Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Κώστας Μελάς

Οι αέναοι (και αναπόφευκτοι) πόλεμοι των ΗΠΑ

Οι φθινοπωρινές αλογόμυγες ζουζούνιζαν γύρω από το ραγισμένο φωτιστικό, σχημάτιζαν νυσταγμένα οχτάρια μέσα στο αδύναμο φως, συγκρούονταν ξανά και ξανά με τη λιγδιασμένη πορσελάνη και, μ’ έναν ελαφρύ γδούπο, τα σώματά τους επέστρεφαν στη φανταστική μαγνητική τροχιά τους για να συνεχίσουν αυτόν τον αέναο κύκλο, αν και σε μια πολύ κλειστή περίμετρο, μέχρι να σβήσει το φως.
László Krasznahorkai

Εισαγωγή

Η πολιτειακή ιστορία των ΗΠΑ είναι πλήρης από αλλεπάλληλους πολέμους και πολεμικές επιχειρήσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Ο πόλεμος είναι συνυφασμένος με τις διαδοχικές επεκτάσεις της αμερικανικής δύναμης εγχωρίως και διεθνώς. Αυτή είναι «η θετική» πλευρά του πολέμου προκειμένου οι ΗΠΑ να αναδειχθούν σε παγκόσμια δύναμη και να δημιουργήσουν μια διεθνή τάξη που, παρότι εξακολουθεί να επικρατεί ακόμη και σήμερα στον πλανήτη, βρίσκεται ουσιαστικά σε διαδικασία αποδρομής. Από τη στιγμή που η τάξη αυτή παρουσιάζεται εύθραυστη και με εμφανή σημάδια κατάρρευσης, οι πόλεμοι που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να την σταθεροποιήσουν προκειμένου να εξακολουθήσουν να διατηρούν τον πρώτο λόγο στις διεθνείς εξελίξεις λαμβάνουν όλο και πιο αρνητικό πρόσημο. Μετατρέπονται σε ωμές πράξεις βίας, πράξεις αναποτελεσματικές, καταστροφικές και ατελέσφορες, δείχνοντας τον αέναο κύκλο της φθοράς κάθε δύναμης που έχει κάνει το λάθος να θεωρήσει ότι είναι ανίκητη.

1.

Είμαι πεπεισμένος ότι κανένα προηγούμενο Σύνταγμα δεν ήταν τόσο καλά υπολογισμένο όσο το δικό μας για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας εκτεταμένης αυτοκρατορίας και της αυτοκυβέρνησης.

 Thomas Jefferson

Η πολιτειακή ιστορία[1] των ΗΠΑ μπορεί να διαιρεθεί στις ακόλουθες φάσεις:

Η πρώτη φάση εκτείνεται από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ως τον εμφύλιο πόλεμο και την αποκατάσταση της ενότητας στη χώρα. Στη φάση αυτή παρατηρούνται συνεχείς επεκτάσεις στις αχανείς περιοχές που ανοίγονται μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού. Οι επεκτάσεις αυτές πραγματοποιούνται με συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις, κατ’ αρχάς εναντίον των αυτοχθόνων Αμερικανών, που οδηγούν σε βάρβαρες μορφές καθυπόταξής τους και, το σημαντικότερο, σε δραματική μείωση του πληθυσμού τους. Κατά το Αμερικανικό Σύνταγμα, οι αυτόχθονες Αμερικανοί θεωρούνταν απλώς ως ένα εξαιρετικά οχληρό «στοιχείο της φύσης» και για τον λόγο αυτό εξαπολύθηκε ένας διαρκής πόλεμος με σκοπό την εκδίωξη και την εξάλειψή τους. Δευτερευόντως, οι ΗΠΑ εξαπολύουν σειρά πολεμικών επιχειρήσεων ενάντια στο γειτονικό Μεξικό, από το οποίο αποσπούν τεράστιες εκτάσεις (αντιστοιχούν περίπου στην έκταση των σημερινών πολιτειών Τέξας, Καλιφόρνια, Νέο Μεξικό, Αριζόνα, Γιούτα, Νεβάδα). Η γεωγραφική επέκταση οδηγεί ταυτόχρονα στην αρπαγή αλλά και στην ενσωμάτωση των εδαφών προκειμένου να υπάρξει μια πρώτη ολοκλήρωση της οντότητας των ΗΠΑ. Τα γεωγραφικά όρια της χώρας ολόκληρη αυτή την περίοδο είναι κινητά, καθοριζόμενα από την έννοια της κυριαρχίας: μια ανοιχτή και ακατάπαυστη διαδικασία επέκτασης. «Ήδη στην πρώτη φάση, συνεπώς, βεβαιώνεται μια νέα αρχή κυριαρχίας, διαφορετική από την ευρωπαϊκή: η ελευθερία γίνεται κυρίαρχη και η κυριαρχία ορίζεται ως ριζικά δημοκρατική μέσα σε μια ανοιχτή και ακατάπαυστη διαδικασία επέκτασης. Το σύνορο είναι ένα σύνορο ελευθερίας… Η ελευθερία και το σύνορο εμφανίζουν μια σχέση αλληλεξάρτησης: κάθε δυσκολία, κάθε όριο της ελευθερίας είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, ένας ουδός που πρέπει να υπερβληθεί. Από τις ακτές του Ατλαντικού ως εκείνες του Ειρηνικού εκτεινόταν μια περιοχή πλούτου και ελευθερίας διαρκώς πρόσφορη για τη χάραξη νέων γραμμών διαφυγής»[2].

