Η πρώτη ταινία που με απασχόλησε ως κατασκευή ήταν το μιούζικαλ Τραγουδώντας στη βροχή των Gene Kelly και Stanley Donen. Την είχα δει όταν ήμουν 7 χρονών και εκτός που με είχε μαγέψει ο χορός, οι κλακέτες και γενικά η ζωντάνια στην ταινία, μου έκανε εντύπωση πώς είχαν φτιαχτεί και κινηματογραφηθεί όλα εκείνα τα πράγματα.
Αργότερα, στην εφηβεία, σοβάρεψα. Άρχισα να βλέπω Sergei Eisenstein, Pier Paolo Pazolini, Vittorio De Sica, Ingmar Bergman, τη γαλλική Nouvelle Vague κ.τ.λ. Καθοριστικό όμως ρόλο έπαιξε το ότι γύρω στα 16 μου χρόνια μπήκε στην οικογένειά μας με γάμο ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Παντρεύτηκε την Μαριάννα Σπανουδάκη που ήταν κόρη της θείας μου. Αυτός μου μίλησε για πολλούς σκηνοθέτες, αλλά κυρίως μου έδειξε τον τρόπο να βλέπω τις ταινίες. Και φυσικά από κει και πέρα δούλεψα και σαν βοηθός του. Έμαθα πολλά, πάρα πολλά από τον Νίκο σε πρακτικό επίπεδο, χωρίς να θεωρήσουμε ποτέ, ούτε εκείνος ούτε εγώ, ότι επηρεάστηκα από τη δική του αισθητική.
Λατρεία πάντως έχω στον Pazolini, στον Βéla Tarr και τον Peter Watkins.
Θεμελιακές ελληνικές ταινίες για μένα είναι ο Ιωάννης ο βίαιος και οι Κρυσταλλινες νύχτες της Τώνιας Μαρκετάκη, οι Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και το Μελόδραμα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, η Αναπαράσταση και ο Μεγαλέξαντρος του Αγγελόπουλου, και ο Κλέφτης ή πραγματικότητα της Αντουανέττας Αγγελίδη.
Όλες αυτές οι ταινίες είναι ποίηση και στοχασμός. Μέσα από ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές γραφές πραγματεύονται εξαιρετικά σημαντικά θέματα: το πολυδιάστατο της ανθρώπινης ύπαρξης, την α-διακρισία των ανθρώπων και του θεσμού της δικαιοσύνης, την ανάγκη ενός σκανδαλωδώς ανορθόδοξου απαγορευμένου έρωτα που φτάνει σε μεταφυσικά άκρα, το δικαίωμα στη μη δράση και την αποσύνθεση της αστικής τάξης, την αναζήτηση ταυτότητας και το δικαίωμα στην ευθανασία, την αδυσώπητη σκληρότητα της επαρχίας και την αποδημία των Ελλήνων, τη μελαγχολία της μοίρας της ανθρώπινης φύσης αλλά και την αναπόφευκτη φθορά της εξουσίας. Και το μότο της ταινίας της Αντουνέττας: «ό,τι ξόδεψα το είχα, ό,τι φύλαξα το έχασα, ό,τι χάρισα το έχω» που εκφράζει το πνεύμα της ταινίας της και ένα πνεύμα που γενικότερα με ενδιαφέρει.
Από τις ταινίες του παγκόσμιου σινεμά πιστεύω ότι το Zietgeist των πρώτων 25 χρόνων του 21ου αιώνα αντιπροσωπεύει η ταινία Αρμονίες του Βερκμάιστερ (2000) του Béla Tarr που δείχνει έναν υπερευαίσθητο νέο άνθρωπο που περιδιαβαίνει με αθώα περιέργεια την ακατανόητη φρίκη και παράνοια της χώρας του. Νομίζω ότι αυτή η αίσθηση είναι κοινή για όλους μας και εμφανίζεται όλο και πιο έντονα στις καρδιές μας. Κάπως έτσι περιδιαβαίνουμε όλοι τον 21ο αιώνα, όπως τώρα που παρακολουθούμε τρομαγμένοι και με αποτροπιασμό τα έργα και τις μέρες της Αμερικής και του Ισραήλ.
