Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Μιχάλης Μακρόπουλος

Ισμήνη

Αντηχούσαν οι έρημοι διάδρομοι το πέρασμά της, οι άδειες κάμαρες τα βήματά της. Έτσι, ξυπολήθηκε, και το πέρασμά της ήταν τώρα σαν ανάσα και το βήμα της σαν πνοή. Ένιωθε στα πέλματά της το χώμα στ’ ασκούπιστα πατώματα, κάποιο πετραδάκι που θα της μπηγόταν στο κρέας, αφήνοντας το φάντασμά του στο δέρμα έπειτα, για λίγο, όταν θα ζύγιαζε τέλεια το βάρος της σαν πελαργός, στο ένα πόδι, και θα λύγιζε τ’ άλλο, θα ’σκυβε, θα ξεκολλούσε από το πέλμα το χαλίκι, μαζεμένη αποκάτω απ’ την αόρατη φτερούγα της θλίψης που τη συντρόφευε, όμοια με τον ψίθυρο της ανυπόδητης περπατησιάς της, αφότου βρήκε την κρεμασμένη και της αγκάλιασε τ’ άψυχα πόδια, όπως μικρή θα αγκάλιαζε κάποτε ένα δεντράκι και θα ’βαζε το αυτί πάνω στη φλούδα για ν’ αφουγκραστεί την άηχη φωνή του δέντρου, την κρυφή του ζωή· έτσι γύρεψε, αγκαλιάζοντας τα πόδια της νεκρής, ν’ αφουγκραστεί μια μυστική ζωή στον θάνατο· την ξεκρέμασε, την ξάπλωσε, τη χτένισε, της καθάρισε το πρόσωπο από τη λύπη, που τη φόραγε σαν νεκρικό προσωπείο, και το κορμί· την έπλυνε όπως έπλενε άλλοτε η νεκρή τη μικρή της αδερφή, παιδί κι εκείνη ακόμα, σχολαστικά ως και πίσω από τ’ αυτιά και στα κλειστά ματόφυλλα, στον αφαλό κι εκεί που με την παιδική ξυπολησιά βρόμιζε το δέρμα· της έπλυνε τα πόδια, ένα ένα πρώτα τα δάχτυλα του ενός ποδιού, μετά του άλλου, και της φάνηκαν κοριτσίστικα τούτα τα δάχτυλα, όχι γυναίκας, έτσι γυρνούσε τώρα κι αυτή απόδετη στ’ ασκούπιστο πια ανάκτορο των Θηβών που το κατοικούσαν νεκροί κι ένας βασιλιάς, πουλιά που ’μπαιναν από τ’ ανοιχτά παράθυρα και φτερούγιζαν γύρω στις κάμαρες και κάτω απ’ τα ταβάνια, ζώα που τρύπωναν και φώλιαζαν σε γωνιές και κόχες· ήταν ο τρόπος της για ν’ αγαπάει, ο τρόπος της για να πενθεί, να ζωντανεύει τη νεκρή αδερφή νιώθοντας στα γυμνά της πέλματα το χώμα, ένα πετραδάκι ή φρύγανο ή κλαρί, ή το κέντημα από ένα αγκάθι, και με τα πόδια άπλυτα ύστερα, ως και με μια στάλα αίμα μπορεί, να ξαπλώνει στα καθαρά κλινοσκεπάσματα βρομίζοντάς τα, γιατί ’χε αυτό μια παιδική αψηφισιά: να μη τη μέλει αν λερώσει, να τρώει μ’ ακάθαρτα χέρια, να ’χει κλαδάκια και φύλλα στ’ αχτένιστα μαλλιά· και να γελάει λυπημένη, φορώντας τα νυφιάτικα της πεθαμένης και πλέκοντας από λιανά ξερόκλαδα κι άγανα ένα στέμμα για τον βασιλιά, ενόσω τραγουδούσε ένα νανούρισμα στους νεκρούς, κι ένα επιθαλάμιο.

