Αφοσιωμένος θιασώτης του Γιώργου Κοτζιούλα, ο συγγραφέας, μελετητής της γλώσσας και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος δημοσιεύει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 στον ιστότοπό του και από το 2009 στο δημοφιλές ιστολόγιό του (https://sarantakos.wordpress.com) ποιήματα, πεζά και δοκίμια του Κοτζιούλα, καθώς και ποικίλα μελετήματά του για τον ποιητή.[1] Με πολύχρονη έρευνα στις πηγές, εξάλλου, έχει ανακαλύψει δεκάδες αθησαύριστα ποιήματα και άλλες ακατάγραπτες δημοσιεύσεις του Κοτζιούλα, τις οποίες και γνωστοποίησε στον γιο του ποιητή, Κώστα, και στον βιβλιογράφο του, τον Σταμάτη Μερσινιά.[2] Παθιασμένος ερευνητής και έγκριτος επιμελητής νεοελληνικών λογοτεχνικών κειμένων (κυρίως του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του Κώστα Βάρναλη), ο Σαραντάκος έρχεται τώρα να μας προσφέρει, υποδειγματικά μεταγραμμένα και επιμελημένα, τα πέντε συνολικά ημερολόγια που κράτησε ο Κοτζιούλας στη διάρκεια της ζωής του.[3] Το βιβλίο εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή και ξεκινά με έναν «Πρόλογο» του Εκδοτικού, όπου αναδεικνύεται η διασταύρωση των ημερολογίων με την Ιστορία, και ιδιαίτερα με «την πορεία του εργατικού-λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος» κατά την πολυτάραχη δεκαετία του ’40· στη σύντομη «Εισαγωγή» ο Σαραντάκος μάς παρουσιάζει το υλικό του και μας εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε· τα Ημερολόγια συνοδεύουν διαφωτιστικές υποσημειώσεις για ένα πλήθος από πρόσωπα και γεγονότα· ακολουθούν «Παράρτημα φωτογραφικών και εικόνων», «Χρονολόγιο» του ποιητή και, τέλος, ένα απολύτως απαραίτητο «Γλωσσάρι».
Κάθε ένα από τα πέντε ημερολόγια έχει το δικό του ξεχωριστό άρωμα, κλίμα και τρόπο γραφής. Όλα τους, όμως, όπως επισημαίνει ο επιμελητής, «είναι συνδεδεμένα άμεσα με την Κατοχή και τις μετακατοχικές περιπέτειες της χώρας, αλλά και με την προσωπική εμπλοκή του ίδιου του Κοτζιούλα στην Εθνική Αντίσταση και με τις συνέπειες αυτής της επιλογής» (σ. 21). Το πρώτο, που είναι και το εκτενέστερο, γράφτηκε στη γενέτειρα του ποιητή, την Πλατανούσα των Τζουμέρκων, από τον Νοέμβριο του 1941 ώς τον Φεβρουάριο του 1942, ζωντανεύει τη ζωή των Ηπειρωτών την περίοδο της Κατοχής και έχει «λαογραφική, ακόμη και γλωσσολογική αξία ως πρωτογενές υλικό» (σ. 22). Έναν χρόνο αργότερα ο Κοτζιούλας συνδέεται με τους αντάρτες και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ, όπου δραστηριοποιείται, κυρίως ως αγωνιστικός ποιητής και θιασάρχης της Λαϊκής Σκηνής, μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας. Το δεύτερο ημερολόγιο γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1944 στο αναρρωτήριο της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στο οποίο κατά διαστήματα ο Κοτζιούλας υπηρέτησε ως επιμελητής. Το τρίτο και πιο αισιόδοξο ημερολόγιο καλύπτει την περίοδο Οκτωβρίου 1944-Ιανουαρίου 1945, όταν ο ποιητής στάλθηκε με άλλους μαχητές του ΕΛΑΣ στην Κεφαλονιά και τελειώνει με τη θριαμβευτική είσοδο του ΕΛΑΣ στην Άρτα τις πρώτες μέρες του 1945, τότε που, όπως σημειώνει ο Σαραντάκος, «η δικαίωση των αγώνων της Αντίστασης φάνταζε εφικτή και το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσαν στις απελευθερωμένες περιοχές και προσπαθούσαν να οργανώσουν τη νέα ζωή» (σ. 22). Το τέταρτο σημειωματάριο (Δεκέμβριος 1944-1η Μαρρίου 1945) συνδυάζει ημερολογιακές καταγραφές από ποικίλες μετακινήσεις του Κοτζιούλα (Πρέβεζα, Λευκάδα, πορεία προς Θεσσαλία μέσω Μετσόβου) και ημιτελείς αφηγήσεις που ίσως σκόπευε να αξιοποιήσει αργότερα.
Στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου θα ασχοληθώ με το τελευταίο ημερολόγιο, που παρουσιάζει μια σειρά από ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες: είναι το μόνο που τοποθετείται στην περίοδο του Εμφυλίου (21 Απριλίου – 7 Νοεμβρίου 1948), το μόνο που γράφεται κατά τη διάρκεια της παραμονής του ποιητή στην Αθήνα, το μοναδικό που τιτλοφορείται «ατομικό» (είναι γραμμένο σχεδόν αποκλειστικά σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ενώ στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ημερολόγιο κυριαρχεί το αντιστασιακό «εμείς» και το πρώτο δίνει συχνά φωνή σε μορφές Ηπειρωτών), το μοναδικό που, όπως σημειώνεται, δεν προορίζεται για τη δημοσιότητα (πιθανότατα λόγω της ιδιωτικής φύσης του) και, τέλος, το μόνο που γράφεται υπό τόσο δύσκολες βιοτικές συνθήκες και αποπνέει μια πικρή αίσθηση αντιηρωισμού.
Θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει «Ημερολόγιο μιας πτώσης», καθώς όλα όσα είχαν τονώσει την αυτοπεποίθηση του Κοτζιούλα και είχαν ισχυροποιήσει την πίστη του σε έναν δικαιότερο κόσμο στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’40 (η ζωή πλάι στον Άρη Βελουχιώτη, η εν θερμώ συγγραφή ποιημάτων που ενθουσίαζαν τους αντάρτες, η δραστηριότητά του με τη Λαϊκή Σκηνή) γίνονται, στην Αθήνα του Εμφυλίου, πρόξενοι μιας τριπλής ενοχής: του αγωνιστή που επέστρεψε από τη δράση στα βιβλία, του συναγωνιστή που αντί να βρίσκεται στις φυλακές και τα ξερονήσια βιώνει μια έστω και σχετική ασφάλεια και μια έστω και οικονομικά εξαθλιωμένη ρουτίνα, και του επαρχιώτη που εγκατέλειψε την εμπόλεμη επαρχία για να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Ενώ, όμως, από τα τέλη του 1945, που εγκαθίσταται οριστικά στην πρωτεύουσα, ώς τα τέλη του 1947 ο Κοτζιούλας απαλύνει το βάρος της ενοχής του αναπτύσσοντας πυρετώδη αγωνιστική συγγραφική δράση [υμνεί τους οπλαρχηγούς του ΕΛΑΣ στη συλλογή Οι πρώτοι του αγώνα. Σονέτα (1946), δημοσιεύει τα ποιήματα της συλλογής Ο Άρης (1946), γράφει τα ποιήματα της ανέκδοτης συλλογής Με τα φτερά του αγώνα, συνθέτει τα απομνημονεύματα Ιστορία ενός θιάσου και Όταν ήμουν με τον Άρη, αρθρογραφεί τακτικά στηλιτεύοντας ποικίλες παθογένειες στον Ρίζο της Δευτέρας κ.λπ.], στη συνέχεια αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που τον ρουφάει στη δίνη της αναστέλλοντας τον παρεμβατικό λόγο του: τον Οκτώβριο του 1947 απαγορεύεται η κυκλοφορία του Ριζοσπάστη και λίγο μετά του Ρίζου της Δευτέρας, τον Δεκέμβριο φουντώνει ο ένοπλος εμφύλιος καθώς ιδρύεται η «Κυβέρνηση του βουνού» με πρόεδρο τον Μάρκο Βαφειάδη, στις 27 Δεκεμβρίου επιβάλλεται ο αναγκαστικός νόμος που θέτει εκτός νόμου ΚΚΕ και ΕΑΜ, οι κομμουνιστές λογοτέχνες και όσοι συμπορεύονται με αυτούς υφίστανται ποικίλες διώξεις, ενώ το κράτος παρεμβαίνει και στον λογοτεχνικό συνδικαλισμό με στόχο την «εκκαθάριση της πνευματικής ζωής από το συμμοριτισμό».[4]
Όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στη διάρκεια του 1948 ο Κοτζιούλας
βρίσκεται σε ένα δωματιάκι μιας ταράτσας πολυκατοικίας στο Παγκράτι και προσπαθεί να ζήσει από την πένα του και να αποσπάσει τα χρωστούμενα από κακοπληρωτές εκδότες· ενώ στην πατρογονική του Ήπειρο και σε όλη την ύπαιθρο μαίνεται ο Εμφύλιος, ο μόνιμος βραχνάς του, όπως και κάθε αριστερού της πόλης, είναι ο φόβος της σύλληψης και η αίσθηση της ανημπόριας. […] Κάτι που περιορίζει ακόμα περισσότερο τις κινήσεις του είναι η ληγμένη αστυνομική ταυτότητά του, που τον κάνει να τρέμει και τον παραμικρό έλεγχο στο δρόμο. […] Για λόγους συνωμοτικότητας δεν κρατούσε το ημερολόγιό του στο δωμάτιο όπου κοιμόταν, αλλά σε άλλο μέρος, μάλλον σε φιλικό σπίτι. (σ. 23)
Ο ποιητής συναντιέται, σε σπάνιες ευκαιρίες, με συντρόφους του, όπως τον τυπογράφο Σταύρο Τσακίρη, τον θεατράνθρωπο του βουνού και μεταφραστή του Σαίξπηρ Βασίλη Ρώτα κ.ά. και κάνει στο ημερολόγιό του σχόλια για τον κλοιό που ολοένα και περισσότερο σφίγγει γύρω από τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του:
Είμαστε οι απόκληροι, οι βασανισμένοι. Κι είναι σήμερα Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα της σταύρωσης. Οι Έλληνες σκοτώνονται απάνω στα βουνά και παραέξω στο Γουδί. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριό μας; Πότε θα μας αφήσουν ήσυχους οι ξένοι; (30 Απριλίου, σ. 306)
Η Λαμπρή ξημέρωσε με στατιωτικό νόμο. Θα ’ναι δύσκολο πια να γράφω ημερολόγιο. Τα πάντα παρακολουθούνται απ’ την αστυνομία και μπορείς να βρεις το μπελά σου. Ακόμη κι η κυκλοφορία έξω πρέπει να σταματήσει. Καλύτερα να περνώ τις ώρες μόνος μου στο δωμάτιο παρά να πηγαίνω στα σπίτια, έστω και για τα χρόνια πολλά. (2 Μαΐου, σ. 308-09)
Κάνουν μπλόκα, ελέγχους, έρευνες παντού. Εγώ δεν έπεσα επάνω τους ακόμα. Φυλάγομαι όσο μπορώ, γιατί το φρέσκο δεν είναι καλό ούτε με τη ζέστα. (15 Μαΐου, σ. 316)
Σήμερα έπιασαν το Γιάννη Δάλλα. Τον κρατούν στην ασφάλεια του Παγκρατιού και κανένας από μας δε μπορεί να τον ιδεί. […] Όποιος μπλέξει μαζί τους, κακά ξεμπερδεύει. (28 Ιουνίου, σ. 327-28).
Έχω ένα μήνα που δεν έγραψα τίποτε. Μου πέφτει λίγο μακριά να περνάω από δω, έπειτα δεν έχω να σημειώσω και τίποτε καινούργιο. […] Ο έλεγχος ταυτοτήτων είναι για μένα ένας παντοτινός εφιάλτης. Ακόμα και στη θάλασσα δεν κατέβηκα ούτε μια φορά φέτος το καλοκαίρι. Θα περάσω πάλι τις ζέστες μέσα στο απαίσιο δωμάτιό μου που καίει σα φούρνος. Τουλάχιστο έχω την ησυχία μου, δε με πείραξαν ακόμα. Η αλήθεια είναι πως φυλάγομαι πάρα πολύ, αλλά μπορεί να βρει κανείς το μπελά του απ’ το τίποτε, από κάτι τυχαίο. (31 Ιουλίου, σ. 330)
Ο Κοτζιούλας απεχθάνεται αυτό το κρυφτούλι με την εξουσία, ασφυκτιά μετά τις ηρωϊκές στιγμές που έζησε στα βουνά της Ηπείρου και, με το άκαμπτο ήθος του, αυτοσαρκάζεται σε στίχους και επιστολές του προς τον καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Berkeley Γιώργο Χρ. Σούλη,[5] με τον οποίο αλληλογραφεί στη διάρκεια του Εμφυλίου:
ΣΤΟΝ ΑΥΓΕΡΗ, ΕΝ ΕΤΕΙ 1948
Πού πήγες και το διάλεξες τ’ όνομα τούτο, Μάρκο,
σε τέτοιες ώρες σίγουρο για τον Άη Στράτη μπάρκο!
Σε βλέπω και λοξοδρομώ, σ’ ακούω, σταυροκοπιέμαι
και μαθητή π’ αρνήστηκε το δάσκαλό του πε με.
(«Οι δοξαριές του λαλητή»)[6]
Μήπως εμείς από δω μπορούμε να φανταστούμε τη μαύρη ζωή των χωριών μας; Μια νύχτα, λέει, τους έπιασαν όλους στα σπίτια τους ξαφνικά και πήγαν να τους κρεμάσουν με τριχιές στα πλατάνια. […] Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς στην Αθήνα […] Γι’ αυτό, Γιώργο, μην απορείς που έγινα… συντηρητικός, δηλ. δεν εκτίθεμαι. Εμείς εδώ είμαστε κάθε ώρα στη μπούκα του ντουφεκιού.[7]
Παρά τις προφυλάξεις του, που τις επιβάλλει πρωτίστως η εύθραυστη υγεία του, ο Κοτζιούλας δεν γλιτώνει τη σύλληψη: αφού στις 22 Μαΐου η αστυνομία εισβάλλει στο δωμάτιό του, κάνει έρευνα και τον οδηγεί στο τμήμα επειδή δεν είχε θεωρημένη την επαρχιακή του ταυτότητα («“η τύχη μου δουλεύει” και ίσως με περιμένει καμιά εξορία. Μα είμαι αποφασισμένος να τα υποστώ όλα», σ. 317), στη συνέχεια, στις 18 Αυγούστου, συλλαμβάνεται με ένταλμα της Ασφάλειας Λαρίσης και τον οδηγούν στη Λάρισα, θεωρώντας ότι είναι ο γλύπτης Κατσικογιάννης ή κάποιος συνωμότης. Κρατήθηκε εκεί για περισσότερο από μια εβδομάδα και χάρη σε έναν καλό, όπως γράφει στο ημερολόγιό του, ανακριτή αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Αθήνα (5 Σεπτεμβρίου, σ. 331-332), όπου πληροφορήθηκε ότι είχαν κινητοποιηθεί για χάρη του «καμιά εκατοντάδα άνθρωποι, σπασμωδικά όμως και χωρίς αποτέλεσμα», ανάμεσά τους η στενή φίλη του Έλλη Παπαδημητρίου και ο Γιώργος Κατσίμπαλης. Σχολιάζει πικρά στο τέλος της περιπέτειάς του:
Ένα είναι γεγονός: πως βρισκόμαστε πια στο έλεος των δεξιών. Μας αφήνουν και ζούμε. Η πανίσχυρη άλλοτε οργάνωσή μας δεν έχει καμιά δύναμη τώρα για μας. Ας είναι· η περιπέτεια αυτή με δίδαξε πολλά. Είδα στα μπουντρούμια το λαό μας το μάρτυρα, το βασανισμένο, και πιστεύω όσο ποτέ στην ηθική του αφθαρσία. (5 Σεπτεμβρίου, σ. 332)
Το ενδιαφέρον του «Ατομικού ημερολογίου 1948» δεν εξαντλείται στην ιστορική αξία του. Μας δίνει και μια εικόνα της εργασιακής εκμετάλλευσης που υφίσταντο όσοι, όπως ο Κοτζιούλας, βιοπορίζονταν τότε από την πένα τους. Κυρίως, διαπλέκεται με πλήθος άμεσα ή έμμεσα αυτοβιογραφικά κείμενα του ποιητή στη διάρκεια του 1948, με αποτέλεσμα να έχουμε μια πολύπλευρη συνομιλία «λόγων περί εαυτού» που προσφέρουν μια κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα της βιοτικής, συναισθηματικής και πνευματικής κατάστασης του Κοτζιούλα στην καρδιά του Εμφυλίου.[8] Έτσι, η αγανάκτηση και η οργή του για τις συνεχείς οικονομικές διαψεύσεις εκ μέρους των διευθυντών των περιοδικών με τα οποία συνεργαζόταν ως διορθωτής, συγγραφέας διηγημάτων και χρονογραφημάτων και μεταφραστής, εκφράζονται τόσο στο ημερολόγιό του όσο και στο ποίημα «Προσωπική καταγγελία», που γράφει στις 10 Μαΐου:
Σιχάθηκα όσους έμαθαν να χάφτουν με τα δυο
και γράφουν με τα πόδια,
γι’ αυτό γυρνάω μ’ αδύναμο κάκιωμα αθώων παιδιώ,
διαμαρτυρία πλανόδια.