Η δεύτερη φάση εκτείνεται από την περίοδο της πρώτης προεδρίας Γκρόβερ Κλίβελαντ (1885-1889) μέχρι και την προεδρία Χέρμπερτ Κλαρκ Χούβερ (1929-1933). Η φάση αυτή είναι εξαιρετικά αντιφατική διότι περιλαμβάνει τη λεγόμενη περίοδο του προοδευτισμού, το ιμπεριαλιστικό δόγμα του Θεόδωρου Ρούζβελτ, αλλά και τον διεθνή ρεφορμισμό του Τόμας Γούντροου Ουίλσον. Μετά τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου και τη γεωγραφική και πολιτική σταθεροποίηση της χώρας, ακολουθεί η περίοδος που χαρακτηρίζεται από τις διαδικασίες εμβάθυνσης της καπιταλιστικής παραγωγής στο εσωτερικό, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται αρκετά καθαρά οι ιμπεριαλιστικές εκδοχές του πολιτικού σχεδίου των ΗΠΑ. Η χώρα, αφού έχει ορίσει τα σύνορα της προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε φθορά, αρχίζει να εξαπλώνεται στον διεθνή χώρο. Η παρουσία της ως μεγάλη δύναμη γίνεται μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 Η τρίτη φάση αρχίζει με την προεδρία του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ (1934), φθάνει μέχρι το αποκορύφωμα του Ψυχρού πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και σημαδεύεται από τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις κοινωνικές διεργασίες που διεύρυναν τις δημοκρατικές κατακτήσεις τις ΗΠΑ. Είναι εκείνη η φάση κατά την οποία οι ΗΠΑ ηγεμονεύουν[3] απολύτως στη λεγόμενη Δύση[4] αποτελώντας το αντίπαλο δέος της Σοβιετικής Ένωσης και του καθοδηγούμενου από αυτήν λεγόμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Στην Ατλαντική Συμμαχία οι ΗΠΑ ασκούσαν ηγεμονία με την γκραμσιανή έννοια του όρου. Η έννοια της ηγεμονίας στο Gramsci συντίθεται από δύο συγκεκριμένες έννοιες: τη διεύθυνση/ηγεσία (direzione) και τον καταναγκασμό/βία (dominio). Η πρώτη νοείται ως η δυνατότητα απόσπασης της συναίνεσης των κυβερνωμένων από τους κυβερνώντες και η δεύτερη αντίστοιχα ως χρήση βίας και καταναγκασμού προκειμένου να επιτευχθεί η εξουσία των κυβερνώντων. Προϋπόθεση απαραίτητη προκειμένου το σχήμα να είναι λειτουργικό, είναι η θέση του Gramsci ότι το σύγχρονο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κράτος της Δύσης αποτελείται από την ολοκλήρωση (γι’ αυτό ομιλεί περί ολοκληρωμένου κράτους – stato integrale ) της πολιτικής κοινωνίας (societa politica) και της κοινωνίας των ιδιωτών (societa civile). Ο καταναγκασμός ασκείται από τους αντίστοιχους καταπιεστικούς μηχανισμούς του κράτους (αστυνομία, στρατός, δικαιοσύνη…) συνολικά επί της κοινωνίας, ενώ η διεύθυνση/ηγεσία επί της κοινωνίας των ιδιωτών μέσω των ιδεολογικών, in senso lato, μηχανισμών του κυρίαρχου. Όλα τα παραπάνω αναπτύσσονται στα Τετράδια της Φυλακής[5], έργο εκτεινόμενο σε τρεις τόμους. Αυτό που προκύπτει άμεσα είναι ότι οι δύο έννοιες που χρησιμοποιεί ο Gramsci προκειμένου να ορίσει την έννοια της ηγεμονίας βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους. Όμως, ταυτόχρονα, δεν αποκλείουν η μία την άλλη. Η κατάσταση ισορροπίας μεταξύ των δύο εννοιών θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο αναφοράς για να εκτιμηθεί ο βαθμός ηγεμονίας ενός κυρίαρχου: το σημείο αυτό εξαρτάται από το πού βρίσκεται η ταλάντωση, με ακρότατα δύο σημεία τον πλήρη καταναγκασμό και την πλήρη διεύθυνση/ηγεσία, στη διάρκεια του ιστορικού χρόνου. Όσο η βία και ο καταναγκασμός υπερισχύουν, τόσο λιγότερο ηγεμονική δύναμη διαθέτει ο κυρίαρχος. Και το αντίθετο φυσικά. Ίσως να πρέπει να αναφερθούμε σωστότερα στην τάση της ταλάντωσης προκειμένου να αντιληφθούμε τις μακροχρόνιες τάσεις της, αποφεύγοντας συγχρόνως τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις οι οποίες, τις περισσότερες φορές, δεν μπορούν να αξιολογηθούν με ασφαλή τρόπο[6]. Χρειάζεται προσοχή όμως, καθώς η μετάθεση της γκραμσιανής θεωρίας της ηγεμονίας από το ενδοκρατικό στο διακρατικό επίπεδο δεν πρέπει να είναι μηχανιστική.

