήταν ένα: ο ήχος, οι εικόνες, ο ρυθμός. Αμέτρητες ταινίες ως βίωμα. Μου έγινε οικεία αυτή η γλώσσα — η πιο πλήρης, νομίζω — ο κινηματογράφος, που επιβιώνει και κοινωνεί σε ειδικές περιστάσεις. Όταν κρύβει έναν παλμό και μιαν αλήθεια, όταν ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο.
Μαθήματα φωτογραφίας δι’ αλληλογραφίας με μια Lubitel, κι ο Γιάννης Πετρίδης στο ράδιο να κάνει τον κόσμο πιο πλατύ εκεί έξω. Μια κουβέντα από τη μάνα μου στην εξώπορτα, σαν φυλαχτό: «Το πρόσωπο είναι σπαθί». Πήρα τον δρόμο παιδί, με τη βροχή στους ώμους, κι όλα μου ήταν γνώριμα — στην Ευρώπη, στην Αμερική. Χάρη στον κινηματογράφο.
Ο βορράς ήταν πάντα ένας πιο φυσικός προορισμός. Σουηδία, Ολλανδία, Γερμανία και προπαντός Γαλλία. Τον καιρό που χτιζόταν μια Ευρώπη ανοιχτή, ελπιδοφόρα, από οραματιστές δημοκράτες που είχαν ζήσει τις σφαγές, τη συμφορά.
Δεν ξέρω πώς γεννιέται μια ιστορία. Μπορεί από μια εικόνα, κάτι ακαθόριστο, ένα επίμονο αίσθημα. Γρήγορα όμως αυτονομείται και υπακούει στη δική της εσωτερική αναγκαιότητα. Με ενδιέφεραν πάντα οι καταστάσεις στα όρια, η περιοχή του άρρητου, η συνθήκη του borderline. Στον βαθμό που ένα έργο ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη του κόσμου, βρίσκει μια θέση — μέσα μας και γύρω μας.
Ο κινηματογράφος δεν υπάρχει χωρίς τον θεατή. Η σχέση μαζί του του δίνει υπόσταση. Απευθυνόμαστε σε έναν θεατή — πρόσωπο με πρόσωπο. Ο θεατής είναι ένας και η γλώσσα ενιαία. Στις μέρες μας, περισσότερο από ποτέ, η εμπειρία είναι κοινή και παγκόσμια. Όλα είναι αλληλένδετα. Όπως έχει ειπωθεί, μια πεταλούδα πετάει στη διώρυγα του Παναμά κι ένας άνεμος σηκώνεται στη Σαγκάη.
Σήμερα, ένα μέρος του σινεμά τείνει να μετατραπεί σε αποτέλεσμα συνταγής, σε σχέση καταναλωτή-προϊόντος. Η έννοια του έργου υποχωρεί μπροστά στο προϊόν. Και η δημιουργικότητα; Το ανθρώπινο πρόσωπο; Η αφή — μια υποτιμημένη, ενίοτε διωκόμενη αίσθηση — υποχωρεί. Όλα μεταφέρονται στο νέφος και παύουν να είναι χειροπιαστά.
Αυτός είναι ο δρόμος που ανοίγεται ραγδαία με την τεχνητή νοημοσύνη: οι πιθανές — και απρόβλεπτες — συνάψεις μιας αχανούς βάσης δεδομένων. Η μηχανή αυτονομείται και βρίσκει τη θέση της κυρίως στις πλατφόρμες και στην αδηφάγα ανάγκη τους για content, δηλαδή προϊόν. Εκεί υπεισέρχονται και οι στρατηγικές του marketing.
Σε ένα τέτοιο σύστημα οι δημιουργοί συχνά παραγκωνίζονται. Το ίδιο το σύστημα, βέβαια, σκοντάφτει στα όριά του και επιστρέφει αναγκαστικά σε αυτούς. Έχει αποδειχθεί ότι οι άνθρωποι των studios είναι προσαρμοστικοί και ευφυείς. Στο τέλος, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαχείριση του ρίσκου — καλλιτεχνικού και επιχειρηματικού.