Αφού δεν έχω να τρυγάω κι εγώ από τα δικά
μου, πότε θα γλιτώσω,
Θε μου, από τα τυπογραφεία και τα περιοδικά,
που τα ’θελα όμως τόσο;
Αχ, μ’ έχει πιάσει η μέγκενη του κακοπληρωτή
με τη βαριά σακούλα:
να ποιοι, χωρίς να φαίνονται, σταυρώνουν τον ποιητή
που λέτε εσείς Κοτζιούλα.[9]
Το Πάσχα του 1948 έπεσε στις 2 Μαΐου, εξ ου και η συμβολική εικόνα της Σταύρωσης του ποιητή. Τέσσερις μέρες πριν, στις 28 Απριλίου, τον βρίσκουμε να βράζει από αγανάκτηση για το γεγονός ότι εβδομαδιαίο λαϊκό περιοδικό που δεν κατονομάζεται δεν του καταβάλλει τα οφειλόμενα για μια διπλή συνεργασία του («Σήμερα μου ’καψαν τα σωθικά […] Κάτι τέτοιες στιγμές, αν είχα απάνω που πιστόλι, μαχαίρι, θα σκότωνα έναν για να ξεθυμάνω, έτσι για μολόημα[10]. […] Να ’ρχεται Λαμπρή και να σε ξεχνάν! Είμαι βέβαιος πως πρόκειται για συμπαιγνία ή κακοήθεια, κυνική εκμετάλλευση απ’ αυτές που υφίσταμαι θέλοντας και μη είκοσι χρόνια τώρα από μέρος αυτών των ληστρικών, ανήθικων επιχειρήσεων που λέγονται “λαϊκά περιοδικά”», σ. 305), ενώ στις 5 Μαΐου λαμβάνει από το περιοδικό Ελληνόπουλο πολύ λιγότερα χρήματα από τα οφειλόμενα και φεύγει «γεμάτος αηδία κι οργή. Τέτοιοι άνθρωποι θέλουν κρέμασμα» (σ. 311). Σε επιστολή του προς τον Σούλη, τον Νοέμβριο του 1947, ο Κοτζιούλας φωτίζει με συγκλονιστικό τρόπο τo κυριότερο, ίσως, αίτιο της εργασιακής ταλαιπωρίας του:
Εδώ, που έχουν διαφοροποιηθεί, τοποθετηθεί πολιτικά, ως και οι χαμάληδες, ως κι οι συμβολαιογράφοι, περιμένουν τάχα από μένα να ’μαι «ουδέτερος», (=ερμαφρόδιτος), έξω τόπου και χρόνου, ώστε να διατηρώ ακόμα –επί Εθνικού Συναγερμού όλων των φυλλάδων!– να διατηρώ εγώ συμπάθειες κι απ’ το άλλο στρατόπεδο, εκεί δηλαδή που υπάρχουν και διορθώσεις και μεταφράσεις και παραδόσεις, μ’ άλλα λόγια λεφτά, γι’ ανθρώπους τουλάχιστο σαν εμένα, που θα τους χρησιμεύαν, εννοώ. Ξέρω λοιπόν γιατί υποφέρω και στερούμαι και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Ποτέ μου δε θέλησα να προσκυνήσω αχρείους, πρόστυχους ανθρώπους ούτε και πρόκειται να το κάμω, ακόμα κι αν μου στοιχίσει τη ζωή. Αυτό δεν είναι κανένας μαζοχισμός, εθελούσια αποδοχή του μαρτυρίου, αλλά η ύστατη άμυνα και διαμαρτυρία για το Κακό, για το έγκλημα που παραπλήθυνε στα χρόνια μας και στον τόπο μας. Εξάλλου πιστεύω μέσα μου βαθιά πως ο θεός δεν έχει κάναν για χαμό. Δηλαδή πιστεύω κατά βάθος στον τελικό θρίαμβο της αλήθειας, της δικαιοσύνης. (σ. 30)
Η «ύστατη διαμαρτυρία για το Κακό» της επιστολής αυτής μεταστοιχειώνεται, πέντε μήνες αργότερα, στην πολύσημη μεταφορική αυτοπαρουσίαση του ποιητή ως «διαμαρτυρίας πλανόδιας» στο ποίημα «Προσωπική καταγγελία».
Για τις ενδυματολογικές και υποδηματολογικές δυσχέρειες του Κοτζιούλα μαθαίνουμε τόσο από το ημερολόγιο όσο και από τις επιστολές του στον Σούλη, ενώ την ίδια ακριβώς εποχή μεταφράζει και δημοσιεύει ένα συναφές «αλήτικο» ποίημα του Ρεμπώ. Ας δούμε τα σχετικά κείμενα:
Η ΑΛΗΤΕΙΑ ΜΟΥ
Πορεύομουν με τη γροθιά στην τσέπη ξεφτιστή,
Κι ιδανικό μου το παλτό γινόταν. Τριγυρνούσα
Κάτω απ’ τα ουράνια κι’ ήμουνα θεράποντάς σου, Μούσα:
Ω, ω, τι εξαίσιους έρωτες οπό ’χω ονειρευτεί!
Κι είχε το μόνο μου βρακί φαρδειά μια τρύπα, ενώ
Σαν κοντορεβυθούλης πες, ρίμες ξεσπείραγα όλο.