Αγαπώ την Ελλάδα, γιατί εμπεριέχει ποίηση μέσα στις αντιφάσεις της. Νομίζω ότι η ματιά μου είναι σε κάποιο βαθμό ανθρωπολογική, είτε κάνω μυθοπλασία είτε κάνω ντοκιμαντέρ. Με αυτή την έννοια, το φως της χώρας και το τοπίο μαζί με τα ανθρώπινα πρόσωπα είναι σίγουρα τα στοιχεία μέσα από αυτά που εμπνέομαι και εκφράζομαι. Βασικά το φως και το τοπίο με ενδιαφέρουν όταν βλέπω πώς έχουν χαραχθεί στη συμπεριφορά και στην όψη των ανθρώπων. Τον Παπαδιαμάντη τον βρήκα στη Νίσυρο (καθοριστική τοποθεσία από όλες τις απόψεις για τη σημερινή ύπαρξή του) κι έτσι εμπνεύστηκα για να διασκευάσω κινηματογραφικά το διήγημα «Η Νοσταλγός».
Αργότερα έτυχε να πέσω πάνω στην ιστορία του Γιάννη Ατζακά μέσα από τη γνωριμία μαζί του και με τα βιβλία του. Εκεί άνοιξε μπροστά στα μάτια μου ένας κόσμος, ένα περίπου άγνωστο κεφάλαιο της Ιστορίας, το οποίο με συνάρπασε γιατί με τάραξε και με σόκαρε. Μου δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία να μελετήσω τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, τα σχετικά με το θέμα των Παιδοπόλεων, αλλά για να κατανοήσω πραγματικά τι συνέβαινε εκεί μέσα ένιωσα την ανάγκη να γνωρίσω όσο πιο βαθιά γίνεται τον χαρακτήρα του Γιάννη Ατζακά. Μεσα από τη φιλία μας που δημιουργήθηκε σιγά σιγά, περισσότερο από τα διαβάσματα, η ψυχή του Γιάννη μου αποκάλυψε τη φύση της επιχείρησης της Φρειδερίκης.
Έμαθα σινεμά κοιτάζοντας ταινίες, σπουδάζοντας στη Σορβόννη στο Παρίσι και στο National Film & TV School στο Λονδίνο και δουλεύοντας ως βοηθός, κυρίως με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, αλλά και με τον Παντελή Βούλγαρη και με άλλους…
Η κινηματογραφική ταυτότητα του καθενός ανακαλύπτεται διαδοχικά από ταινία σε ταινία που κάνει. Χωρίς να το συνειδητοποιείς, αν κοιτάξεις πίσω και δεις τις ταινίες σου από την πιο πρόσφατη στην πιο παλιά, θα δεις τις εμμονές σου να επανέρχονται επίμονα, ακόμη κι αν κρύβονται σε διαφορετικά σημεία κάθε φορά.
Όταν μου έρχεται μια ιδέα για ταινία πάντα εμφανίζεται ένα πρόσωπο μέσα στο κεφάλι μου, αλλά αυτό το πρόσωπο είναι μια εικόνα, μια κατάσταση. Π.χ. για τον Θολό Βυθό ήταν σε contre plongé το πρόσωπο του παιδιού με βλέμμα χαμένο να παρασύρεται από μια θάλασσα ή μάλλον ένα ποτάμι από παιδιά που κατεβαίνουν μια σκάλα. Αυτή η εικόνα με οδήγησε συνεχώς μέχρι που ολοκληρώθηκε η ταινία. Αυτή η εικόνα δεν γυρίστηκε ποτέ, αλλά αυτή η εικόνα εμπεριείχε μέσα στο μυαλό μου όλο το πολιτικό-υπαρξιακό πνεύμα της ταινίας.
Η μεγαλύτερη αδυναμία του Ελληνικού Κινηματογράφου είναι η σκηνοθεσία και η μεγαλύτερη δύναμή του είναι πάλι η σκηνοθεσία. Δηλαδή δεν πιστεύω αυτά που λένε ότι το σενάριο είναι το κυριότερο πρόβλημα. Τα σενάρια φαίνονται και ακούγονται κακά όταν είναι κακά σκηνοθετημένα, και είναι κακά σκηνοθετημένα όταν αυτός που σκηνοθετεί δεν ξέρει με τι μέσα να εκφράσει την βαθύτερη του αλήθεια. Γιατί για μένα μόνο η εξομολόγηση ενός μυστικού κάνει μια ταινία αξιόλογη και ενδιαφέρουσα. Μου είναι απολύτως αδιάφορα τα φιλμ που κάνουν πολλά εισιτήρια εκχυδαΐζοντας την κινηματογραφική γραφή για να διευκολύνουν τα πλήθη ή για να κρύψουν πίσω από εντυπωσιασμούς και περίπλοκες τεχνικές το κενό του νοήματος που φέρουν.
