Πέννυ Παναγιωτοπούλου

«Το ελληνικό σινεμά μου φαινόταν πάντοτε λίγο επιτηδευμένο»

Από πολύ μικρή ηλικία είχα αγάπη για το σινεμά, αλλά και για τις πρώτες σειρές της τηλεόρασης που τότε ξεκινούσε στην Ελλάδα. Ο φυγάς, ο Άγιος, το Peyton Place. Μεγάλωσα στα Πατήσια, που τότε ήταν γεμάτα κινηματογράφους. Η Αμαλία, ο Αχιλλέας, το Ράδιο Σίτι , αργότερα το Λιλά, το Στούντιο, και φυσικά το Λίντο, όπου απέναντι βρισκόταν το σπίτι της γιαγιάς μου και έτσι έβλεπα στα κρυφά όλες τις ταινίες από το μπαλκονάκι της. Η πρώτη ταινία που με μάγεψε παιδάκι, ήταν η Μαίρη Πόππινς∙ η ταινία που με έκανε να θέλω να κάνω σινεμά, αλλά και με έπεισε ότι ίσως και να μπορούσα, ήταν το Με κομμένη την ανάσα του Γκοντάρ, αλλά η ταινία που μου άλλαξε τη ζωή ήταν Το επάγγελμα ρεπόρτερ του Αντονιόνι, γιατί τότε οι ταινίες μπορούσαν να σου αλλάξουν και τη ζωή. Την είχα δει 15 φορές.

Ο άνθρωπος που με βοήθησε να διαμορφώσω το γούστο μου στον κινηματογράφο ήταν ο Σωκράτης Καψάσκης και το Στούντιο. Οι ταινίες που έφερνε, αγορασμένες κόπιες από τον ίδιο, ήταν πραγματικό σχολείο. Βλέπαμε ταινίες που θα ήταν δύσκολο να δούμε στην Ελλάδα τότε σε κανονική διανομή. Η συνεισφορά του, σημαντική. Θυμάμαι ακόμη πώς ένιωθα όταν βγήκα από το Ποιος θυμάται την Ντόλυ Μπέλ την πρώτη ταινία του Εμίρ Κουστουρίτσα, Το πέρασμα του Χρόνου του Βιμ Βέντερς, ή τις ταινίες των Γέρζυ Σκολιμόφσκι και Κριστόφ Ζανούσι.

Το σινεμά το αγαπούσα με πάθος, έμπαινα στις ζωές των άλλων, τις κατοικούσα, αλλά ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι θα μπορούσα και εγώ να γυρίσω μια ταινία, πόσο μάλλον να το κάνω επάγγελμα. Ποτέ. Και το διάβασμα το αγαπούσα και σε αυτό κατέφευγα, δεν σκέφτηκα όμως ποτέ ότι θα μπορούσα να γίνω συγγραφέας. Ήμουνα κάπως ντροπαλή και ανασφαλής, ανασφαλής είμαι ακόμη, και έτσι θεωρούσα ότι κάτι τέτοιο δεν θα μου ταίριαζε. Παραήταν βαρετά στη Νομική όμως, και γράφτηκα στη σχολή Σταυράκου μόνο και μόνο για να δω πώς είναι. Και επειδή πάντα τελειώνω αυτά που αρχίζω, σαν πτυχιακή, έκανα σε σούπερ οκτώ, ένα ταινιάκι πολύ απλό. Ο ήρωας καθόταν στο σπίτι του και φανταζόταν ότι ταξίδευε. Ένας καθηγητής, που δεν ζει πια, ο Πάνος ο Παπακυριακόπουλος, το ξεχώρισε λέγοντάς μου ότι ξέρω να αφηγούμαι μέσω του μοντάζ και ότι γι’ αυτό θα έπρεπε να ασχοληθώ πιο σοβαρά με το σινεμά. Τον άκουσα, του το οφείλω. Ο έπαινός του με ελευθέρωσε.