[…]
Ριμάροντας μ’ αλλόκοτους ίσκιους εδώ από γύρα,
Των χαλασμένων παπουτσιών τράβαγα, σα σε λύρα,
Τα λάστιχα, με το ’να μου το πόδι στην καρδιά![11]
Μόλις τρεις μέρες πριν από τη δημοσίευση της μετάφρασης αυτής ο Κοτζιούλας γράφει στο ημερολόγιό του:
Σηκωθήκαμε πάλι με γεναριάτικο κρύο. Κύμα ψύχους, γράφουν τα φύλλα. Οι άνθρωποι ξαναφόρεσαν τα μάλλινα ρούχα τους, κουκουλώθηκαν στα παλτά, βάλανε και γάντια. […] Α, όχι, δε θα ξαναβάλω απάνω μου εκείνη την ελεεινή καμπαρντίνα του Κόλια [=Καββαδία], την τριμμένη πια και γεμάτη λεκέδες. Ούτε θα ξαναφορέσω εκείνα τα χειμωνιάτικα, τ’ ασιδέρωτα τόσον καιρό, που μοιάζουν με τσουβάλια. Θα κυκλοφορώ με τούτα τα υποφερτά, που έχω πάνω από μισόν χρόνο να τα βάλω και που υπάρχει φόβος, από μέρα σε μέρα, να μείνουν άχρηστα πίσω στο δωμάτιό μου.[12] (27 Απριλίου, σ. 304)
Οι δυσχερείς συνθήκες διαμονής του, εξάλλου, στο δωματιάκι της οδού Ευφράνορος, για τις οποίες συχνά αγανακτεί στο ημερολόγιο, φωτίζονται ακριβέστερα χάρη στις σχετικές περιγραφές του στον Σούλη, στον οποίο γράφει τον Φεβρουάριο του 1947 ότι ετοιμάζεται να εγκατασταθεί στο Παγκράτι
σε ένα δωμάτιο σε ταράτσα με διαστάσεις 1,70 επί 1,50. Ίσα ίσα με χωράει δηλαδή αφού δεν παίρνει μέσα ούτ’ ένα ράντζο. Είμαι ο πρώτος άνθρωπος που το κατοικεί, γιατί πριν από μένα έμεναν εκει περιστέρια[13]
Το αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ στο ημερολόγιο του 1948 ο Κοτζιούλας μιλάει εκτενώς για τα βάσανά του σ’ αυτό το δωμάτιο και γενικότερα στην εμφυλιακή Αθήνα, δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου στη φιλολογική, ποιητική, μεταφραστική και πεζογραφική δημιουργία του το έτος αυτό, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και «συνομιλεί» με επίσης ενδιαφέροντα τρόπο με τις ημερολογιακές του καταγραφές. Πριν αναφερθώ σε αυτή τη συνομιλία, ας δούμε σε αδρές γραμμές το κλίμα του εμφυλιακού ημερολογίου, που με χίλιες δυο δυσκολίες κρατά ο Κοτζιούλας, καθώς το χειρόγραφο δεν βρίσκεται στο δωμάτιό του αλλά σε φιλικό σπίτι ή ίσως και σε κάποιο κρυσφήγετο. Το «σύνθημα» δίνει ήδη η πρώτη φράση της πρώτης καταγραφής: «Αρχίζω το ημερολόγιο με μια αναποδιά» (σ. 301). Η αναποδιά αφορά το σπάσιμο ενός πορσελάνινου φλιτζανιού καφέ, που καλείται από τον υπάλληλο του καφενείου να αντικαταστήσει με ένα καινούργιο· «Κοίταξε ατυχία! Στην τσέπη μου δεν έχω παρά μόνο 30 χιλ. όλες όλες», σχολιάζει ο ποιητής (σ. 301). Η πρώτη αυτή αναποδιά λες και δίνει το σύνθημα για να ακολουθήσουν κάθε είδους αναποδιές και δυσάρεστα περιστατικά: πέρα από τις ενοχλήσεις της αστυνομίας και τη σύλληψή του, τις ασυνέπειες των εκδοτών, την ακατάλληλη στέγη και τα ανεπαρκή για το κρύο ρούχα του, που ήδη αναφέρθηκαν, παρελαύνουν στο ημερολόγιο απειλές της σπιτονοικοκυράς του ότι θα κόψει το ηλεκτρικό στον ίδιο και τους γείτονές του, ψύχρανση με τον φίλο του τυπογράφο Βασίλη Φανίτσιο, γερός τσακωμός με τον Τσακίρη, συλλήψεις αριστερών φίλων του, απόπειρα αυτοκτονίας του φτωχού πιανίστα γείτονά του, κοριοί στους αρμούς του ράντζου του, αγορά μιας σεζ λογκ που αποδείχτηκε ραγισμένη, αναποτελεσματική επίσκεψη σε «πανδοχείο του έρωτα», αγωνία για την απώλεια χειρογράφων που βρίσκονταν στη φύλαξη αντιστασιακού ξαδέρφου του ο οποίος συνελήφθη, διάγνωση ωτολόγου ότι έχει «κατεστραμμένα» τα δυο του τύμπανα και η πυόρροια του δεξιού μπορεί να οδηγήσει σε μηνιγγίτιδα κ.λπ. Εν ολίγοις, ένα πυρακτωμένο καμίνι αγανάκτησης είναι το «Ατομικό ημερολόγιο 1948», με μόνες, σχεδόν, χαραμάδες φωτός τις γενναιόδωρες χειρονομίες φίλων, που κάνουν τον ποιητή να παρατηρεί: «Πείθομαι ολοένα πως δεν υπάρχει ανώτερη πράξη απ’ την αγαθοεργία, προκειμένου για φτωχούς ανθρώπους», σ. 336.
Στιγμές έμπνευσης, ποιητικά ή κριτικά σχόλια και αυτοσχόλια, αναγνωστικές εντυπώσεις δεν θα βρει κανείς στο ημερολόγιο αυτό, όπου θα έλεγε κανείς ότι ο Κοτζιούλας απλώς βρίσκει την ευκαιρία να εκτονώσει τον καημό του, να εξομολογηθεί τα παράπονα και τις ανησυχίες του για όλους και για όλα. Η μοναδική περίπτωση καταγραφής ενός δημιουργικού βιώματος εντοπίζεται την επομένη του Πάσχα, το βράδυ της γιορτής του,[14] και είναι και αυτή βουτηγμένη στη θλίψη. Ο ποιητής πέρασε τη μέρα του στον συνονόματο ξάδερφό του Γιώργο Δραγατάκη, όπου παρά το πλούσιο φαγητό και τη θερμή φιλοξενία ένιωθε παράταιρος, ασυντόνιστος («Είναι [ο Γ.Δ.] από τους ανθρώπους που θησαυρίζουν επίγεια αγαθά, σίγουρα πράγματα, ενώ εμείς με τις ιδεολογίες και τις φιλοδοξίες καταντήσαμε –δηλαδή φαινόμαστε– ανερμάτιστοι, χιμαιρικοί. Τελοσπάντων έζησα λίγες ώρες μέσα σε ατμόσφαιρα οικογενειακή, αλλά κάπως μικροαστική και προπάντων, για μένα, πεζή», σ. 309)· επιστρέφοντας στη μοναξιά του δωματίου του και υπό την επήρεια «κάποιας μελαγχολίας», αναπόλησε τον φίλο του Αβραάμ Ιστίκογλου από την Πόλη, που, όπως μας θυμίζει ο Σαραντάκος, τον είχε φιλοξενήσει στην Πεντέλη το 1937 και ο Κοτζιούλας τον μνημονεύει σε πολλά διηγήματά του. Θεωρώντας ότι ο φίλος του πιθανότατα πέθανε γιατί είχε καιρό να του γράψει, τού έφτιαξε «ένα ποίημα σαν ελεγείο» (σ. 309-10), που τιτλοφόρησε «Στίχοι που στάζουν δάκρυ» και παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο γιατί αποτυπώνει το κλίμα θλίψης που τυλίγει την εποχή εκείνη τον ποιητή όσο και γιατί κάνει λόγο για το χάσμα φύσης και ανθρωποφάγας πολιτείας μαρτυρώντας, συγχρόνως, τη βαθιά τρυφερότητα του Κοτζιούλα για τους απόκληρους, συχνά φυματικούς μεσοπολεμικούς συντρόφους του. Παραθέτω τους πρώτους στίχους:
Η δόξα μου είναι μοναχά να λέω τον άλλον βλάμη,[15]
να κάνω και το στόμα μου με το δικό του τόκα.
