Καρολίνα Μέρμηγκα

«Ο Λόγος πέθανε, οι άνθρωποι γαβγίζουν σαν σκυλιά»

Κάθεται σ’ ένα Παρισινό μπαρ, και προσπαθεί να κρατηθεί για να μην πέσει από το σκαμνί του· είναι μεθυσμένος, φυσικά. Αλλ’ όχι μόνο. Τρόμος τον πλημμυρίζει, και μαζί ένα αίσθημα τέλους. Ναι, είναι το τέλος. Αυτήν την όμορφη Μαγιάτικη μέρα του 1939, έφτασε επιτέλους η στιγμή που δεν θα πολεμήσει άλλο. Ο κόσμος γύρω του είναι ολοσκότεινος, ο πολιτισμός που πίστεψε κι υπηρέτησε έχει καταποντιστεί, οι πατρίδες που λάτρεψε χάθηκαν, κι οι φίλοι –οι φίλοι… Μόλις έμαθε πως ο Ερνστ Τόλερ κρεμάστηκε, στο ξενοδοχείο του στην Ν. Υόρκη.

Με χέρι που τρέμει περισσότερο από συνήθως φέρνει το ποτήρι στα χείλη του και κλείνει τα μάτια. Οι εικόνες έρχονται από μόνες τους. Γιατί παλιά, όλα όσα γίνονταν χρειάζονταν καιρό για να γίνουν, και όλα όσα χάνονταν χρειάζονταν καιρό για να ξεχαστούν, και όλα όσα είχαν υπάρξει άφηναν πίσω τους ίχνη και σημάδια.[1]

Θυμάται.

Οστάνδη, 1936. Μέρα πλημμυρισμένη από το γαλακτερό φως του καλοκαιριού. Από το παράθυρό του βλέπει τη μακριά άσπρη αμμουδιά, τη μεγάλη φαρδιά προκυμαία, το καζίνο με την καμπύλη πρόσοψη και τις εντυπωσιακές βεράντες, τις πολύχρωμες ξύλινες καμπίνες στην άμμο· όμορφα άσπρα κτίρια σε περιποιημένα βουλεβάρτα, χαριτωμένα μπιστρό με τα μαρμάρινα τραπεζάκια τους στα πεζοδρόμια, πολύχρωμες ομπρέλες, κομψές γυναίκες, καλοντυμένοι άντρες, νταντάδες και παιδάκια με λευκά καπελάκια. Όλα λάμπουν κάτω από τον ήλιο: η Ωραία Ζωή. Όμως σιωπηλή κάτω από τις χαρούμενες φωνές και το κουδούνισμα των ποτηριών που σερβίρουν οι χαμογελαστοί σερβιτόροι, κουλουριασμένη στις γωνίες των καθαρών δρόμων, κρυμμένη σ’ αυτήν την παραθαλάσσια βελγική πόλη των ακτών της Βόρειας θάλασσας, είναι η παγωμένη σκιά της απελπισίας. Της απελπισίας του.

Ο Γιόζεφ Ροτ είναι απελπισμένος. Στην Γερμανία, όπου τώρα κυβερνά η Κόλαση, τα βιβλία του έχουν απαγορευτεί και καίγονται στους δρόμους. Καλύτερα: δεν θέλει να κυκλοφορούν πια εκεί, όποιος συναλλάσσεται μ’ αυτή τη χώρα είναι προδότης. Όσα χρήματα έβγαλε τα έχει προ πολλού ξοδέψει, το ίδιο και τις προκαταβολές για όσα βιβλία χρωστά να παραδώσει, και άλλες προκαταβολές δεν θα πάρει αφού οι εκδότες δεν στέλνουν χρήματα σε φυγάδες. Ναι, ο Ροτ είναι φυγάς εδώ. Φυγάς, κατατρεγμένος, πάμφτωχος και αλκοολικός. Τόσο αλκοολικός που με δυσκολία μπαίνουν τα παπούτσια του στα πρησμένα του πόδια, τόσο αλκοολικός που κάθε πρωί κάνει εμετό και δεν μπορεί να φάει σχεδόν τίποτα. Όμως, πρέπει να πίνει. Πρέπει, για να μπορεί να βγάζει από μέσα του τις λέξεις που πρέπει να ειπωθούν, αλλά και για να μπορεί να πιστεύει σ’ αυτές τις λέξεις: να ξεχνά πόσο ανήμπορες, ανυπεράσπιστες, ηττημένες, μάταιες έχουν γίνει τώρα. Ναι, το όπλο που είχε για να πολεμά, το μοναδικό του όπλο για να φράξει το δρόμο της καταστροφής, δεν είναι πια όπλο. «Ακόμα να το πιάσεις;» έγραψε στον Τσβάιχ. «Ο Λόγος πέθανε, οι άνθρωποι γαβγίζουν σαν σκυλιά. Ο Λόγος δεν έχει πια καμιά σημασία.»[2]