Πήρα την απόφαση να συνεχίσω στην Αγγλία τις σπουδές μου, που μου χαρίσανε μιαν άλλου τύπου διαύγεια, ερεθίσματα αλλά και πολύ διαφορετική καθημερινότητα. Δύσκολη, αλλά διαφορετική. Εκείνα δε τα χρόνια, όταν ταξίδευες, δεν υπήρχε η ομοιομορφία που υπάρχει σήμερα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα απογεύματα στο BFI και τις ταινίες που βλέπαμε εκεί κοντά στο ποτάμι.Tα late night shows στο Scala. Ήμουν εκεί τη δεκαετία του ’80, όταν ο Jim Jarmusch, νέος σκηνοθέτης τότε, είχε δείξει μία μικρού μήκους, εντυπωσιακή στα μάτια μου, το Stranger than Paradise. Αργότερα, αφού προστέθηκαν κεφάλαια, αποτέλεσε την πρώτη του ταινία. Τότε, τέσσερα άτομα όλα και όλα στην αίθουσα. Γυρνώντας πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια, νιώθω ότι έζησα κι εγώ την αρχή κάποιων πραγμάτων.

Η ενσυναίσθηση, η εσωτερικότητα, ίσως και κάποια μελαγχολία, δένουν τις ταινίες μου, όσο διαφορετικές και να είναι μεταξύ τους. Άλλες φορές ξεκινάω από ένα κομμάτι διαλόγου, άλλες από έναν χώρο που με κινητοποιεί, και άλλες από ένα πρόσωπο. Στους Δύσκολους Αποχαιρετισμούς: Ο Μπαμπάς μου, πριν και πάνω από όλα είχαν γραφτεί τα γράμματα. Έτσι μπόρεσα να μπω στον χαρακτήρα του μικρού και να τον γράψω. Στη λιγότερο γνωστή μου ταινία, το Σαν βροχή και σαν χαλάζι, είχα ξεκινήσει από τους διάλογους. Μέσα σε ένα εμπνευσμένο τελικά βράδυ είχα γράψει ολόκληρη την τρίτη ιστορία της σπονδυλωτής αυτής ταινίας, για ένα παράνομο ζευγάρι που γύρναγε από Θεσσαλονίκη, ίσως στο τελευταίο του ταξίδι μαζί. Στο September ξεκίνησα από ένα τραγούδι. Το Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη αλλά στην εκτέλεση της Φλέρυς Νταντωνάκη, τραγούδι που άκουγα συνέχεια το καλοκαίρι που πέθανε η μητέρα μου, γιατί μόνο αυτό μπορούσα να ακούσω. Το Eldorado έγινε από την αγάπη μου για τον Ντύλαν Τόμας.

Αλλά κάθε φορά που ξεκινάει μια καινούργια περιπέτεια νομίζω ότι στη βάση της είναι ο φόβος. Ναι, μιλάω για όσα φοβάμαι. Στους Δύσκολους αποχαιρετισμούς ήταν ο φόβος για τον θάνατο του πατέρα, η αγωνία για το πώς θα κρατήσουμε τα περασμένα στη μνήμη, στο September, ο φόβος για τη μοναξιά, στο Wishbone, ο φόβος μιας αναπόφευκτης οικονομικής καταστροφής, στο Σαν βροχή και σαν Χαλάζι, ο φόβος της απώλειας της ερωτικής σχέσης. Δικοί μου είναι οι φόβοι, μετά γίνονται και των ηρώων μου.