Ψυχή αγαθή, ανεχτίμητη, πού να ’σαι Αβράμη, Αβράμη;
Να με ταΐζεις σ’ άρεσε με καπνιστό σαλάμι
κι εσύ να παίζεις πόκα.
Σε ξαναπήρε σκλάβο της η σκλάβα η πόλη, η πόλη,
και της Πεντέλης οι πλαγιές πια δε θα σ’ αντικρύσουν…[16]
Ως αντίβαρο στην εμφυλιακή κακοδαιμονία του αλλά και στην απουσία λογοτεχνικής αναγνώρισής του τη δεκαετία του ’40,[17] ο Κοτζιούλας γράφει, στη διάρκεια του 1948, δύο πολυσέλιδα αυτοβιογραφικά κείμενα, τα Από μικρός στα γράμματα και «Παλιά μου τέχνη», που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αφηγήματα διάπλασης», καθώς περιγράφουν εμπειρίες από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι και την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο το 1926. Κανένα από τα δύο κείμενα δεν ξεπερνά το χρονικό αυτό όριο, εποχή στην οποία οι ελπίδες του ήρωα για το μέλλον φαίνεται να αγγίζουν την κορύφωσή τους – αποκλείεται, έτσι, η αστική εμπειρία και αποσιωπούνται οι πνευματικές κατακτήσεις του Κοτζιούλα στην πρωτεύουσα. Με ρεαλιστική διάθεση και ζωογόνες δόσεις χιούμορ και αυτοειρωνείας καταγράφονται οι μεγάλες υλικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε στον αγώνα του να σπουδάσει, αλλά και το μεράκι του για τα γράμματα και τη λογοτεχνία, που λειτουργούσαν εξισορροπητικά προς τη φτώχεια, τις ασθένειες, το αίσθημα μειονεξίας. Πέρα από τη νοσταλγία και τον αναστοχασμό, τις δύο αφηγήσεις συνδέει η καταγγελτική στόχευση για την παραμελημένη από το κράτος ελληνική επαρχία, καθώς και η ανάγκη του Κοτζιούλα να αυτονομιμοποιηθεί σε μια εποχή που τόσο η επαρχία όσο και η παραδοσιακή ποίηση διανύουν περίοδο απαξίωσης.
Στο «Παλιά μου τέχνη», ιδιαίτερα, που αποκαλεί «προοίμιο αισθητικής» και «δοκίμιο ψυχογραφίας», αφού αναπτύσσει τους κληρονομικούς, περιβαλλοντικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που τον ώθησαν στην ποιητική δημιουργία και αναδεικνύει τις πρώιμες ικανότητές του στην παραδοσιακή στιχουργία (στην οποία θα μείνει απαρέγκλητα προσκολλημένος ώς το τέλος της ζωής του), κλείνει με μια προγραμματικότητα που δίνει συλλογική διάσταση στην αυτοβιογραφία του και εγκαινιάζει την ένθερμη μεταπολεμική εκστρατεία του εναντίον των μοντερνιστών:
Βιογραφώντας αισθητικά τον εαυτό μου στο δύσκολο ξεκίνημά του, νομίζω πως κάνω ένα έμμεσο μνημόσυνο σε τόσους προδρόμους απ’ την επαρχία που δόξασαν τα γράμματά μας […] Αυτό το είδος των λογοτεχνών, που ξεφυτρώνουν σαν αγριολούλουδα σε απίθανες γωνιές, σε απόμερα χωριά, και σκορπίζουν ύστερα το άρωμά τους σε όλη την Ελλάδα, θαρρώ πως είναι τα πιο γνήσια εθνικά μας προϊόντα. Ξεκινάν ανέλπιστοι, αβοήθητοι, με τον κρυφό τους θησαυρό, κι έρχονται στα κέντρα, ροβολάν στην πρωτεύουσα, όπου με χίλια εμπόδια, δουλεύοντας υπομονετικά, χωρίς οργανωμένο θόρυβο, κατορθώνουν κάποτε, ζωντανοί ή πεθαμένοι, να επιβληθούν. […] Σπόροι μυστικοί από προγονικά τάλαντα, που έμεναν όμως μισοεκδηλωμένα, ανεκμετάλλευτα, φορείς ενός λαϊκού πολιτισμού, που στην αρχαία του κοίτη σέρνει λογιών των λογιώ πετράδια και ρίζες, έρχονται τούτοι να δώσουν συνειδητή συνέχεια και καλλιέργεια στα ενδιάθετα χαρίσματα, στους απρόσωπους ρυθμούς, στην ομαδική ψυχή της τραγουδίστρας ρωμιοσύνης. Η λιτή γραμμή, ο λεπτός τόνος, εκείνη η φυσική ευγένεια που είναι η αρχοντιά του ίδιου του λαού, αποτυπώνονται αδρά στη φυσιογνωμία και στο έργο των πιο προικισμένων εκπροσώπων αυτής της πληβείας αποστολής. […] Έρχονται να ζητήσουν τη θέση τους σαν κάτοχοι μιας νόμιμης κληρονομιάς και δεν είναι σφάλμα δικό τους αν αναγκάζονται σήμερα να διαγκωνιστούν με θρασύστομους σφετεριστές που νομίζουν πως ο υλικός πλούτος και η κοινωνική τους θέση μπορούν να τους εξασφαλίσουν προνόμια και στην περιοχή του πνεύματος, στο σκήνωμα της τέχνης.[18]
Οι «πληβείοι» λογοτέχνες από την επαρχία αντιμετωπίζονται από τον Κοτζιούλα ως μια μειονοτική παράδοση που μπορεί να αναδειχτεί και να υποστηριχθεί μέσα από τον λόγο της μαρτυρίας των μελών της, όπως είναι ο ίδιος. Για τα «χίλια εμπόδια» που αντιμετωπίζουν οι λογοτέχνες αυτοί στην πρωτεύουσα, αδιάψευστος μάρτυρας είναι το ημερολόγιο του 1948, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφονται οι φρούδες ελπίδες να χρηματοδοτηθούν τόσο το Από μικρός στα γράμματα («Για να βγει ένα τέτοιο βιβλίο, θα χρειαστούν 5-6 εκατομμύρια. Ποιος θα τα δώσει;», 22 Απριλίου, σ. 303) όσο και το «Παλιά μου τέχνη»:
Ο πρώην συγκάτοικός μου Β. μου υποσχέθηκε μια λίρα δανεική κι ένας γνωστός μου τυπογράφος να το στοιχειοθετήσει δωρεάν. Θα κρατήσουν άραγε το λόγο τους; Είμαι περίεργος να ιδώ. (7 Νοεμβρίου, σ. 335)
Οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν και τελικά, όπως σημειώνει ο Σαραντάκος, το μεν Από μικρός στα γράμματα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία πολύ αργότερα, το 1953-54, από τη δε «Παλιά μου τέχνη» δημοσιεύτηκαν, όσο ζούσε ο ποιητής, μόνο οι δύο πρώτες σελίδες στο περιοδικό του Φρίξου Ηλιάδη Ποιητική Τέχνη, για τη συνεργασία του με το οποίο ο Κοτζιούλας εμφανίζεται στο ημερολόγιό του ικανοποιημένος («Δε με πληρώνουν τίποτε, όπως κανέναν άλλωστε, μα τουλάχιστο φέρονται ανθρωπινά, όπως πρέπει», 7 Νοεμβρίου, σ. 335)[19] – πράγματι, σε διαδοχικά τεύχη του εντύπου φιλοξενούνται, στα τέλη του 1948, τέσσερις φιλολογικές μελέτες του, καθώς και ποιητικές μεταφράσεις του από τα γαλλικά και τα λατινικά.