Τέσσερις μήνες πριν, τον Μάρτιο του 1936, ο Χίτλερ επανεκατέλαβε στρατιωτικά τη Ρηνανία παραβιάζοντας τις μεταπολεμικές συμφωνίες. Μετά, στις 3 Ιουλίου του 1936, ο Τσεχοσλοβάκος Εβραίος δημοσιογράφος Στέφαν Λουξ μπήκε στην αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, φώναξε “C’estlederniercoup” («Είναι το ύστατο χτύπημα») και αυτοπυροβολήθηκε: ήθελε να προειδοποιήσει γι’ αυτό που έρχεται, γι’ αυτό που ήρθε κι απλώνεται στον ορίζοντα. Μετά, στις 11 Ιουλίου, η Γερμανία που τώρα επανεξοπλίζεται κι επεκτείνεται ανενόχλητη, υπέγραψε με την Αυστρία την Juliabkommen –την «Ιουλιανή Συμφωνία», με την οποία η Αυστρία δήλωσε πώς θα ακολουθήσει μια πολιτική «γερμανική», θα κάνει παραχωρήσεις, και θ’ απελευθερώσει Ναζί κρατούμενους. Και μετά, στις 17 Ιουλίου, ξέσπασε στο ισπανικό Μαρόκο στρατιωτική εξέγερση εναντίον της Ισπανικής Δημοκρατίας με πρωταγωνιστή έναν στρατηγό ονόματι Φρανθίσκο Φράνκο: εξέγερση που, όπως μαθαίνουν, επεκτάθηκε σ’ όλη την Ισπανία. Ξεκινά ισπανικός εμφύλιος, κι ο Χίτλερ κι ο Μουσολίνι έσπευσαν, φυσικά, να δηλώσουν ότι υποστηρίζουν τον Φράνκο.

Από το παράθυρό του μπαίνει ζεστός ήλιος, αλλά ο Ροτ δεν τον θέλει· δεν αντέχει ούτε τον ήλιο ούτε την παραλία, ούτε την εύθυμη ατμόσφαιρα των διακοπών, ούτε αυτό το δωμάτιο που είναι σαν φέρετρο. Κοντά του νιώθει μόνο τον θάνατο, ενώ γύρω του ένα γαϊτανάκι χορεύει σε ρυθμούς χαρούμενους κι απεγνωσμένους.

