ΘΑΝΟΣ
με κιμωλία λευκήν άκρη-άκρην σε ωστόσον τί
ευθείαν γραμμή έχων στο πεζοδρόμιον εύπλοιον
πορείαν χαράξει βαδίζει υπερήφανος επάνω
αυτής προσέχων μην δά σχολαστικά μάλιστα καν
έν των δύο ποδών ξεφύγει πάσχων από υστέρησιν νοός
νυχθημερόν άδει σ’ ατομικήν θωπεί’ αρκείτ’ ο ευτυχής
ΑΝΕΦΙΚΤΟ
ανωφερή καψόνειρα μ’ εμπόδια συν-
νεφάκια βάφουν ευγκρί τον ουρανόν
αλτ! δεν περνά καν ένας οι κατηφείς
βοηθούσης της ψαλμοβροχής ψήνοντ’
επίγειοι αφειδώς πλάθονται ποιητές κ’ η
αλήθεια ετσιτώθης τρις σύρματι αφού μπουγάδας
δεν καν σηκώθηκες βοριάς πλην βλέψεις κατ’ ανέμου
ΤΑ ΔΙΑΛΑΘΟΝΤΑ
διανύουμε δεύτερην κρίση ταυτότητος
σύνοφρυς απεφάνθη η προβληματισμέν’
ιατρός κλείνουσα άμα κλειδώνουσα στην
βαριά ατσάλινη απομονώσεως δίφυλλην
πόρτα στιγμής με φούρια ξανανοίγουσα η
μετανοιωμένη «καλά χριστούγεννα!» σ’ ένα φιλί
τού ευχήθη· θέρμης κυρίευσα κατοικημένου ποίημα
ΜΕΤΟΙΚΟΒΡΑΔΟ
φύγε με φόραν καλπασμών πριν κιν-
δυνέψεις φεύγα πέταξεν πάνω από
στεριές παράκαμψεν θαλάσσεις φθάσ’
εκεί πρόσω στα κρημνά σ’ αετοφωτιές
πυρώσου τό δίλημμα τιθέμενον μπορεί
ν’ απαντηθεί πιο σίγουρα σωστά μ’ αφού
προκρίνει πρώτη θέσιν πιάσ’ τό φιδίσιο δέρμα εδά
κάτι έξυσα στα λόγι’ αυτά φολίδες σκάν’ μαύρο αίμα