Στην Καραϊβική και στη Ν. Αμερική, αντίθετα, η αμερικανική εξωτερική πολιτική υπήρξε απολύτως ιμπεριαλιστική. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ήταν άμεσες αλλά κυρίως «επιχειρήσεις υπό κάλυψη».

Ιδού οι σημαντικές στρατιωτικές επεμβάσεις και επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή της Καραϊβικής:

  • Πόλεμοι των Μπανανών (19ος αιώνας – μέσα 20ού αιώνα): Μια σειρά από κατοχές και επεμβάσεις στη Νικαράγουα, την Αϊτή, την Κούβα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και την Ονδούρα για την προστασία των συμφερόντων των αμερικανικών εταιρειών.
  • Γουατεμάλα (1954): Η CIA ενορχήστρωσε την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου Προέδρου Χάκομπο Άρμπενς Γκουσμάν.
  • Κόλπος των Χοίρων (Κούβα, 1961): Αποτυχημένη απόπειρα εισβολής για την ανατροπή του Φιντέλ Κάστρο.
  • Δομινικανή Δημοκρατία (1965): Στρατιωτική επέμβαση κατά τη διάρκεια εμφυλίου πολέμου.
  • Επιχείρηση Κόνδωρ (δεκαετίες 1970-1980): Υποστήριξη από μέρους των υπηρεσιών πληροφοριών προς δικτάτορες του Νότιου Κώνου (Αργεντινή, Χιλή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη, Βολιβία) για την εξάλειψη των αριστερών αντιπάλων.
  • Χιλή (1973): Οικονομική και πολιτική υποστήριξη για το πραξικόπημα του Στρατηγού Πινοσέτ κατά του Σαλβαδόρ Αλιέντε.
  • Κεντρική Αμερική (δεκαετία 1980): Υποστήριξη των Κόντρας στη Νικαράγουα και στρατιωτικών συμβούλων στο Ελ Σαλβαδόρ.
  • Παναμάς (1989): Εισβολή για την ανατροπή του Μανουέλ Νοριέγκα.
  • Βενεζουέλα (2020-2026): Τα τελευταία χρόνια, ασκείται πίεση μέσω κυρώσεων, ενεργειών πληροφοριών και προσπαθειών εκδίωξης του Νικολάς Μαδούρο. Αυτές οι παρεμβάσεις έχουν δημιουργήσει μια μακρά σειρά εντάσεων, που συχνά δικαιολογούνται ως επιχειρήσεις για τη διατήρηση της σταθερότητας ή την καταπολέμηση της κομμουνιστικής επιρροής, αλλά εκλαμβάνονται τοπικά ως παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας[7].

Αλλά με τον ίδιο ιμπεριαλιστικό τρόπο συμπεριφέρεται και στις χώρες του υπολοίπου κόσμου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα :

  • 1953, Ανατροπή της δημοκρατικής κυβέρνησης του Ιράν και του πρωθυπουργού Mohammed Mossadegh.
  • 1961, Η CIA συμμετέχει στη δολοφονία του πρωθυπουργού του Κονγκό, Patrice Emery Lummumba.
  • 1963: Η CIA δολοφονεί τον πρόεδρο του Νοτίου Βιετνάμ (που η ίδια τον υποστήριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή) Ngo Dinh Diem.
  • 1965 Η CIA συμμετέχει καθοριστικά στην ανατροπή του προέδρου της Ινδονησίας Σουκάρνο.
  • 1967 Η CIA συμμετέχει καθοριστικά στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα.
  • 1974 Η CIA συμμετέχει καθοριστικά στο πραξικόπημα ανατροπής του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο, οδηγώντας στην Τουρκική εισβολή και κατάληψη του 1/3 της νήσου.

Ακολουθεί η τέταρτη φάση που τελειώνει περίπου με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Πρόκειται για την περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, την οικονομική άνοδο των δύο ηττημένων δυνάμεων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γερμανίας και Ιαπωνίας, που εμφανίζονται ως ανταγωνίστριες δυνάμεις των ΗΠΑ, την αρχή μιας φθίνουσας πορείας της οικονομίας των ΗΠΑ (με κύρια έκφραση τα ελλειμματικά εξωτερικά ισοζύγια καθώς και τα αντίστοιχα δημοσιονομικά), αλλά και μια υπερ-επέκταση τους στον πλανήτη, κάτι που εμφανώς δημιουργεί περαιτέρω δυσκολίες διαχείρισης των εμφανιζόμενων προβλημάτων.