Εδώ, στην καλοκαιρινή Οστάνδη, στο τρίτο πάτωμα ενός άσπρου σπιτιού, βρίσκεται ο Τσβάιχ, και ένα πάτωμα πιο πάνω η γραμματέας και ερωμένη του, Lotte Altman. Εδώ βρίσκεται ο μυθιστοριογράφος Χέρμαν Κέστεν που φαίνεται πάντα κεφάτος, κι ο διάσημος Γερμανός δημοσιογράφος Έγκον Έρβιν Κις, κι ο Willi Muzenberg που μοιάζει με αρκούδα, κι ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και φοβερός κολυμβητής Έρνστ Τόλλερ, και ο Άρθρουρ Κέσλερ… Εδώ έχουν μαζευτεί πολλοί φίλοι και γνωστοί του, και όλοι αυτοί δεν είναι παραθεριστές: είναι φυγάδες, πρόσφυγες, κατατρεγμένοι από τη φρικωδέστερη μηχανή εξολόθρευσης που φαντάστηκαν (ή δεν φαντάστηκαν) ότι θα μπορούσε να υπάρξει στον 20ό αιώνα. Και είναι άοπλοι κι ανυπεράσπιστοι. Ελπίζουν και περιμένουν να γυρίσουν πίσω στις πατρίδες τους, όμως ο Ροτ κοιτά τον καταγάλανο ουρανό κι αναρωτιέται, θα γυρίσουν; Θα υπάρχουν, πια, πατρίδες να γυρίσουν; Έχουν περάσει τριάμισι χρόνια από τότε που αυτός έφυγε από το Βερολίνο, και του λείπει· κι όσο για τη Βιέννη… Η Βιέννη που αγάπησε, υπάρχει ακόμα;Η νοσταλγία, προδοτική, μάταιη, τον κυριεύει: «Κόντευε η άνοιξη, η βιεννέζικη άνοιξη που δεν χωράει ούτε στα ρομαντικά chansonsούτε στα αισθηματικά τραγουδάκια του συρμού. Όλα την αδικούν. Καμιά απ’ τις λαϊκές μελωδίες δεν έχει τη γλυκιά ένταση της φωνής του κότσυφα στο Βοτίφπαρκ ή στον Λαϊκό Κήπο. Κανένα στιχάκι δεν καταφέρνει να μιμηθεί, έστω, τις αξιαγάπητα ενοχλητικές βραχνές φωνές του κράχτη έξω από τα κιόσκια και τις καντίνες του Πράτερ τον Απρίλη. Ποιος μπορεί να τραγουδήσει το φρόνιμο προσεκτικό χρυσό των θάμνων του λαβούρνου, που μάταια προσπαθεί να κρυφτεί ανάμεσα στο φρέσκο πράσινο των γειτόνων του; Ζύγωνε ήδη το γλυκό άρωμα της πασχαλιάς, υπόσχεση γιορταστική. Στο Δάσος της Βιέννης τα κυκλάμινα στολίζονταν μαβιά, γαλανά, ρόδινα, άσπρα. Οι άνθρωποι ζευγάρωναν…»[3]

Απόψε, όπως κάθε βράδυ, θα κάτσουν όλοι μαζί στο «Καφέ Φλορ»: άντρες και γυναίκες σε ελεύθερη πτώση που θα προσπαθούν να μοιάζουν ξέγνοιαστοι παραθεριστές. Θα προσπαθούν να μη μιλήσουν για πολιτική, γιατί η πολιτική πονά, κι επίσης γιατί δεν συμφωνούν όλοι με όλους: κάποιοι είναι κομμουνιστές ενώ ο Ροτ δεν είναι, και κάποιοι τον ειρωνεύονται, τον Ροτ, επειδή είναι οπαδός της Μοναρχίας –επειδή νοσταλγεί το αίσθημα του ανήκειν, της προστασίας και σιγουριάς που του χάριζε το παλιό αυτοκρατορικό μωσαϊκό, τόσο όμοιο με εκείνο της δικής του ύπαρξης. «Μιλώ για το πνεύμα της παλαιάς Μοναρχίας, που τόσο το έχουν παρεξηγήσει και τόσο το έχουν εκμεταλλευτεί. Χάρη σ’ αυτό το πνεύμα, ένιωθα σπίτι μου τόσο στο Ζλότογκροντ και το μακρινό Σιπόλιε, όσο και τη Βιέννη. […] Όλα αυτά ήταν πατρίδα, κάτι δυνατότερο και μεγαλύτερο από τον τόπο όπου έχει κανείς γεννηθεί, κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο απ’ άκρου εις άκρον. Πατρίδα: η Αυτοκρατορική και Βασιλική Μοναρχία…»[4]

Ο Κις τον αποκαλεί «Σεπ» και συνέχεια τον πειράζει. Αυτός αγαπά τον Κις και δέχεται τα πειράγματα του.