Ο κινηματογράφος είναι τεχνολογία, δημιουργικότητα και απεύθυνση στον κόσμο. Είναι, πάνω απ’ όλα, αισθαντικότητα και ενσυναίσθηση. Είναι ψυχαγωγία και τέχνη — και όλες οι εκφράσεις του έχουν την αξία τους.
Ο κινηματογράφος είναι αδιαίρετος, και όλα τα στοιχεία του συνθέτουν ένα σύνολο που είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμά τους. Όπως και η αλήθεια: μοιράζεται σε πολλές πλευρές, σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά, και ενδεχομένως πάντα μας διαφεύγει.
Στο έργο εγγράφεται, πέρα από τις προθέσεις, ο χρόνος. Και αυτός ο χρόνος είναι ιστορικός, πολιτικός, υπαρξιακός — είτε το επιδιώκουμε είτε όχι.
Το φως της Μακεδονίας, ο τόπος, η πατρίδα της παιδικής ηλικίας, είναι παρόντα σε ό,τι κάνω, φανερά ή υπόγεια. Όπως και η ιστορία, η γλώσσα, η πολιτική — όχι ως διακήρυξη, αλλά ως υλικό που διαπερνά το βλέμμα.
Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι μέρος του παγκόσμιου. Συνομιλεί μαζί του, θέλοντας και μη. Ένας κινηματογράφος με ταυτότητα — ακόμη και βαθιά προσωπικός, όχι όμως ιδιωτικός — μπορεί να είναι μια απάντηση.
Τα τελευταία χρόνια, έργα όπως το The Zone of Interest του Jonathan Glazer ανατέμνουν με ακρίβεια το ιστορικό έδαφος και την επανεμφάνιση του φασισμού, με όρους σχεδόν ανθρωπολογικούς. Σε μια εποχή όπου η κοινωνία αποστρέφει το βλέμμα στα εγκλήματα και αυτά γίνονται συνήθεια, αρκεί που ανθίζουν τα λουλούδια πάνω στις στάχτες. Είναι αυτή η εποχή μας; Επιστρέφουμε εκεί;
Η κατάχρηση εξουσίας — κάθε εξουσίας — χωρίς λογοδοσία και ηθικό φραγμό, όταν συνδυάζεται με ακατάλληλους ανθρώπους που την κατέχουν, οδηγεί στην καταστροφή. Δεν ξέρω τι και πώς μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος απέναντι σε αυτό. Ξέρω όμως ότι δεν μπορεί να σιωπά.
Οι ταινίες μυθοπλασίας που κάνω συνομιλούν με τα ντοκιμαντέρ μου. Είναι ένα ενιαίο σώμα. Όπως ενιαίο είναι και το ποτάμι του λαϊκού πολιτισμού: αδιάφορο για τις χρονολογίες, δεμένο με τον ήλιο και τον αέναο κύκλο, σε διαρκή διάλογο με τη ζωή.
Με μικρές και μεγάλες χειρονομίες επικοινωνεί με τους θεούς των ανθρώπων — στους ουρανούς, δίπλα τους, μέσα τους. Αυτός ο μυστικός διάλογος με απασχόλησε στη διαδρομή, ίσως και εξαιτίας της αφετηρίας μου, της σύνδεσης με τη γη.
Στα καθ’ ημάς, θα ήθελα τα πράγματα να λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς και με καθαρή καρδιά.
Κι ίσως έχει αξία και ο Μάρκος Αυρήλιος, και η εξόδιος ακολουθία, και οι προσωκρατικοί, και η πολιτική επιστήμη, οι ερευνητές στα εργαστήρια, το αίσθημα που χτυπά τις χορδές και ανακατεύει το χρώμα, ο μάστορας που πελεκάει την πέτρα, τα χέρια που σπέρνουν και θερίζουν — ο κινηματογράφος, μια κουκίδα μέσα σε αυτή τη διαδοχή. Με το εγώ καλυμμένο, σαν εκείνη την μπλε κόλλα που ντύνει ένα περιεχόμενο που — ίσως — μπορεί να μας κάνει καλύτερους.
26.3.2026