Ο Béla Tarr έχει πει για τον τρόπο που κάνει ταινίες: «Πιστεύω πως αν, όταν κάνουμε ταινίες, είμαστε πιο ανοικτοί, αμερόληπτοι και ειλικρινείς, κι αν οι άνθρωποι βλέπουν τις ταινίες με την καρδιά και το μυαλό τους, και πιστεύουν μόνο στα μάτια τους, τότε μπορούν να καταλάβουν τι κάνουμε. Κι αυτό, όχι μόνο δεν είναι τίποτα πολύπλοκο, αλλά θα γίνει και κομμάτι της ζωής τους.»
Πρώτο και κύριο μέλημα της Πολιτείας θα έπρεπε να είναι να ανοίγει κινηματογραφικές αίθουσες αντί να τις κλείνει. Σινεμά σημαίνει μεγάλη οθόνη και μόνον. Αυτό δεν είναι από μέρους μου φετιχισμός, αλλά πίστη στην αληθινή φύση του κινηματογράφου που φτιάχνεται για να τον βλέπεις σε μεγάλη οθόνη και με άλλους ανθρώπους γύρω σου, γνωστούς σου και αγνώστους. Οι δημιουργίες που φτιάχνονται για να τις βλέπεις σπίτι σου ή στο τηλέφωνό σου πρέπει να θεωρούνται άλλο είδος τέχνης, καθόλου αμελητέο αλλά που δεν πρέπει να μπερδεύεται με το σινεμά. Η Πολιτεία θα έπρεπε να μυεί τους πολίτες από την παιδική τους κιόλας ηλικία στην επίγνωση αυτής της διαφοράς μεταξύ των ειδών. Δεν είναι υποκατάστατο το ένα του άλλου. Και προς αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε η Πολιτεία να υποστηρίζει περισσότερο και τους διανομείς και τους αιθουσάρχες ώστε να δημιουργείται και σ’ αυτούς η ενθάρρυνση και η υποχρέωση να προωθούν περισσότερο και πιο σωστά τις ταινίες για την αίθουσα και μάλιστα ιδιαίτερα τις ελληνικές ταινίες.
Και φυσικά η Πολιτεία θα έπρεπε να αυξάνει ετησίως τα χρήματα για τον κινηματογράφο, να μειώνει τη γραφειοκρατία έτσι ώστε να μη μας βγαίνει η γλώσσα μέχρι να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε μια ταινία, και να επανδρώνει τους οργανισμούς με ανθρώπους σχετικούς με το σινεμά και όχι με γραφειοκράτες.
Επίσης η κρατική τηλεόραση θα έπρεπε να προβάλλει σε prime time ελληνικά ντοκιμαντέρ και ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας και όχι όλες οι τηλεοπτικές ώρες να αναλώνονται σε παιχνίδια, αθλητικά και σειρές. Εδώ κάνανε την ΕΡΤ2 κανάλι αποκλειστικά για αθλητικά! Θα έπρεπε αντίστοιχα να υπάρχει και ένα κανάλι αποκλειστικά για καλλιτεχνικές ελληνικές παραγωγές, είτε αυτές είναι ντοκιμαντέρ είτε είναι μυθοπλασίες, και να προβάλλονται τα δύο είδη εναλλάξ.
Πιστεύω πώς όπως σε όλες τις χώρες λίγες ταινίες γίνονται με την καρδιά του δημιουργού και απευθύνονται στην καρδιά του θεατή. Κι όταν μιλάω για καρδιά, μιλάω για τη βαθύτερη αλήθεια του καθενός. Νομίζω ότι το Weird Wave θυσιάζει συχνά αυτό το στοιχείο στο όνομα μιας φόρμας πιο επικοινωνιακής, πιο παγκοσμιοποιημένης.