Είδε ένα όνειρο. Ήταν ένα πουλί που ’ταν το πιο μικρό στον κόσμο, μικρότερο κι απ’ τα μισό μικρό της δαχτυλάκι ακόμα, κι έψαχνε μέρος για να φωλιάσει, κάπου να ήταν ζεστά και να ’φτανε νανουριστικός στ’ αυτιά του ο χτύπος μιας καρδιάς· κι όταν της είχε φανερωθεί ότι ο πατέρας της ήταν αλλαδερφός της και με τα χέρια του εκείνος ξερίζωσε τα μάτια του, αφού έγιαναν οι πληγές στις κόχες και λείανε ο χρόνος το πληγιασμένο δέρμα, έτσι που ήτανε τώρα θαρρείς και δεν υπήρχαν ποτέ στην όψη του δυο μάτια που ’βλεπαν, μα δύο σπηλιές, αυτή, η Ισμήνη, γούβιασε τη χούφτα της για να κουρνιάσει μέσα το μικρό πουλί, και το πήγε δώρο στον τυφλό πατέρα· έβαλε ανοιχτή τη χούφτα της σκαλί κάτω από τη ζερβή σπηλιά στην όψη του, πάνω στο γέρικο το ρυτιδιασμένο μάγουλό του, και το μικρό πουλί φώλιασε κει μέσα, γαληνεμένο από τον χτύπο της καρδιάς του· «θα είναι τώρα αυτό τα μάτια σου», είπε η Ισμήνη στον πατέρα, κι έβλεπε πια εκείνος τον κόσμο μέσ’ απ’ τα μάτια του μικρού πουλιού· με φόβο, μ’ απορία, μ’ ένα τρεμόπαιγμα· ένιωθε απαλό και ζεστό το φτέρωμα του πουλιού, κι είχε πια το τυφλό του βλέμμα τούτη την τρυφεράδα και τη ζεστασιά· τάιζε το πουλί ψίχουλα από το ψωμί του κι ένιωθε την καρδιά του να σκιρτάει, λες κι είχε τώρα δύο καρδιές, όπως πρωτύτερα δυο μάτια.

«Στην τυφλή μου ζωή, εσύ είσαι βράχος», είχε πει στο Άλσος των Ευμενίδων ο πατροκτόνος και μητροκοίτης στη μεγάλη του κόρη, και στη μικρή: «μα εσύ είσαι πουλί—»

Στους φτερωτούς της ώμους, τώρα, είχε πέσει το χθόνιο βάρος να τιμήσει τους πεθαμένους· το χώμα μύριζε φθινόπωρο με τα πρωτοβρόχια, κι από τα κυκλάμινα που ’χανε ξεπεταχτεί ανάμεσα στους νεκρούς, μάζεψε δυο χεριές και τις έβαλε κει που έχαιναν αποτρόπαια χάσματα σ’ αγαπημένη γη οι πληγές των δύο αδελφοκτόνων, του ενός σκοτωμένου αδερφού και του άλλου· μα για την αυτοκτόνο έπλασε από πηλό ένα ομοίωμα, ένα ανδρείκελο αδελφής, με έγνοια να ’ναι το πλατύ του κούτελο το δικό της πλατύ κούτελο, να είναι οι παρειές του οι παρειές της, τα χείλη του τα χείλη της, τα στήθια του τα δικά της στήθη κι οι λαγόνες του οι λαγόνες της· έπλασε μια πλαγγόνα για να ’χει ο θάνατος να παίζει και να ξεγελιέται, ενώ την ίδια την πήρε κρυφά, νύχτα, όταν βαθιές σκιές πλέκονταν με τη σκιά της και χουχούτιζε θλιμμένα ένα νυχτοπούλι, την έθαψε σ’ ένα περιβόλι σε μιαν αφύτευτη γωνιά και φύτεψε από πάνω μια νεαρή ροδιά, για να τη θρέφουν οι χυμοί της νεκρής και οι σπόροι της να νοστιμίζουνε τα κόλλυβα και να ματώνουν το κατώφλι του ανάκτορου την Πρωτοχρονιά.

Την πρώτη φορά που κάρπισε το δέντρο, ήρθε η πεθαμένη, κάθισε στο προσκεφάλι της μικρής αδερφής κι είπε:

«Γλυκιά μου, Ισμήνη, σου ’φερα ένα ρόδι».

«Ήλθες λοιπόν», ψιθύρισε η κοιμισμένη σπάζοντας το ρόδι και ξεσποριάζοντάς το.

«Σε κάκισα— Συγχώρα με».

«Όταν αγκάλιασα τα πόδια σου, ζεστά ακόμα, είπα πως ήσουν δέντρο. Κι όσο σ’ έπλενα, είπα πως ήσουν κορίτσι ξανά».

«Είμαι δέντρο που το θρέφουν ως και τα γυμνά μου κόκαλα ακόμα, μες στη γη, για να ’ναι κόκκινοι σαν αίμα οι καρποί μου, κι είμαι κορίτσι που φυλλώνω πυκνά κι όμορφα, για να κουρνιάζει στους κλώνους μου και να κελαηδάει ένα αηδόνι.

»Προτού ριζώσω σ’ έναν τόπο και φυλλώσω, γλυκιά μου Ισμήνη, και προτού πάρω από τ’ αηδόνι τη φωνή του, να την έχω δικιά μου πια, περιπλανήθηκα σ’ ένα μισόφωτο που σκιές το κατοικούσαν, σε μια κρύα χώρα — όσο ακόμα κρεμόμουνα νεκρή, από σχοινί πλεγμένο με τα νυφιάτικά μου.