«Για πες, Σεπ, ο εξόριστος αυτοκράτοράς σου, εκεί στο Στενόκερτσελ, φοράει στέμμα όταν κατεβαίνει για πρωινό;»

«Ναι. Φοράει. Ένα στέμμα αόρατο.»

Η πολιτική τούς πονά όλους, και όλα είναι πια πολιτική. Οι τελευταίες ειδήσεις που φτάνουν από το Βερολίνο είναι για τις προετοιμασίες των Ολυμπιακών Αγώνων. Όλος ο κόσμος θα μαζευτεί εκεί, και το ναζιστικό καθεστώς θα κρύψει επιδέξια το εφιαλτικό του πρόσωπο: θα κρύψει το μίσος κατά των ξένων και των Εβραίων, θα κρύψει τις πινακίδες «Juden ist der Zutritt verboten» και (αυτό είναι το πιο τρομακτικό) ο κόσμος θα ξεγελαστεί. Ο Γκαίμπελς θα πείσει για τις ειρηνικές προθέσεις της Γερμανίας και θα νανουρίσει τη διεθνή κοινότητα –που τόσο θέλει να νανουριστεί: η Αγγλία μόλις ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τον πολεμικό της στόλο, η Κοινωνία των Εθνών μόλις ανακάλεσε τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Ιταλία μετά την επίθεση στην Αβυσσηνία, ο Μουσσολίνι πανηγυρίζει και η ναζιστική Γερμανία μοιάζει με μια χαμογελαστή, ειρηνική χώρα. Ο κόσμος θέλει να κοιμηθεί, κι αυτοί εδώ, οι απελπισμένοι της Οστάνδης, πίνουν τα ποτά τους βουβοί.

Απόψε στην παρέα θα είναι, όπως κάθε βράδυ, και ο Τσβάιχ. Ο φίλος του, ο προστάτης του, ο άσπονδος «αδελφός» του, Τσβάιχ.

Όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία το ’33 βρισκόντουσαν κι οι δυο τους, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, στην κορυφή της επιτυχίας. Ο Τσβάιχ ήταν ένας δημοφιλής και πολυδιαβασμένος συγγραφέας πολλών βιβλίων και ο Ροτ ένας γνωστός δημοσιογράφος της Frankfurter Zeitung και (λιγότερο δημοφιλής) συγγραφέας κάποιων αριστουργημάτων. Είναι περίεργη η φιλία τους: ο 55χρονος Τσβάιχ είναι ένας αστός ταμπουρωμένος στις ασφάλειες, απολαύσεις και πεποιθήσεις του, με όνειρο και παντοτινή πνευματική του πατρίδα μιαν Ευρώπη ανεκτική και χωρίς σύνορα, ενώ ο 42χρονος Ροτ βολοδέρνεται σε μια μόνιμη θύελλα απελπισμένων ερώτων, αλκοόλ, σπαταλών και καταχρήσεων. Ο ευγενικός, καλοσυνάτος, στοργικός Τσβάιχ παραμένει ακλόνητος και σταθερός χρηματοδότης του άσωτου, αυτοκαταστροφικού Ροτ: του δίνει χρήματα, τον στέλνει στον ράφτη του, τον κυνηγά κάθε μέρα για να μην πίνει, να τρώει, να προσέχει τον εαυτό του· ο Ροτ τον ευγνωμονεί αλλά νιώθει και κάτι πιο σκοτεινό: ένα φθονερό παράπονο. Γιατί ο Τσβάιχ, ο «δυτικός» Εβραίος από τη Βιέννη, γεννήθηκε προνομιούχος, εύπορος, με ασφάλειες και εγγυήσεις, ενώ ο Ροτ, ο «ανατολικός» Εβραίος από το Μπρόντυ της Γαλικίας[5] γεννήθηκε φτωχός και χρεωμένος, με καμία ασφάλεια κι εγγύηση. Και κάτι άλλο: ο Τσβάιχ γράφει για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. «Μιλήστε για την αλήθεια, ή σωπάστε!» διαμαρτυρήθηκε ο Ροτ, τρεις μήνες πριν. «Ο πόλεμος του ’14, ο Μεγάλος Πόλεμος, ήταν παγκόσμιος όχι επειδή πολέμησε σ’ αυτόν όλος ο κόσμος, αλλ’ επειδή εξαιτίας του όλοι έχασαν έναν κόσμο, τον κόσμο τους. Όμως τώρα οι άνθρωποι είναι πιο ηλίθιοι κι απ’ ό,τι ήταν το 1914, γιατί δεν αντιδρούν πια. Η ανθρωπότητα σκοτώνεται μπροστά στα μάτια τους, αλλά το μόνο που προτείνεται απέναντι στην κτηνωδία είναι κτηνώδεις άμυνες, πιο βρομερές κι απ’ τις ίδιες τις κτηνωδίες. Και κανένας δεν κουνιέται, και κανένας δεν λέει τίποτα στον συγγραφικό κόσμο.» Και κάτι ακόμα: ο Γερμανός εκδότης του Τσβάιχ, ο Κίππενμπεργκ, δεν μπορεί πια να εκδίδει τα βιβλία του, κι έτσι ο Τσβάιχ πήγε και τα έδωσε στον αυστριακό εκδότη Χέρμπερτ Ράιχνερ που, αν και Εβραίος, εξακολουθεί να στέλνει τα βιβλία του στη Γερμανία. «Ο αγαπημένος Εβραίος του Χίτλερ», αποκαλεί τον Ράιχνερ ο Ροτ. Είναι απλό: όποιος συναλλάσσεται με τη σημερινή Γερμανία είναι προδότης.