Κατ’ αρχήν ξεκαθαρίζω ότι για μένα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία είναι ένα και το αυτό, είναι όλα ταινίες. Κάνω με την ίδια αγάπη το ένα ή το άλλο είδος και μου είναι δύσκολο να διακρίνω τις αισθητικές τάσεις του Ελληνικού σινεμά σήμερα και να δώσω ορισμούς.
Απλοϊκά μπορώ να χωρίσω τα πράγματα ως εξής:
Υπάρχουν οι εμπορικές, όπως ο Καζαντζίδης, η Φόνισσα, ο Καποδίστριας.
Υπάρχουν οι ταινίες Weird Wave που ξεκίνησε ο Λάνθιμος με τις πρώτες του ταινίες και συνεχίστηκαν π.χ. με τον Μακρίδη και με άλλους…
Υπάρχουν κι αυτές που προσπαθούν να εκφράσουν μια κάποια υπαρξιακή και κοινωνική αγωνία με έναν τρόπο πιο κοντά στην καρδιά από εκείνον του Weird Wave.
Σε αυτή την συνομοταξία θα έβαζα τον Φραντζή, την Θεοδωράκη, την Μαντά, τον Α. Βούλγαρη, τον Ζώη, τον Σεβαστίκογλου, την Αγγελίδη κι ας έχει ο καθένας μια πολύ διαφορετική γραφή από τον άλλον…
Σε αυτή την συνομοταξία συμπεριλαμβάνω και τα ντοκιμαντέρ, όπως του Καρακέπελη, του Ψυλλάκη και της Στεφανή και της Βερροιοπούλου.
Και βεβαίως τα Queer Films που ξεκίνησαν με τον Πάνο Κούτρα και συνεχίζουν με τον Ζαχαρία Μαυροειδή… και άλλ@.
Νομίζω ότι είναι μια συνομοταξία από μόνος του ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης που φτιάχνει κάτι εντελώς ξεχωριστό και που δεν εντάσσεται σε καμία γενικότερη τάση.
Επίσης θεωρώ ότι ο Δήμος Αβδελιώδης έχει τον δικό του κόσμο και θα ήθελα να κάνει ξανά σινεμά γιατί νομίζω ότι είναι καλύτερος σε αυτή τη μορφή έκφρασης παρά στο θέατρο.
Με τις πλατφόρμες το σινεμά χάνει θεατές γιατί χάνει την ταυτότητά του. Ξαφνικά οι άνθρωποι νομίζουν ότι μπορούν να δουν όλες τις ταινίες σε λιλιπούτειες οθόνες, και τις περισσότερες φορές ολομόναχοι. Πράγμα που σημαίνει ότι χάνουν τη συγκέντρωση στην εικόνα που θα τους κατακλείσει και θα τους μεταφέρει σε άλλους κόσμους και σε άλλα σύμπαντα. Επίσης η εικόνα, το πλανάρισμα, γίνονται με διαφορετικό τρόπο από τους ίδιους τους δημιουργούς ώστε να λειτουργούν σωστά μέσα στο κάδρο μικρού μεγέθους. Οι ρυθμοί των ταινιών αλλάζουν, ώστε οι αφηγήσεις να γίνονται πιο εύπεπτες για τον θεατή. Και φυσικά όσο ωραία και εξελιγμένη να είναι η τεχνολογία, χάνει απίστευτα και ο ήχος. Σπάνια μια ταινία που βλέπει κανείς σε πλατφόρμα θα προκαλέσει σκέψεις και συζητήσεις σε μια παρέα γιατί ο κινηματογράφος υποβαθμίζεται σε μια pass temps μοναχική ασχολία και όχι σε τέχνη (αυτό που είναι δηλαδή), που θέλει κανείς να δει στην αίθουσα, όπως αντίστοιχα με τη ζωγραφική π.χ. όταν κάνει τον κόπο να πάει στη γκαλερί ή στο μουσείο. Η κινηματογραφική αίθουσα είναι για μένα εκκλησία. Η θέαση της ταινίας είναι προσευχή.