Έπεται η πέμπτη φάση μέχρι και τη δεύτερη εκλογή Τραμπ. Είναι η περίοδος της Αμερικανικής εμπνεύσεως παγκοσμιοποίησης, της μονοκρατορίας των ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, της ανόδου της Κίνας και της σταθεροποίησης της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης στο πλανητικό παίγνιο. Με το πέρασμα του χρόνου γίνονται όλο και πιο εμφανή τα σημάδια της φθίνουσας πορείας των ΗΠΑ στον διεθνή καταμερισμό ισχύος, κάτι που αντανακλάται, χωρίς καμία αμφιβολία, στο γνωστό σύνθημα του Τραμπ «Make America Great Again»[8]. Είναι η περίοδος που παρουσιάζεται μια έντονη στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, η οποία δεν είναι καθόλου ανεξάρτητη από τις κοινωνικές διεργασίες στο εσωτερικό της χώρας, με την εμφάνιση κινημάτων που θέτουν σε έντονη αμφισβήτηση την καθεστηκυία φιλελευθερο-δημοκρατική τάξη, κυρίως προβάλλοντας ζητήματα που άπτονται της εκ νέου αναζήτησης της αμερικανικής ταυτότητας[9]. Τα κινήματα των νεοσυντηρητικών[10], του tea party[11], του MAGA[12]αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

2.

Και γιατί λαθεύουν, ενώ σκέπτονται το ορθό
Έζρα Πάουντ

Υπάρχει κάτι πραγματικά εντυπωσιακά τερατώδες: σε κάθε θητεία, ο εκάστοτε Πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει να διεξαγάγει τουλάχιστον έναν πόλεμο. Και δεν έχει σημασία αν είναι Ρεπουμπλικάνος ή Δημοκρατικός. Αυτό συμβαίνει όταν, κατά τη γνώμη τους, πρέπει να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Συνοπτικά, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα οι Πρόεδροι των ΗΠΑ προέβησαν στις ακόλουθες πολεμικές ή συναφείς πράξεις:

  • Ο Χάρι Τρούμαν (1945-1953, Δημοκρατικός) ήταν ο άνθρωπος του Κορεατικού Πολέμου.
  • Ο Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ (1953-1961, Ρεπουμπλικάνος) κληρονόμησε τον πόλεμο της Κορέας και κατέληξε στην ανακωχή, αλλά ήταν αφοσιωμένος στην κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου: πίστευε ότι οι Αμερικανοί έπρεπε να είναι πιο επιθετικοί απέναντι στη Μόσχα.
  • Ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι (1961-1963, Δημοκρατικός) αύξησε τον αριθμό των στρατιωτικών συμβούλων των ΗΠΑ στο Βιετνάμ από μερικές εκατοντάδες σε 16.000 σε λίγους μόνο μήνες και, ουσιαστικά, ξεκίνησε τη σύγκρουση που θα σημάδευε την Αμερική για γενιές. Ήταν επίσης ο πρόεδρος της Εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, της αποτυχημένης προσπάθειας εισβολής στην Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.
  •  Ο Λύντον Τζόνσον (1963-1969, Δημοκρατικός) διαδέχθηκε τον Κένεντι και θα μείνει στην ιστορία για την κλιμάκωση του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1965 ο Τζόνσον διέταξε επίσης την εισβολή στη Δομινικανή Δημοκρατία για την ανατροπή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Χουάν Μπος Γκαβίνο.
  • Ο Ρίτσαρντ Νίξον (1969-1974, Ρεπουμπλικάνος) τερμάτισε τον πόλεμο του Βιετνάμ μετά την κλιμάκωση των βομβαρδισμών των πόλεων και της υπαίθρου του Βορρά και, κρυφά, της Καμπότζης και του Λάος. Έγινε, παρά το γεγονός ότι δεν την ξεκίνησε, το αρνητικό σύμβολο αυτής της σύγκρουσης.
  • Ο Τζέραλντ Φορντ (1974-1977, Ρεπουμπλικάνος): Σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ο διάδοχος του Νίξον τεχνικά δεν πολέμησε πόλεμο, παρόλο που ζήτησε από το Κογκρέσο άδεια για να τον διεξάγει. Πράγματι, παρά τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Παρισιού του 1973, τον Δεκέμβριο του 1974 στρατιωτικές φάλαγγες του Βορείου Βιετνάμ κατευθύνθηκαν προς τον Νότο και η κυβέρνηση του Νότιου Βιετνάμ ζήτησε βοήθεια από τις ΗΠΑ. Ο Φορντ αποφάσισε στη συνέχεια να παρέμβει, αλλά το Καπιτώλιο είπε όχι.
  • Ο Τζίμι Κάρτερ (1977-1981, Δημοκρατικός): Όταν η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν, έστειλε μυστική στρατιωτική βοήθεια στους Αφγανούς μουτζαχεντίν, μέσω των Σαουδαράβων και των Πακιστανών. Ήταν ο πόλεμός του και ο σπόρος αυτού που έγινε η τζιχάντ του Οσάμα μπιν Λάντεν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Κάρτερ απέτυχε επίσης στη στρατιωτική του επιδρομή για την απελευθέρωση των ομήρων από την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη.
  • Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (1981-1989, Ρεπουμπλικάνος), μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, ήταν ο πρωταγωνιστής δύο στρατιωτικών ενεργειών: της εισβολής στη Γρενάδα το 1983, η οποία είχε στόχο να αποτρέψει την ένωση μεταξύ του φιλομαρξιστικού καθεστώτος του Πρωθυπουργού Μπίσοπ με το κομμουνιστικό καθεστώς στην περιοχή, καθώς και του βομβαρδισμού της Τρίπολης το 1986, με στόχο τον Καντάφι.
  • Ο Τζορτζ Μπους (πατέρας) (1989-1993, Ρεπουμπλικάνος) πολέμησε και κέρδισε τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, μετά την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ. Έδωσε επίσης την εντολή εισβολής στον Παναμά: τον Δεκέμβριο του 1989, 24.000 Αμερικανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο μικρό αλλά σημαντικό για τις ΗΠΑ κράτος της Κεντρικής Αμερικής, με αποστολή την ανατροπή του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα.
  • Ο Μπιλ Κλίντον (1993-2001, Δημοκρατικός) έστειλε και στη συνέχεια απέσυρε αμερικανικά στρατεύματα από τη Σομαλία. Δύο χρόνια αργότερα διέταξε αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των Σερβοβόσνιων για να τους αναγκάσει να διαπραγματευτούν και, μετά τις Συμφωνίες του Ντέιτον, ανέπτυξε μια ειρηνευτική δύναμη στα Βαλκάνια. Το 1998, σε απάντηση στις επιθέσεις της Αλ Κάιντα, ανταπέδωσε βομβαρδίζοντας στόχους στο Αφγανιστάν και το Σουδάν. Έναν χρόνο αργότερα, τα Βαλκάνια επέστρεψαν στο θέατρο του πολέμου: οι ΗΠΑ έπαιξαν ηγετικό ρόλο στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου και στην πτώση του Μιλόσεβιτς.
  • Ο Τζορτζ Μπους (υιός) (2001-2009, Ρεπουμπλικάνος) είναι ο πρόεδρος των δύο μεγάλων πολέμων της Αμερικής στον 21ο αιώνα: του Αφγανιστάν και του Ιράκ, σε απάντηση στην επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Ενώ ο πρώτος απολάμβανε την υποστήριξη σχεδόν όλων των Αμερικανών, ο δεύτερος αμφισβητήθηκε ευρέως από την αμερικανική και παγκόσμια κοινή γνώμη.
  • Ο Μπαράκ Ομπάμα (2009-2017, Δημοκρατικός) αντιτάχθηκε αμέσως στην εισβολή στο Ιράκ. Ως κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης, εξελέγη με σκοπό την επιστροφή των στρατευμάτων από τη Βαγδάτη και την Καμπούλ, όμως εκτός από τις γνωστές παρεμβάσεις του στη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, βομβάρδισε επίσης την Υεμένη, τη Σομαλία και το Πακιστάν. Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, ήταν ο Αμερικανός πρόεδρος που κράτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πόλεμο για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
  • Ο Ντόναλντ Τραμπ (Α’ Προεδρία 2017-2021, Ρεπουμπλικάνος). Κατά την προεδρία του οι επιδρομές των ΗΠΑ σε Αφρική και Μέση Ανατολή συνεχίστηκαν (στο πλαίσιο του πολέμου κατά της Τρομοκρατίας), συμπεριλαμβανομένης της επίβλεψης του θανάτου του χαλίφη του Ισλαμικού Κράτους Αμπού Μπακρ αλ- Μπαγκντάτι και της απόφασης του Τραμπ για τη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί.
  • Ο Τζον Μπάιντεν (2021-2025, Δημοκρατικός), χωρίς πολλές σκέψεις, θα πρέπει να θεωρείται ο βασικός υπεύθυνος για τις εξελίξεις που οδήγησαν στον πόλεμο της Ουκρανίας.
  • Ο Ντόναλντ Τραμπ (Β’ Προεδρία 2025-σήμερα) προέβη στους ακόλουθους βομβαρδισμούς στους πρώτους 14 μήνες της προεδρίας του: Υεμένη, Νιγηρία, Βενεζουέλα, Συρία, Ιράν. Στη συνέχεια προέβη σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν (σε συνεργασία με το Ισραήλ).

Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα μόνο συμπέρασμα: κάθε πρόεδρος των ΗΠΑ, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, οδηγεί τη χώρα του σε τουλάχιστον έναν πόλεμο κατά τη διάρκεια της θητείας του.

3.

The Sinister Spirit sneered: ‘It had to be!’

And again the Spirit of Pity whispered, ‘Why?’

Thomas Hardy[13]

Οι στρατιωτικές επεμβάσεις και οι πόλεμοι που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, διαπερνούν ολόκληρη την ιστορία τους από τη στιγμή που απόκτησαν κρατική οντότητα με την αρχική συμμετοχή των 13 πολιτειών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παρέμβει στις υποθέσεις άλλων εθνών από το 1798, με περισσότερες από 250 στρατιωτικές επεμβάσεις μόνο τα τελευταία 30 χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν 251 στρατιωτικές επεμβάσεις μεταξύ 1991 και 2022, σύμφωνα με έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Κογκρέσου (Congressional Research Service (CRS), ενός κυβερνητικού φορέα των ΗΠΑ που συλλέγει πληροφορίες για λογαριασμό του Κογκρέσου.