Αλλά υπάρχει και το πιο βαθύ, το πιο σκοτεινό, αυτό για το οποίο δεν θα μιλήσουν ποτέ: ο Τσβάιχ είναι ένας καλός συγγραφέας με ταλέντο. Ο Ροτ είναι μεγαλοφυία.

Κοιτάζει έξω από το παράθυρό του, ο ουρανός σκοτεινιάζει, βραδιάζει. Αναστενάζει. Η αλήθεια είναι ότι τους ενώνει μια αμοιβαία οφειλή: είναι ο καθένας η λογοτεχνική συνείδηση του άλλου. Αυτός, ο Ροτ, δεν μπορεί ν’ αρχίσει τίποτα καινούργιο αν δεν το έχει συζητήσει με τον Τσβάιχ, και ο Τσβάιχ χρειάζεται την αμείλικτη ματιά του Ροτ που δεν χαρίζεται στις φιοριτούρες, ασάφειες, υπερβολικές μεταφορές και ψεύτικες εικόνες που θολώνουν καμιά φορά τη γραφή του.

Και τι σημασία έχουν τώρα όλα αυτά; Σκύβει στα χαρτιά του. Πρέπει να γράψει, πρέπει να γράψει. Χρειάζεται τα χρήματα, χρειάζεται όμως και ν’ ακούσει την εσωτερική του φωνή, τώρα που όλα σωπαίνουν από ανημπόρια κι απελπισία. «Κάθε μέρα γράφω για να φεύγω και να χάνομαι μέσα σε ξένες ζωές. Δεν το βλέπετε, πως όπου να ʼναι πεθαίνω;» τους λέει.

Αυτήν την άνοιξη του ’36 ξεκίνησε ένα μυθιστόρημα για την πατρίδα του, με τίτλο Φράουλες: Στην πόλη μου ζούσαν κάπου δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Τρεις χιλιάδες απ’ αυτούς ήταν τρελοί, για να μην πω επικίνδυνοι. Μια ήπια τρέλα τους τύλιγε, σαν σύννεφο χρυσό. Έκαναν τις δουλειές τους, έβγαζαν χρήματα. Παντρεύονταν κι έκαναν παιδιά. Διάβαζαν βιβλία, εφημερίδες. Δεν ασχολούνταν με τα πράγματα του κόσμου. Κουβέντιαζαν σε όλες τις γλώσσες, με τις οποίες συνεννοούνταν οι πολλοί και διάφοροι κάτοικοι της περιοχής μας... Όμως οι Φράουλες, το ξέρει, δεν θα γραφτούν ποτέ. Γιατί χρωστάει άλλα δυο μυθιστορήματα που τα έχει σχεδόν μισο-έτοιμα, την Ομολογία ενός δολοφόνου και Το κάλπικο ζύγι, και πρέπει να τα τελειώσει και να τα παραδώσει. Και γι’ αυτό, παίρνει το υλικό από τις Φράουλες και το βάζει μέσα σ’ αυτά. Ναι, τα μπουκώνει. Γιατί χρειάζεται τα χρήματα.