Οι φιλολογικές αυτές μελέτες σχετίζονται έμμεσα με το «Ατομικό ημερολόγιο», τόσο όταν ο Κοτζιούλας αποφαίνεται για τον Καρυωτάκη (αναγνωρίζοντας εμφανώς σε αυτόν έναν ποιητικό πρόγονο) ότι «το θέλγητρό του ήταν η αδυναμια του. Δε ζήτησε να καταχτήσει με την επίδειξη προσόντων, αλλά έδειξε διακριτικά τις πληγές του, τις πίκρες του, που τις είχαμε όλοι μας. […] Σαν από διαίσθηση, έπειτ’ απ’ το λεχτικό και άλλο φόρτο της παλαμικής προπάντων σχολής, αυτός διάλεξε να εκφραστεί –και να γαλβανίσει– με τη χαμηλόφωνη υπερβολή, με μια ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος»,[20] όσο και όταν καταλογίζει στον Τέλλο Άγρα «ανεδαφικότητα», «ερμητισμό που φέρνει ασφυξία», αποφυγή του ρεαλισμού και, κυρίως, απροθυμία «να ανακατέψει την τέχνη με τη ζωή»,[21] αλλά και όταν επαινεί τον Κώστα Κρυστάλλη, σε μια εποχή απαξίωσης της ηθογραφίας από τη «Γενιά του 1930», για την ενσάρκωση, στο πεζογραφικό ιδίως έργο του (που το θεωρεί ισχυρότερο του ποιητικού), «της χωριατοσύνης και προπαντός της βλαχουριάς σε όλο το μεγαλείο της». Το τελευταίο αυτό μελετημα καταλήγει με πικρό σαρκασμό, σε ένα είδος νοερής συνέχειας της «Παλιάς μου τέχνης», ότι
Σχεδόν όλοι σήμερα ντρέπονται για την προγονική κληρονομιά μας, που τη βλέπουν σαν κάτι απαρχαιωμένο, ταπεινωτικό. […] Έχει γούστο πια να χάνουμε τον καιρό μας με τις φλογέρες του Κρυστάλλη και με τα καριοφίλια του Καρκαβίτσα, εμείς οι εξελιγμένοι, οι σχεδόν ευρωπαίοι, που μπορούμε ν’ απολαύουμε (χωρίς να καταλαβαίνουμε, εννοείται!) τον Πωλ Βαλερύ και τον Τόμας Έλιοτ, αυτούς τους καθ’ όλα αντάξιούς μας ευπατρίδες.[22]
Είναι ειρωνικό, από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι το ημερολόγιο του 1948 κλείνει με μια σαρκαστική αναφορά στην απονομή του Νόμπελ το έτος αυτό στον Έλιοτ (σ. 336). Έναν χρόνο πριν, ο Κοτζιούλας είχε επικρίνει σε άρθρο του την αμαρτωλή εγχώρια διπλωματία του Εμφυλίου, που εμπόδισε, για πολιτικούς λόγους, την απονομή του Νόμπελ στον Άγγελο Σικελιανό, για τον οποίο αμφέβαλλε «αν υπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη ποιητές με την πλατειά πνοή του δικού μας».[23]
Πιο ευθέως αυτοβιογραφικό ανάμεσα στα δημοσιεύματα του Κοτζιούλα στην Ποιητική Τέχνη είναι το δεκατετράστιχο ποίημα του Aulus Persius Flaccus (34-62 μ. Χ.) «Χωλίαμβοι», με το οποίο ο λατίνος ποιητής προλογίζει τις Σάτιρές του. Ιδανικά συμπληρώνει η μετάφραση του ποιήματος αυτού την περήφανη «χωριάτικη» αυτοπροσωπογραφία που φιλοτεχνεί για τον εαυτό του ο Κοτζιούλας στα δύο πεζά του αφηγήματα, καθώς και την υπεράσπιση της «χαμηλής τέχνης» που θεωρεί ότι υπηρετεί, αλλά και τον ψόγο του κατά των γαλαζοαίματων μιμητών, όπως τους θεωρεί, της ποίησης του στρυφνού υψηλού μοντερνισμού της Δύσης:
ΧΩΛΙΑΜΒΟΙ
Σε γούρνα αλόγινη δεν έβρεξα το στόμα
Μήτε στον Παρνασσό το δίκορφο όνειρο είδα,
Θυμάμαι, έτσι άξαφνα ποιητής να ξεπροβάλω·
και τις Ελικωνίδες, τη χλωμή Πυρήνη αφήνω
Σ’ εκειούς που γλείφουν τις εικόνες τους κισσούδια
Περιπλεχτά· μα εγώ μισοχωριάτης φέρνω
Δική μου ωδή στων ποιητών το πανηγύρι.
Πούθε έμαθε να λέει ο παπαγάλος χαίρε,
να δοκιμάζουνε και οι κίσσες τη λαλιά μας;
Της τέχνης δάσκαλος και χορηγός των φώτων,
Γι’ αφύσικες φωνές πιτήδιο το στομάχι·
γι’ αυτό, άμ’ αστράψει ελπίδα απατηλής μονέδας,
Κοράκους ποιητές, κίσσες ποιήτριες βλέπεις
Και γλυκοψέλνουν λες τραγούδια παναρμόνια.[24]
*
Όσο αταλάντευτα δημιουργικός και αν υπήρξε ο ποιητής, όμως, το 1948, (όπως και τα περισσότερα έτη της ενήλικης ζωής του), οι βιοτικές συνθήκες του την περίοδο του εμφυλίου ήταν άτεγκτες και, σε συνδυασμό με την παλαιόθεν κλονισμένη υγεία του, τον οδήγησαν, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την τελευταία καταγραφή του ημερολογίου του, στην κατάρρευση και τη νοσηλεία. Γράφει στον Σούλη τον Φεβρουάριο του 1949:
Πέρασα ένα μήνα στο νοσοκομείο, γιατί αν έμενα στο «κατ’ ευφημισμόν» δωμάτιό μου μ’ εκείνο το διαβολεμένο αδιάκοπο χιονόνερο, κι εγώ δεν ξέρω τι θ’ απογινόμουν, επειδή η γρίππη με είχε καταπάρει για καλά και δεν είχα τη δυνατότητα ούτ’ ένα τσάι να ζεστάνω στην –ξορκισμένη να ’ναι!– κάμαρά μου. (σ. 43)
Όπως μαρτυρεί η Ευαγγελία Σαμαρά, σύζυγος του συντρόφου του Κοτζιούλα στα βουνά, ιατρού Γιώργου Σαμαρά, ο εκδότης Δημήτριος Δημητράκος, με τον οποίο συνεργαζόταν ο Κοτζιούλας, ανησύχησε που ο ποιητής είχε εξαφανιστεί, παραβίασε την πόρτα του δωματίου του και βρίσκοντάς τον τελείως εξαντλημένο τον μετέφερε για νοσηλεία στο νοσοκομείο «Αγία Ελένη», όπου εργαζόταν ο Σαμαράς. «Γιατρέ, στον έφερα τον Κοτζιούλα. Σαν γεράκι τον άρπαξα από την αετοφωλιά του», φέρεται να είπε στον Σαμαρά.[25] Το μεταφορικό σχήμα του δωματίου του ποιητή ως «αετοφωλιάς» αιτιολογείται από το ύψος του, καθώς βρίσκεται στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας – κατά τα άλλα, ο Κοτζιούλας δεν φαντάστηκε ποτέ τον εαυτό του ως ποιητή-αετό. Αντιθέτως, η προγραμματικά χαμηλή ποίησή του αντιτίθεται στην υψηλή ποιητική παράδοση («μήτε στον Παρνασσό το δίκορφο όνειρο είδα», λέει, όπως είδαμε, δια στόματος Φλάκκου) και έχει κατά καιρούς παραλληλιστεί στα ποιήματά του με σπίνο, κοτσύφι κ.ά. Το πιο ενδιαφέρον «πτηνολογικό» ποίημά του γράφεται στο νοσοκομείο τα Χριστούγεννα του 1948, επισφραγίζοντας συγκινητικά ένα έτος γεμάτο από κάθε είδους ταλαιπωρίες:
ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ
(ανήμερα των Χριστουγέννων)
Στα ξέφυλλα κλαδιά
ης μυγδαλιάς απάνω
βλέπω έναν καλογιάννο
σαν καλοσημαδιά.