Το σινεμά έχει αλλάξει πολύ. Αναπόφευκτα. Και η τεχνική, οι κοινωνίες, οι επικοινωνίες, όλα είναι πιο εύκολα και πιο δύσκολα για τον ίδιο λόγο. Πιο δύσκολα γιατί δεν υπάρχει και το κοινό για τόση μεγάλη αφθονία και προσφορά. Και έτσι αξιακά πολλά καλά πράγματα περνάνε απαρατήρητα, ενώ μέτρια φιγουράρουν σε λίστες. Πιο εύκολα γιατί τα ερεθίσματα έχουν πολλαπλασιαστεί, η κατασκευή είναι λιγότερο περίπλοκη, με αποτέλεσμα να μπορεί κανείς να δοκιμάσει πράγματα με άνεση, ή να τα αλλάξει πολύ πιο γρήγορα και εύκολα στο μοντάζ, στο colour grading ή ακόμη και στο γύρισμα, γιατί η τεχνική άλλοτε το επιτρέπει, άλλοτε το επιβάλλει. Παρόλα αυτά, και ενόσω οι ιστορίες είναι φροντισμένες, ποιοτικές, τα σενάρια πιο δυνατά, οι κινηματογραφίες ξεχωριστές, προερχόμενες από παντού και όχι μόνον από τις ηγεμονικές χώρες, όλα μοιάζουν πανομοιότυπα, όποια και αν είναι η ιστορία, η επίγευση μένει ίδια. Θαρρείς ότι μπορείς να διακρίνεις τον μηχανισμό που τις παράγει και προσπαθεί να τις τελειοποιήσει. Θα πω κάτι που είναι δύσκολο να το εκφράσω, αλλά θα το προσπαθήσω. Λίγες από αυτές τις ταινίες καταφέρνουν με τη σκηνοθεσία τους, τις αισθητικές τους επιλογές, να αναγάγουν το θέμα τους σε κάτι μεγαλύτερο, διευρυμένο, που να ξεφεύγει από το ειδικό, το προσχεδιασμένο, και που να μπορεί να αγγίξει το βάρος ολόκληρης της ύπαρξης, όπως για παράδειγμα συνέβαινε σε αμερικάνικες ταινίες του ʼ70, στο Σκιάχτρο του Jerry Schatzberg, στη Bρώμικη πόλη του John Huston ή στον Cowboy του Μεσονυχτίου. Το σκηνοθετικό τους στίγμα, είναι τόσο διακριτό που διαχέεται υπόγεια παντού, χωρίς εντυπωσιασμούς. Και οι ιστορίες που διηγούνται δεν φαντάζουν βαρίδια, αλλά σε απογειώνουν και σε καθιστούν μάρτυρα κι εσένα των δικών τους επιλογών.

Εμείς ως λαός και λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω ελλιπούς εκπαίδευσης έχουμε μια δυσκολία στην τέχνη της αφήγησης. Οι ιστορίες μας στερούνται φυσικότητας, γι’ αυτό και το ελληνικό σινεμά μου φαινόταν πάντοτε λίγο επιτηδευμένο. Η επιτήδευση αυτή είναι και η τωρινή του δύναμη αλλά και η αδυναμία του. Και πιστεύω ότι δεν είναι κάτι σημερινό. Και οι ταινίες της προηγούμενης γενιάς, συγκεκριμένα του ΝΕΚ, προπομποί του weird ήταν, ακόμη και όταν οι ταινίες βαφτιζόντουσαν ποιητικές, μόνο που τότε η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να τις ανεχτεί. Τότε όλοι αναζητούσαν ένα περισσότερο νατουραλιστικό ή ρεαλιστικό, κατανοητό σινεμά, που θα τους άγγιζε. Τώρα η τάση αυτή έχει γυρίσει από την ανάποδη. Επειδή ο ρεαλισμός συγχέεται πολύ με τις ψευδονατουραλιστικές απεικονίσεις κυρίως σε πλατφόρμες και τηλεόραση, η αναζήτηση της φόρμας γίνεται εντονότερη. Αλλά φόρμα, χωρίς ραχοκοκαλιά, χωρίς έρμα δεν μπορεί να «σημαίνει», να ταράξει τελικά.

Ίσως λοιπόν η τέχνη της σκηνοθεσίας, και μόνο αυτή, μπορεί να εξυψώσει μια ιστορία σε Έργο, σε γεγονός καλλιτεχνικό, και με αυτό τον τρόπο να σε δεσμεύσει συναισθηματικά. Αυτό το ποιοτικό στίγμα είναι που ενοποιεί το καλό σινεμά στο πέρασμα των χρόνων και το καθιστά αναλλοίωτο, όσο και να έχουν αλλάξει οι μηχανισμοί παραγωγής και διανομής, ή οι αισθητικές και αφηγηματικές τάσεις.

Κύλιση στην κορυφή