«Είναι καλό να είσαι λυπημένος, Ροτ» του είπε κάποτε ένας εκδότης, «γιατί όσο πιο λυπημένος είσαι, τόσο πιο ωραία γράφεις». Πράγματι: γεννήθηκε σε έναν τόπο όπου τραγουδούν οι δυστυχισμένοι –όχι οι ευτυχισμένοι, όπως στις χώρες της Δύσης. «Γι’ αυτό τα τραγούδια της Ανατολής είναι τα πιο όμορφα. Λίγη ανθρωπιά να ’χει όποιος τα ακούει, αναλύεται σε δάκρυα».[6] Χαμογελάει: άρα λοιπόν, τώρα θα πρέπει να γράψει αριστουργήματα!

Ακούγεται ένας επιτακτικός χτύπος στην πόρτα, και ξέρει ποιος χτυπά. Σηκώνεται και την ανοίγει και ναι, είναι η Ίρμγκαρντ. Την κοιτάζει και κάτι μέσα του λιώνει. Γιατί αυτό το καλοκαίρι, εδώ στην Οστάνδη, ο Ροτ είναι και ερωτευμένος.

Η Ίρμγκαρντ Κόυν δεν είναι Εβραία, όμως και τα δικά της βιβλία είναι απαγορευμένα στην Γερμανία. Η Ίρμγκαρντ είναι όμορφη, με μεγάλο στόμα και μεγάλα μάτια, είναι νέα, και φοράει την αυτοπεποίθησή της όπως τη γούνα της γύρω από τους ώμους. Έχει αφήσει πίσω της έναν σύζυγο που της είναι αδιάφορος και έναν Εβραίο εραστή που, αυτόν, κάπως τον αγαπάει – αλλά και τον μισεί, επειδή έφυγε και πήγε στην Αμερική. Ο Ροτ την μαγνητίζει. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, εδώ στην Οστάνδη, τού παραδόθηκε. Δεν έχει ξανασυναντήσει ποτέ της, λέει, άντρα που να την έλκει ερωτικά όπως ο κοντός, σκυφτός, χλωμός κι αδύνατος Ροτ, ο Ροτ που «μοιάζει με λυπημένη φώκια». Λατρεύει την περιέργειά του, τον τρόπο που την ακούει προσεκτικά, τα μεγάλα μάτια του με το βλέμμα της προσήλωσης, και το ότι (τι περίεργο!) αυτός ο μαγευτικός αφηγητής είναι ακόμα καλύτερος συζητητής. «Επιτέλους, ένας άνθρωπος που με καταλαβαίνει», σκέφτηκε ο Ροτ όταν τη γνώρισε, και σκέφτηκε η Ίρμγκαρντ όταν τον γνώρισε. «Επιτέλους, κάποιος που μαζί του μπορώ να πίνω ασυγκράτητα, γιατί ξέρει ότι αλλιώς η ζωή δεν υποφέρεται. Ότι με την εγκράτεια μπορεί ίσως κάποιος να ζήσει περισσότερο αλλά, εδώ και τώρα, δεν μπορεί να ζήσει.»

Εδώ, στην Οστάνδη του 1936, ψάχνουν όλοι να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν. Να μπορέσουν δηλαδή να πιστέψουν ότι ο εφιάλτης που έρχεται κάποια μέρα θα έχει τελειώσει, και μετά απ’ αυτόν θα υπάρχει ζωή, και θα πρέπει να προσπαθήσουν να επιβιώσουν ώστε μετά να μπορέσουν να τη ζήσουν, εκείνη τη μελλοντική ζωή.