Του τόπου μου πουλί,
πώς βρέθηκες στην πόλη,
σε ξένο περιβόλι
που μόλις σε βολεί;
Μονάχος στο χιονιά
τσιμπάς τη φλούδα, αλήτη·
λείπω κι εγώ απ’ το σπίτι
με τη ζεστή γωνιά.
Γιατί στο πατρικό
να μην κουρνιάζω ακόμα;
Δε θα ’μουν πια στο στρώμα
και θα ’χες μερτικό.[26]
Στο τρυφερό αυτό ποίημα, η συναλληλία που νιώθει ο ποιητής με τον πεινασμένο, «αλήτη», αναίτια εξόριστο από τη φύση στην πόλη καλογιάνννο είναι εμφανής, όπως και η νοσταλγία του για το χωριό του, που θα δώσει στα επόμενα χρόνια συγκλονιστικούς ποιητικούς καρπούς.[27] Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πράγματι καλογιάννος ήταν το πουλί που είδε από το παράθυρο του νοσοκομείου ο Κοτζιούλας τα χιονισμένα Χριστούγεννα του 1948 ή αν ο ποιητής τον επέλεξε για τους πυκνούς, τόσο ταιριαστούς με τον ίδιο συμβολισμούς του. Το πουλί αυτό, που δεν είναι άλλο από τον γνωστό μας κοκκινολαίμη, συνδέεται παραδοσιακά τόσο με τα Χριστούγεννα όσο και με τον πάσχοντα Χριστό (λέγεται ότι όταν πήγε να αφαιρέσει τα αγκάθια από το στεφάνι του ματώθηκε στον λαιμό και έτσι απόκτησε το κόκκινο σημάδι του). Σύμφωνα, μάλιστα, με τη λαϊκή παράδοση, σε έναν διαγωνισμό των πουλιών ξεπέρασε στο πέταγμα τον αετό, καθώς κρύφτηκε στα φτερά του και όταν ο αετός έφτασε στο ανώτατο ύψος της αντοχής του, εκείνο ανέβηκε ακόμη ψηλότερα και κέρδισε τον τίτλο του βασιλιά των πουλιών. Αυτή η νίκη του μικρού έναντι του μεγάλου, του ταπεινού έναντι του αλαζονικού ισχυρού, του Δαβίδ έναντι του Γολιάθ, εκφράζει ιδανικά την αταλάντευτη πίστη του Κοτζιούλα στον εαυτό του (αλλά και στους επαρχιώτες λογοτέχνες γενικότερα), που μπορεί να μην αποτυπώνεται στο «σκοτεινό» Ημερολόγιο του 1948 αλλά διακηρύσσεται στα αυτοβιογραφικά κείμενά του της ίδιας χρονιάς καθώς και σε μεταπολεμικά ποιήματά του. Χαρακτηριστικό για το ποιητικό credo του Κοτζιούλα είναι το ποίημα «Βίος και τέχνη», όπου η φτώχια μετατρέπεται σε Πήγασο:
Μου πάτησε τη βούλα της η Ανέχεια η οργισμένη
κι άφησε απάνω μου ντροπής σημάδι που δε βγαίνει,
τόσο που δίχως να με ιδούν ή μήπως ξεπροβάλω
κριτάδες γύρω μου αγαθοί δε λεν και τίποτ’ άλλο:
«Τούτος φαινόταν κάποτε πλασμένος για μεγάλα,
μα σα να βύζαξε πικρό της μάνας του το γάλα,
τώρα που το δοξάρι του θα ’κρουε κι αυτός λιγάκι
σαΐτες ρίχνει μοναχά βαμμένες σε φαρμάκι».
[…]
Μα δε θα μου την πάρουνε [την ψυχή] κι αυτήν οι σταυρωτήδες.
Στο στίχο μέσα τη φυσάω αγκομαχώντας κι είδες
η έμπνευση πώς σπιθοβολάει ακράτο σε κρουστάλλι,
φέρνοντας φώτηση άξαφνη με της στιγμής τη ζάλη.
Κι εσύ που μου δυνάστεψες ολόκληρη τη νιότη,
φτώχεια, ζαβή κληρονομιά, κατάρα του Ηπειρώτη,
θα γονατίσεις, άτιμο στοιχειό, και θα με πάρεις
ν’ απιδρομήσω στου καιρού τα μάκρη καβαλάρης.[28]
Και μια σημείωση για τη συνέχεια της ιστορίας: ενώ στο γνωστό ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο καλογιάννος» ένα φίδι σκοτώνει τα παιδιά και τη γυναίκα του «φτωχού πουλιού», αντιστρόφως ανάλογα ο Κοτζιούλας επανενώνεται, το 1949, με την αγαπημένη του Εμορφία, το επόμενο έτος παντρεύονται και αποκτούν τον μοναχογιό τους Κώστα – χωρίς αυτό να οδηγεί, δυστυχώς, σε ένα happy end, καθώς οι οικονομικές δυσκολίες θα συνεχιστούν, θα αυξηθούν με τα οικογενειακά βάρη και, σε συνδυασμό με την κλονισμένη υγεία του, θα οδηγήσουν τον Κοτζιούλα στον θάνατο στα σαράντα επτά του χρόνια, το 1956.
[1] Ν. Σαραντάκος, «Ένα άγνωστο ποίημα του Γ. Κοτζιούλα για τη σφαγή της Παργινόσκαλας», «Ένα επεισόδιο από τους Αθλίους του Ουγκό σε μετάφραση Γ. Κοτζιούλα», «Ένας χρονοδείκτης του Γιάννη Δάλλα για τον Γιώργο Κοτζιούλα», «Ο Γιώργος Κοτζιούλας θυμάται έναν ποιητή του σκιόφωτος», «Πίσω απ’ τον κόσμο – αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα», «Ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο πρώην φίλους μέσα στον Εμφύλιο» κλπ.
[2] Έχει επίσης, παρουσιάσει «Δώδεκα παραλειπόμενα ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα» στα Μικροφιλολογικά 2003 και έχει συμμετάσχει σε συνέδρια για τον ποιητή, ενώ είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του στο βιβλιο μου Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα (Κίχλη 2015), όπου επιμελήθηκε το «Γλωσσάρι» και συνέταξε το επίμετρο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα».
[3] Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια 1941-1948, μεταγραφή-επιμέλεια-σχολιασμός: Νίκος Σαραντάκος, γενική επιμέλεια: Βασίλης Καλαμαράς, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2025. Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά βιβλιογραφία εκδόσεων έργων του Κοτζιούλα τα τελευταία χρόνια: Συνεντεύξεις και συνομιλίες, επιμέλεια Κώστας Κοτζιούλας, Δρόμων 2021, Ηπειρώτικες περιοδείες, επιμέλεια Γιώργος Γιαννάκης-Κώστας Μαργώνης, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων 2021, Κριτικά Α΄: Η ασυλία του πνεύματος, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου-Κώστας Κοτζιούλας, Δρόμων 2020, Κριτικά Β΄: Μορφές του πνεύματος, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου-Κώστας Κοτζιούλας, Δρόμων 2020, Αντάρτες, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου, Ασίνη 2019, Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα, επιμέλεια Στέλιος Φώκος, Δρόμων 2018, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου,Δρόμων 2016, Όταν ήμουν με τον Άρη. Αναμνήσεις και μαρτυρίες, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου, Δρόμων 2015, Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου, Οδυσσέας 2015, Θέατρο στα βουνά, επιμέλεια Κώστας Κοτζιούλας, Δρόμων 2014, κ.ά. Ας προστεθεί σε αυτά το έργο υποδομής του Σταμάτη Μερσινιά, Τα χειρόγραφα του Γιώργου Κοτζιούλα. Περιγραφή και ταξινόμηση, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής «Δωδώνη», παράρτημα 87, Ιωάννινα 2017.