»Μπορεί για εσάς τους ζωντανούς να είχα λίγη μόλις ώρα κρεμασμένη, και σαν μ’ αγκάλιασες να ’μουν ζεστή ακόμα, μα για μένα είχε ξάφνου ανοίξει ο χρόνος στην απεραντοσύνη του θανάτου, και περιπλανιόμουν και περιπλανιόμουν, στην αρχή μονάχη, κι έπειτα χέρι χέρι με τη σκιά του αρραβωνιάρη μου, που μ’ είχε ακολουθήσει ως κι εκεί ακόμα, σιωπηλός και λυπημένος· περιπλανιόμασταν στο σκοτάδι μέσα, και στους άσαρκους ψιθύρους, και να, έτυχε να απαντήσω πρώτα τον πατέρα· τυφλό από το ένα το μάτι, μα στ’ άλλο είχε για μάτι ένα μικρό, μικρό πουλί, κι ήξερα πως του το ’χες δωρίσει εσύ, απ’ όλους εμάς η πιο σπλαχνική, η πιο ανθρώπινη, δισταχτική γιατί ’σουν από ζεστή σάρκα που δεν είχε παντρευτεί την κρύα πέτρα· δεν τον χαιρέτησα, δεν με χαιρέτησε… κι απάντησα έπειτα τη μάνα, που με το τέλος μου είχα γίνει απόηχός της, κι είδα πόσο της έμοιαζα στο μισοσκόταδο, και πόσο μου ’μοιαζε… και τέλος συναπάντησα τους αδερφούς μας, να βαδίζουν χέρι χέρι εκεί, όμοια όπως εγώ κι ο Αίμονας, φιλιωμένοι παντοτινά στο θάνατο· κι από τη βαθιά την πληγή καθενός, κείνες τις θλιβερές κι άσχημες πληγές όπου το κρέας είχε πάρει να σαπίζει, όμορφα κυκλάμινα φύτρωναν, σαν σε γη ποτισμένη με τα πρωτοβρόχια, κι ήξερα πως ήτανε κι αυτά δικό σου δώρο· εσένα, που ’ξερες με τη συμπόνια σου να δίνεις σε καθετί ομορφιά, και με τον φόβο και τη λύπη σου να το κάνεις ζεστό κι απλό ξανά».

Στο ανάκτορο, το πένθος πότιζε την πέτρα· ήταν η πέτρα σφουγγάρι που το ρούφαγε όπως ρουφάει το φρυγμένο χώμα τη βροχή και μαλακώνει· μονάχα που το πένθος, όσο έμπαινε ολοένα και πιο βαθιά στους πόρους της κρύας πέτρας, τη σκλήραινε κι άλλο, και δεν υπήρχε να τη ζεσταίνει και να απαλαίνει τη σκληράδα της, σε τούτο τ’ ανάκτορο του θανάτου και της θλίψης, άλλο τίποτα παρά το ψιθύρισμα από τα φτερωτά βήματα της απόδετης κόρης, που άφηναν τα χνάρια τους στους ασκούπιστους διαδρόμους και τις κάμαρες, ώσπου μια πνοή από τ’ ανοιχτά παράθυρα να χορέψει τα παραπετάσματα και να αναδέψει τη σκόνη, σβήνοντας κι αυτηνής τα βήματα, καθώς κυλούσανε οι εποχές, το στάρι μέστωνε και θεριζόταν κι έμενε η καλαμιά· γέμιζε λάδι η ελιά ως το λιομάζωμα με τα ραβδιά και τα πανιά· τα σύκα γλύκαιναν ώσπου έσκαζαν και μάζευαν στο μέλι τους τις μυΐγες· ζούσε όλη η επτάπυλη πόλη μέσα στον κυκλικό χρόνο, με επτά μάντεις να φρουρούν το κύλισμά του ορίζοντας με μαγγανείες και ξόρκια τα μελλούμενα· σκοποί ένας μάντης σε κάθε πύλη, που σε καθεμίας το ανώφλι φώλιαζε κι από ’να πουλί· και μονάχα το ανάκτορο του θανάτου και της θλίψης έμενε έξω από τον χρόνο, ενόσω βάτα κι αγκαθιές φύτρωναν γύρω στους τοίχους του, ο Κρέοντας καθισμένος στον θρόνο του ήταν ένας βασιλιάς από πηλό, που θα γινόταν λάσπη στη βροχή· και ολοένα πιο παχιά σκέπαζε τους διαδρόμους και τις κάμαρες σκόνη, όπου γράφονταν κι έσβηναν τα βήματα της κόρης, καθώς φορτωμένη στους φτερωτούς της ώμους, αυτή μόνη, το βάρος του μαγεμένου χρόνου, περιπλανιόταν στην ερημιά των δωματίων κι αφουγκραζόταν ν’ ακούσει τους νεκρούς να λένε το όνομά της.