Την αγκαλιάζει και μαζί πηγαίνουν, όπως κάθε βράδυ, στο «Καφέ Φλορ». Εκεί όπου όλοι τους, μαζεμένοι γύρω από τα κομψά μαρμάρινα τραπεζάκια, θα πίνουν Verveine, το ένα μπουκάλι μετά το άλλο, και θα μιλάνε για ό,τι πονάει λιγότερο. Ίσως για μποξ ή για τον κινηματογράφο που ο Ροτ σιχαίνεται, ίσως για το θέατρο ή για ατζέντηδες και κοινούς γνωστούς και τα κουτσομπολιά της πιάτσας. Δεν προσπαθούν πια να νικήσουν κάποιον εχθρό. Προσπαθούν να νικήσουν τον χρόνο.

Τώρα, αυτήν τη Μαγιάτικη μέρα του ’39 στο Παρίσι, ακούει από μακριά τον ήχο του ασθενοφόρου που έρχεται γι’ αυτόν. Τελικά έπεσε από το σκαμνί του. Τελικά ηττήθηκε. Μα ποιος νικά τον χρόνο, ποιος τον νίκησε ποτέ;

Σαν αστραπές περνούν από μπροστά του οι εικόνες εκείνου του φωτεινού, απελπισμένου καλοκαιριού στην Οστάνδη. Προσπάθησε. Προσπάθησαν όλοι να ζήσουν για εκείνη τη μελλοντική ζωή, αλλά δεν μπόρεσαν. Θα ʼθελε να είχε και πάλι μπροστά του τον Τσβάιχ, τον πολύτιμο Τσβάιχ, και να του ξανάλεγε, «Τώρα πρέπει ν’ αγαπάμε, ν’ αγαπάμε πολύ».

⸙⸙⸙

Στις 23 Μαΐου 1939 ο 44χρονος Γιόζεφ Ροτ κατέρρευσε σε ένα μπαρ του Παρισιού, και τέσσερις μέρες μετά πέθανε στο νοσοκομείο από πνευμονία και delirium tremens.

Η Ίρμγκαρντ έμεινε κοντά του ως το 1938 και μετά τον άφησε, καταφέρνοντας ν’ απαγκιστρωθεί από τη καταστροφική αλκοολική του δίνη. Ο Ernst Weiss, που είχε παραμείνει στο Παρίσι, αυτοκτόνησε το 1940, τη μέρα εισβολής των Ναζί. Ο Στέφαν Τσβάιχ αυτοκτόνησε στη Βραζιλία τον Φεβρουάριο του 1942 μαζί με τη γυναίκα του πια, Λότε. Η σύζυγος του Ροτ, η έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική σχιζοφρενής Φρηντλ, δολοφονήθηκε από τους Ναζί («ευθανασία») στο σανατόριο, τον Ιούλιο του 1940. Ο Άρθουρ Καίστλερ αυτοκτόνησε τον Μάρτιο του 1983 μαζί με τη γυναίκα του, Σύνθια.

Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του Volker Weidermann, Οστάνδη 1936, Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ, Το καλοκαίρι πριν από το σκότος (εκδ. Άγρα, Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.)


[1] Joseph Roth, Radetzkymarsch (Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ), 1932.

[2] Επιστολή του Γιόζεφ Ροτ προς τον Στέφαν Τσβάιχ, Οκτώβριος 1933.

[3] Joseph Roth, Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, εκδ. Άγρα, 2014, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου.

[4] Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπ. π.

[5] Σημερινή Ουκρανία.

[6] «Στον εκδότη Γκούσταβ Κίπενχώυερ, για τα Γενέθλια των Πενήντα του Χρόνων», μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2006 (Φυλλάδιο εκτός εμπορίου, προσφερόμενο με τα βιβλία του από τις εκδόσεις Άγρα).

Κύλιση στην κορυφή