[4] Βλ. Βασίλης Μόσχος, Οι λογοτέχνες στην ταξική αναμέτρηση της δεκαετίας 1940-1950, Σύγχρονη Εποχή 2019.
[5] Πρόκειται για τον γιο του φίλου του Κοτζιούλα, Χρήστου Σούλη, λαογράφου, ιστορικού, Γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων στον Μεσοπόλεμο και μετέπειτα στελέχους του ΕΑΜ.
[6] Κοτζιούλας, Άπαντα Γ’: Ποιήματα 1943-1956, Δίφρος 22013, σ. 291. Όπως παρατηρεί ο Γεράσιμος Παλαράς, εδώ «το ποιητικό υποκείμενο παίζει με το μικρό όνομα του γνωστού λογοτέχνη (Μάρκος), που είναι το ίδιο με αυτό του τότε αρχιστρατήγου του Δ.Σ.Ε. Μάρκου Βαφειάδη», «Επικαιρικά στοιχεία στην ποίηση του Γ.Κ.», Πρακτικά Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008, σ. 501-506.
[7] Απόσπασμα επιστολής του Κοτζιούλα προς τον Σούλη στις 27 Μαρτίου 1948, στο: Νίκος Β. Κοσμάς, Μαρτυρίες του Γιώργου Κοτζιούλα από την περίοδο του Εμφυλίου, Δωδώνη 1993, σ. 39.
[8] Τη διαπλοκή ημερολογίων και πεζογραφίας του Κοτζιούλα αναδεικνύει ενίοτε ο Στέλιος Φώκος στις φιλολογικές σημειώσεις του στα διηγήματα Με τον κόμπο στο λαιμό, ό.π., ενώ και ο Σαραντάκος, στις δικές του σημειώσεις στα Ημερολόγια 1941-1948, Σύγχρονη Εποχή 2025, αναφέρεται σε ποιήματα που σχετίζονται με ορισμένες καταγραφές, όπως για παράδειγμα παρακάτω, στην υποσημείωση 9.
[9] Κοτζιούλας, Άπαντα Γ’, όπ., σ. 260. Βλ. και την επισήμανση του Σαραντάκου στο: Κοτζιούλας, Ημερολόγια, ό.π., σ. 311.
[10] Η έκφραση «κάνω κάτι για μολόημα» σημαίνει, όπως εξηγεί στο Γλωσσάρι ο Σαραντάκος, «κάνω κάτι για να μείνει και να το λένε».
[11] Ποιητική Τέχνη, αρ. 6, 1 Μαΐου 1948, σ. 127.
[12] Ένα μήνα πριν ο Σούλης του είχε στείλει, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία τους με τον ποιητή, ένα δέμα με ρουχισμό που ωστόσο δεν φαίνεται να ήταν χειμωνιάτικος, βλ. Κοσμάς, Μαρτυρίες του Γιώργου Κοτζιούλα, ό.π. σ. 38.
[13] Ό.π., σ. 20 (10 Φεβρουαρίου 1947).
[14] Η γιορτή ήταν κανονικά στις 23 Απριλίου, αλλά όπως γράφει εκείνη την ημέρα ο Κοτζιούλας «αναβλήθηκε για ύστερ’ απ’ το Πάσχα. Καλύτερα, γιατί θα ξεχαστεί ώς τότε. Ποτέ μου δε θυμάμαι να γιόρτασα τ’ Άι-Γιωργιού. Πότε είχα να ξοδέψω, πότε ήμουν ήσυχος;», Κοτζιούλας, Ημερολόγια, ό.π., σ. 302.
[15] Ο βλάμης βγαίνει από την αλβανική λέξη vllam (αδελφοποιτός) και σημαίνει κυρίως τον στενό φίλο.
[16] Κοτζιούλας, Άπαντα Γ’, ό.π., σ. 259.
[17] Ενώ οι ποιητικές συλλογές του της προηγούμενης δεκαετίας είχαν τύχει μιας έστω και περιορισμένης θερμής υποδοχής, οι τρεις αγωνιστικές συλλογές τού 1946 δεν εισέπραξαν, για ευνόητους λόγους, καμία βιβλιοκρισία σε αθηναϊκό έντυπο, βλ. για περισσότερα Βογιατζόγλου, Ποίηση και πολεμική, ό.π., σ. 207-208.
[18] Κοτζιούλας, Κριτικά Α´, ό.π., σ. 410-11. Για τη δυσμενή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Κοτζιούλας το 1948 και τα πιθανά αίτια που τον ώθησαν στη συγγραφή του κειμένου αυτού βλ. τα σχόλια του Κώστα Κοτζιούλα και της Σωτηρίας Μελετίου, Κριτικά Α´, ό.π., 434-435.
[19] Το έντυπο κυκλοφορεί από τον Μάρτιο 1947 για τρία περίπου χρόνια είναι αποστασιοποιημενο από την πολιτική κατάσταση και φιλοδοξεί να καλύψει, όπως διατείνεται η σύνταξή του, το κενό της ποίησης, φέρνοντας σε επαφή το κοινό τόσο με την ελληνική όσο και, κυρίως, με την παγκόσμια ποίηση.
[20] Κοτζιούλας, «Μια επέτειος. Η καθιέρωση του Καρυωτάκη», Ποιητική Τέχνη, τεύχος 18 (1 Νοεμβριου 1948), σ. 313-318 [= Κοτζιούλας, Κριτικά Β´, ό.π., σ. 325-337: 330-331].
[21] Κοτζιούλας, Λίγα για τον Άγρα, Ποιητική Τέχνη, τεύχος 19 (15 Νοεμβριου 1948), σ. 356-360 [= Κοτζιούλας, Κριτικά Β´,ό.π., σ. 338-347: 341-45].
[22] Κοτζιούλας, «Ο Κρυστάλλης πεζογράφος», Ποιητική Τέχνη, τεύχος 20 (1 Δεκεμβρίου 1948), σ. 420-423 [= Κοτζιούλας, Κριτικά Β´,ό.π., σ. 338-363: 348-349].
[23] Κοτζιούλας, «Η Ελλάδα και το Νόμπελ», Νέοι Σταθμοί, τεύχος 2 (20 Ιανουαρίου 1947), σ. 10.
[24] Ποιητική Τέχνη 11, 15/7/48, σ. 228. Η βιβλιογραφία για τη λέξη «semipaganus» του Φλάκκου, που ο Κοτζιούλας αποδίδει ως «μισοχωριάτης», είναι εκτενής. Μία, πάντως, από τις σημασίες που έχει δοθεί είναι αυτοβιογραφική, καθώς ο Φλάκκος έζησε μεν στη Ρώμη αλλά γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ετρουρία (για περισσότερα βλ. τη διδακτορική διατριβή του Kate Meng Brassel, In Search of a Corpus: Book and Body in the Satires of Persius, Columbia University 2018, σ. 1-32: 6). Για τη λατινική έκδοση που είχε υπόψη του ο Κοτζιούλας βλ. Μιχάλης Πασχάλης, «Οι έμμετρες μεταφράσεις του Γ. Κοτζιούλα από την κλασική λατινική ποίηση», Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο. Πρακτικά ημερίδας, Δρόμων 2019, σ. 84-113: 85-87.
[25] Ευαγγελία Σαμαρά, Ανθρώπινο χρέος, Διογένης, Αθήνα 1986, σ. 252-253.
[26] Κοτζιούλας, Άπαντα Γ’, ό.π., σ. 270.
[27] Βλ. σχετικά Βογιατζόγλου, Ποίηση και πολεμική, ό.π., σ. 286-293.
[28] Ό.π., σ. 287.