Η έκθεση καταγράφει επιπλέον 218 στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ μεταξύ 1798 και 1990. Συνολικά, 469 στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ από το 1798 έχουν επικυρωθεί από το Κογκρέσο. Τα δεδομένα αυτά δημοσιεύθηκαν στις 8 Μαρτίου 2022 από την Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου (Congressional Research Service, CRS), σε ένα έγγραφο με τίτλο «Περιπτώσεις Χρήσης των Ενόπλων Δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών στο Εξωτερικό, 1798–2022» (Instances of Use of United States Armed Forces Abroad, 1798-2022)[14]. Ο κατάλογος των χωρών που στοχεύει ο στρατός των ΗΠΑ περιλαμβάνει τη συντριπτική πλειοψηφία των εθνών του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων σχεδόν όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής και του μεγαλύτερου μέρους της Αφρικής.

Κύριοι Πόλεμοι και Στρατιωτικές Επεμβάσεις των ΗΠΑ
Μπαρμπαριά 1801-1805, Μπαρμπαριά 1815, Σουμάτρα 1832, Τέξας 1835-6, Σουμάτρα 1838, Μεξικό 1846-48, Νικαράγουα 1854, Κίνα 1865-9, Ιαπωνία 1863-4, Φορμόζα 1867,Κορέα 1871, Ισπανία 1898, Φιλιππίνες 1899-1913, Νικαράγουα 1907-33, Ονδούρα 1907-33, Γουατεμάλα 1920, Παναμάς 1908, Κούβα 1920, Αϊτή 1915-34, Δομινικανή 1917-24, Α’ΠΠ 1917-18, Β’ΠΠ 1941-45, Κορέα 1950-53, Λίβανος 1958, Κούβα 1961, Βιετνάμ 1962-75, Δομινικανή 1965-67, Λιβύη 1981, Γρανάδα 1983, Παναμάς 1989-1990, Ιράκ 1991, Σομαλία 1992-94, Βοσνία 1994-95, Κόσοβο 1997-99, Αφγανιστάν 2002, Ιράκ 2003, Λιβύη 2011, Συρία-Ιράκ 2014…, Ιράν 2025, Βενεζουέλα 2026, Ιράν 2026

Σύμφωνα με τη CRS, από τις αρχές του 1991 έως τις αρχές του 2004, ο στρατός των ΗΠΑ προέβη σε 100 επεμβάσεις. Αυτός ο αριθμός αυξήθηκε σε 200 μεταξύ 1991 και 2018. Η έκθεση δείχνει ότι, από το τέλος του πρώτου Ψυχρού Πολέμου το 1991, μέχρι την εποχή της μονοπολικής ηγεμονίας των ΗΠΑ, ο αριθμός των στρατιωτικών επεμβάσεων της Ουάσιγκτον στο εξωτερικό έχει αυξηθεί σημαντικά.

Από ένα σύνολο 469 τεκμηριωμένων στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό, η Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ κήρυξε επίσημα τον πόλεμο μόνο 11 φορές, σε μόλις πέντε ξεχωριστούς πολέμους.

Τα δεδομένα εξαιρούν τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μεταξύ των Αμερικανών αποίκων και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση μεταξύ 1776 και 1798 και τον Εμφύλιο Πόλεμο των ΗΠΑ.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όλοι αυτοί οι αριθμοί είναι συντηρητικές εκτιμήσεις, καθώς δεν περιλαμβάνουν ειδικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, μυστικές ενέργειες ή εγχώριες αναπτύξεις.

Η έκθεση της CRS διευκρινίζει ότι: «Ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει μυστικές ενέργειες ή τις πολυάριθμες περιπτώσεις στις οποίες οι δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν αναπτυχθεί στο εξωτερικό από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως δυνάμεις κατοχής ή για να συμμετάσχουν σε οργανισμούς αμοιβαίας ασφάλειας, συμφωνίες βάσεων ή σε τακτικές επιχειρήσεις στρατιωτικής βοήθειας ή εκπαίδευσης».

Η έκθεση εξαιρεί επίσης την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ εναντίον αυτόχθονων πληθυσμών, όταν αυτοί συστηματικά υπέστησαν εθνοκάθαρση στη βίαιη διαδικασία της αποικιακής επέκτασης προς τα δυτικά. Η CRS αναγνώρισε ότι παρέλειψε «τη συνεχιζόμενη χρήση στρατιωτικών μονάδων των ΗΠΑ στην εξερεύνηση, τον αποικισμό και την ειρήνευση των Δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών».

Εκτός από την έρευνα της CRS υπάρχει και ένα πρόγραμμα του Tufts University[15] με βάση το οποίο έχουν τεκμηριωθεί ακόμη περισσότερες ξένες επεμβάσεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 500 διεθνείς στρατιωτικές επεμβάσεις από το 1776, σχεδόν το 60% των οποίων πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1950 και 2017[16]. Επιπλέον, πάνω από το ένα τρίτο αυτών των αποστολών σημειώθηκε μετά το 1999. Ακόμη, στην ίδια μελέτη υπάρχει η εξής διατύπωση: «Με το τέλος της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μειώσουν τις στρατιωτικές τους επεμβάσεις στο εξωτερικό, υποθέτοντας μειωμένες απειλές και συμφέροντα. Αλλά αυτά τα πρότυπα αποκαλύπτουν το αντίθετο: οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει τη στρατιωτική τους εμπλοκή στο εξωτερικό».