Πάντως το κέρδος της πλατφόρμας είναι ένα. Αν οι ταινίες αφού κάνουν τους κύκλους τους στις αίθουσες και στα φεστιβάλ και περάσουν και κάποια χρόνια, μπορεί να είναι στην ευχέρεια των θεατών να τις ξαναδούν, άρα οι πλατφόρμες να λειτουργούν σαν ιδιωτικές ταινιοθήκες όπου πια μπορείς να βρεις όποια ταινία θέλεις και να τη μελετήσεις, τότε αυτό θα ήταν πολύ χρήσιμο. Ας πούμε θεωρώ πολύ σημαντικό ότι τώρα το CINOBO έχει πάρει όλο τον Αγγελόπουλο και μπορεί κανείς να ξαναδεί όλες αυτές τις πολύ σημαντικές ταινίες. Όμως το CINOBO τις προβάλει πρωτίστως στο σινεμά και πολύ σωστά.
Επίσης θα έπρεπε να δοθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος μεγάλη στήριξη ώστε να πραγματοποιεί το σημαντικό της αρχειακό έργο με μεγαλύτερη άνεση, αλλά και για να μπορέσει να μεγαλώσει τη συλλογή της με ταινίες του παγκόσμιου σινεμά και να αποκτήσει τη δυνατότητα να προβάλλει από το πρωί ως το βράδυ ταινίες αντιπροσωπευτικές της Ιστορίας και όλων των τάσεων του διεθνούς κινηματογράφου. Όπως γίνεται και στη γαλλική Cinémathèque. Αυτό θα έδινε τη δυνατότητα στους φοιτητές και στους μαθητές όλων των σχολών και σχολείων, και στους επαγγελματίες φυσικά, να βλέπουν και να αγαπούν το σινεμά.
Όπως ξαναείπα, θα έπρεπε να διαχωρίζονται τα έργα για μικρή οθόνη από τα έργα του σινεμά. Τότε, αν αποδοθεί στο σινεμά αυτό που του αναλογεί, δηλαδή το γεγονός ότι είναι τέχνη που φτιάχνεται για τη μεγάλη οθόνη και όχι απλώς entertainment προς κατανάλωση, θα συνεχίσει να υπάρχει η μαγεία του κινηματογράφου μέσα από όποια καλλιτεχνική τάση γνωρίζουμε ή εφευρεθεί.
Νομίζω ότι οι αισθητικές τάσεις εξελίσσονται και αλλάζουν, αλλά η ποίηση παραμένει ποίηση και είτε εκφράζεται με πολύ άμεσο τρόπο είτε εκφράζεται με υπαινιγμούς, η μαγεία της δεν θα πεθάνει ποτέ.
Την ώρα που φτιάχνω μια ταινία δεν σκέφτομαι πρωτίστως τον θεατή, αλλά πώς να μπορέσω να ομολογήσω τη δική μου προσωπική αλήθεια. Νομίζω ότι αν μιλήσω με ειλικρίνεια μέσα από την ταινία θα φανερωθεί σε μεγάλο βαθμό το μυστικό που έχω νιώσει τη ανάγκη να φανερώσω. Από κει και πέρα, κατά τη διάρκεια του μοντάζ κυρίως, με απασχολεί αν σε κάθε σκηνή γίνεται κατανοητό αυτό που διαδραματίζεται. Σε αυτή τη φάση παίρνω διάφορες αποφάσεις, είτε να φωτίσω κάπως την αφήγηση ώστε να βοηθήσω την κατανόηση του θεατή, είτε να τη σκοτεινιάσω ώστε να δημιουργηθούν ερωτηματικά που θα κινητοποιήσουν τη σκέψη του. Αλλά τις περισσότερες φορές αυτά γίνονται αυθόρμητα, χωρίς να περνάνε από το μυαλό.
Συλλογικά γίνονται τα οράματα που εκφράζει το σινεμά όταν αυτός που φτιάχνει ταινίες μεταδίδει με ειλικρίνεια το δικό του όραμα. Αυτή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι η προσπάθεια, που ομολογουμένως δεν είναι εύκολη γιατί απαιτεί αυτοψυχανάλυση κατά κάποιον τρόπο. Και δεν έχουμε πάντα όρεξη να μπαίνουμε σε αυτόν τον βασανιστικό και δαιδαλώδη δρόμο.
Θα ήθελα στα επόμενα δέκα χρόνια να αποδοθεί στο Ελληνικό αλλά και στο Παγκόσμιο σινεμά αυτό που του αξίζει και βεβαίως να γίνουν όλα πιο εύκολα για τους δημιουργούς.
Ξέρω ότι μιλάω ουτοπικά, αλλά μιλάω με πίστη στο σινεμά και η πίστη εμπεριέχει πάντα την ουτοπία.