Και να…

Να…

«Ισμήνη», είπε ο τυφλωμένος πατέρας, μια σκιά πιασμένη χέρι με χέρι με τον θλιμμένο ίσκιο της άλλης κόρης, και με βωβό Χορό να στέκουν παραπίσω, σαν ομίχλες αχνοί, άλλοι: ο Λάιος, η Ιοκάστη, ο Αίμονας, ο Ετεοκλής, ο Πολυνείκης· «είναι μεγάλη τύχη, κόρη μου, να ’μαι τυφλός σ’ αυτόν τον τόπο, γιατί απ’ όλους είμαι ο μόνος μαθημένος να βλέπει στο σκοτάδι, χωρίς μάτια, αλλά με τον νου μονάχα· και μακάρι να ’μουν κι από πριν μουγκός, να είχα προνοήσει να ξεριζώσω από το στόμα μου τη γλώσσα, κι όχι τα μάτια μου μονάχα, γιατί θα ’μουν μαθημένος τότε να μιλάω σιωπηλός, κι όχι με λέξεις που στον θάνατο είναι αταίριαχτες, λειψές…»

«Δεν σου ’δωσα για μάτια, πατέρα, ένα μικρό, μικρό πουλί;»

«Τι δουλειά έχει σ’ αυτόν τον τόπο ένα πουλί, κόρη μου; Πέταξε στο φως. Πήγε να βρει το ταίρι του. Δεν είναι σαν εμάς τα πουλιά. Ξέρουν ν’ αγαπάνε απλά — απλώς να πετούν το ένα γύρω απ’ τ’ άλλο και να δείχνουν έτσι πόσο αγαπιόνται, χωρίς να σχεδιάζουν —γιατί τι δουλειά έχουνε τα σχέδια στην αγάπη;—, χωρίς να σκέπτονται —γιατί τι δουλειά έχουν οι σκέψεις στην αγάπη;—, χωρίς να μηχανεύονται τεχνάσματα, παρά να πετούν ανέμελα μονάχα —γιατί τι δουλειά έχουν στην αγάπη οι μηχανές του νου;—, χωρίς να αναθυμούνται τα χτεσινά ή να καταστρώνουν τα μέλλοντα, κι απαλλαγμένα από το βάρος που ’χουν οι λέξεις, γιατί ’ναι προικισμένα με μια λαλιά που δεν είναι λόγος. Να ’χα μόνο ξεριζώσει τη γλώσσα μου όταν έπρεπε, κι όχι τα μάτια μου όταν πια ήταν αργά· τότε, μπορεί να μην είχα συναπαντήσει σ’ ένα τρίστρατο έναν ξένο που ήταν ο πατέρας μου, να μην τον είχα φονεύσει, να μην είχα πλαγιάσει με τη μάνα μου και μάνα σου, να μην υπήρχες εσύ κι αυτός εδώ ο λυπημένος ίσκιος της άλλης κόρης, όλος ετούτος ο βωβός Χορός των πεθαμένων· μαζί με τη γλώσσα μου το πεπρωμένο να ’χε ξηλωθεί σαν υφάδι στον αργαλειό, ξηλώνοντας μαζί του κι όλο το χαλί. Ας είναι όμως…

»Απ’ όλους εμάς εσύ ξέρεις, κόρη μου, πώς ν’ αγαπάς χωρίς λόγια, σαν πουλί· πώς να είναι η αγάπη σου απλή όπως της πρέπει, κι εμείς όλοι οι νεκροί σου ’μαστε βάρος, μα στ’ αλήθεια είμαστε καπνός κεριού που έχει σβήσει, αν μας φυσήξεις θα σκορπίσουμε· διώξε μας λοιπόν, χάρη θα μας κάνεις. Και ξέχνα μας σαν να ’μασταν λέξεις σε όνειρο, που με το που ανοίγει ο κοιμισμένος τα μάτια με την αυγή, τις έχει λησμονήσει πια.

»Σε απαλλάσσουμε».

Και να πώς έγιναν τα πράγματα:

Ο γιος του Πολύβου από την Κόρινθο και της Μερόπης από τη Δωρίδα, εκεί που μια ημέρα πεζοπορούσε συναπάντησε σ’ ένα τρίστρατο έναν κήρυκα και παραπίσω ερχόταν ένας γέρος πάνω σ’ άμαξα που άλογα την έσερναν.

«Καλή σου ημέρα, άρχοντα», είπε ο πεζοπόρος.

«Καλή σου ημέρα κι εσένα», είπε ο γέρος και συνέχισαν, ο ένας τον δρόμο του κι ο άλλος τον δικό του.

Κύλιση στην κορυφή