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο σηματοδοτεί την κορύφωση της Pax Americana, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται να έχουν πολεμήσει άμεσα στο Κουβέιτ (1990-91), στη Σομαλία (1992-95), στην Αϊτή (1994), στην πρώην Γιουγκοσλαβία (1995 και 1999), στο Αφγανιστάν (2001-21), στο Ιράκ (από το 2003), στη Βενεζουέλα (Ιανουάριος 2026), στο Ιράν (Ιούνιος 2025 και Φεβρουάριος 2026), εκτός από το ότι έχουν παρέμβει «έμμεσα» στη Συρία, τη Λιβύη, την Υεμένη, την Ουκρανία, στην Υεμένη, στη Νιγηρία.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, από το 1991 η Ουάσινγκτον έχει πραγματοποιήσει πάνω από διακόσιες στρατιωτικές επεμβάσεις, επιταχύνοντας από το 2001, την έναρξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Το Αφγανιστάν είναι ο μακροβιότερος πόλεμος που έχει διεξαχθεί ποτέ από τη χώρα: είκοσι χρόνια, πάνω από 2.400 νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες και περίπου 170.000 θύματα στο Αφγανιστάν. Την περίοδο 2001-2019, οι ΗΠΑ δαπάνησαν πάνω από 2 τρις δολάρια για τη χρηματοδότηση του πολέμου στο Αφγανιστάν.

 Στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν πάνω από 4.500 στρατιώτες, σε σύγκριση με μισό εκατομμύριο θύματα στο Ιράκ. Την εικοσαετία μεταξύ 2003 και 2023, οι ΗΠΑ δαπάνησαν 2,89 τρις δολάρια στους πολέμους που διεξήγαγαν στο Ιράκ και στη Συρία[17].

Ο λογαριασμός για τον Αμερικανό φορολογούμενο για τους πολέμους που διεξήχθησαν από το 2001 μέχρι και το 2022 εκτιμάται σε πάνω από 8 τρισεκατομμύρια δολάρια[18].

 Όλα καλύπτονται από ένα ομοσπονδιακό χρέος που έχει εκτοξευθεί από 5,8 τρις δολάρια το 2001, σε σχεδόν 38 τρις δολάρια το 2025, φτάνοντας από 55% σε περίπου 120% του ΑΕΠ[19].

Μέχρι το τέλος Μαρτίου 2026, δηλαδή πολεμικές επιχειρήσεις ενός μηνός, ο πόλεμος στο Ιράν πιθανότατα θα έχει κοστίσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια, με την κυβέρνηση να φέρεται να σχεδιάζει να ζητήσει 200 ​​δισεκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότηση της σύγκρουσης.

4.

Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στην καλή ή κακή χρήση της ωμότητας. Καλή χρήση (εάν είναι θεμιτό για κάτι κακό να πούμε ότι είναι καλό) μπορεί να ονομαστεί όταν οι ωμότητες γίνουν όλες μαζί, γιατί υπάρχει ανάγκη να εξασφαλιστεί ο ηγεμόνας που μετά δεν επιμένει σ’ αυτές, αλλά τις μετατρέπει προς όσον το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος των υπηκόων του∙ κακή χρήση γίνεται όταν, ενώ στην αρχή της ηγεμονίας οι ωμότητες είναι λίγες, με τον καιρό αυξάνονται μάλλον αντί να ελαττώνονται. Εκείνοι που ακολουθούν τον πρώτο τρόπο μπορούν με τη βοήθεια του Θεού και των ανθρώπων να βρουν κάποια λύση για την εξουσία τους, οι άλλοι είναι αδύνατον να την διατηρήσουν.
Νικολό Μακιαβέλλι

Ήδη από την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ, αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία τριάντα χρόνια, ο πόλεμος έχει μετατραπεί για τους Αμερικανούς από εξαίρεση σε κανόνα, από έκτακτη ανάγκη σε μια συνεχή σκοτεινή παρουσία στο παρασκήνιο της πολιτικής. Μάλιστα ολόκληρη την αναφερομένη περίοδο, το σημαντικό είναι η αναποτελεσματικότητα του συνόλου των πολεμικών επιχειρήσεων εκ μέρους των ΗΠΑ. Ουσιαστικά κανένας στόχος που είχε τεθεί (κυρίως αλλαγή καθεστώτος ή εγκαθίδρυση του τύπου της Δυτικής Δημοκρατίας στα Μουσουλμανικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, των χωρών του Κόλπου και της Βόρειας Αφρικής) δεν εκπληρώθηκε. Όλες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ουσιαστικά άφησαν πίσω τους κυριολεκτικά «μαύρες τρύπες» και χώρες σε χειρότερη κατάσταση από την αρχική. Το σύνολο των στρατιωτικών επιχειρήσεων έγιναν χωρίς χρονικούς, γεωγραφικούς ή και χρηματικούς περιορισμούς, και βέβαια, χωρίς να απαιτείται κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Το αποτέλεσμα ήταν ένας φαύλος κύκλος: η αστάθεια προκαλεί παρέμβαση, η παρέμβαση προκαλεί τοπική αντίδραση και αυτό πυροδοτεί κλιμάκωση. Αυτό εξηγεί γιατί ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου, αυξάνεται σταθερά για πάνω από μια δεκαετία, και μέχρι το 2026 θα ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια.

Πρόκειται για πολέμους ή πολεμικές επιχειρήσεις επομένως, που διέπονται από τη βία και τον καταναγκασμό και καθόλου από τη διεύθυνση/ ηγεσία σύμφωνα με τα γκραμσιανά κριτήρια της ηγεμονίας. Πρόκειται για ωμές επεμβάσεις από μια αμερικανική ηγεσία μεθυσμένη από τους καπνούς των σοβιετικών ερειπίων, σε σημείο που να πιστεύει ότι είναι αήττητη. Φυσικά η παντοδυναμία δεν είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό, προσομοιάζει στο θείο. Και οι ΗΠΑ και κάθε ΗΠΑ δεν έχουν τίποτε το θεϊκό. Οι ΗΠΑ προτιμούν την ολοκληρωτική καταστροφή των χωρών στις οποίες έχουν επιτεθεί μπροστά στην πασιφανή αδυναμία τους να τις εντάξουν στη διεθνή τάξη που έχουν επιβάλει στον πλανήτη.

H προοδευτική στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να είναι άμεσα ανάλογη με τη σχετικοποίηση της ισχύος των ΗΠΑ, την ανησυχητική εσωτερική τους κατάσταση που δείχνει εμφανή σημάδια ανομίας και τη μείωση της ικανότητάς τους να οργανώνονται. Αντί να αποτελεί έκφραση ισχύος, είναι σημάδι αδυναμίας.

Αυτό στηρίζεται στη θεωρητική θέση περί του ρόλου των δρώντων υποκειμένων με βάση τον κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα τους στις πλανητικές εξελίξεις.

Επομένως η διευκρίνηση του κοινωνικοϊστορικού χαρακτήρα των δρώντων υποκειμένων αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ για την κατανόηση των εξελίξεων στην πλανητική σκακιέρα και μάλιστα σε εποχές που χαρακτηρίζονται ως μεταβατικές. Ο ρόλος του κοινωνικοϊστορικού χαρακτήρα των δρώντων πολιτικών υποκειμένων στις πλανητικές εξελίξεις υπογραμμίζει με σαφήνεια ότι αυτές οι εξελίξεις δεν δημιουργούνται, όπως ισχυρίζεται η ρεαλιστική σχολή, από τη σύγκρουση μεταξύ των κρατών που αγωνίζονται μέσα στο διεθνές σύστημα για την επιβίωσή τους και συγχρόνως τη διεύρυνση της στρατιωτικοπολιτικής και οικονομικής δύναμής τους, αλλά και από τη δυναμική του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος –εμμένουσας και διαρκούς παρουσίας– που ωθείται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου στην εθνική και παγκόσμια αγορά. Αυτή τέλος επιβάλει τα όρια στα κράτη –και στα δρώντα υποκείμενα της πολιτικής– και τους όρους των πράξεων τους, αλλά και την εμβέλεια της δύναμής τους. Η διάβρωση των παλιών δομών εξουσίας και τάξεων πραγμάτων και η σύγκρουση για τη δημιουργία νέων μέσων μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει, επομένως, μια πολύπλοκη σχέση με τη δυσανάλογη ανάπτυξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Προσοχή: δεν υποστηρίζουμε ότι οι βασικές αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις δύναμης ή στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που πρέπει να παρατηρηθούν σαν αλλαγές στη στρατιωτικοστρατηγική και γεωπολιτική ισορροπία, μπορούν να αναχθούν απλά σε βασικές αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες, όπως από πολλές πλευρές έχει υποστηριχθεί[20]. Όπως εδώ: «Οι θεωρητικοί των Διεθνών Σχέσεων ποτέ δεν θεώρησαν βάσιμη την ιδέα ότι τα εσωτερικά χαρακτηριστικά μιας πολιτικής οντότητας δύναται να επηρεάσουν τη διεθνή της συμπεριφορά. Στις διεθνείς τους σχέσεις, τα κράτη επιδιώκουν τα εθνικά τους συμφέροντα, που λίγο σχετίζονται με τη μορφή της κυβέρνησής τους. Όταν οι αναλυτές των Διεθνών Σχέσεων ξεκίνησαν να αναζητούν εντός των κρατών την εξήγηση της συμπεριφοράς τους, ήταν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες αυτές που τράβηξαν το ενδιαφέρον τους παρά η ευρεία εσωτερική δομή και οι διαδικασίες ισχύος»[21] .

Υποστηρίζουμε αντιθέτως ότι:

«Μια προσφυής περιοδολόγηση της πλανητικής πολιτικής των Νέων Χρόνων μας δείχνει πράγματι ότι οι μεγάλες της φάσεις χαρακτηρίζονται από διαφορετικούς βαθμούς πυκνότητας, όπου η εκάστοτε χαρακτηριστική επίταση της πυκνότητας συντελείται σε καμπές που σημαδεύουν μεταβολές του κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα των πολιτικών υποκειμένων. Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται κάποια θεωρητική προάσπιση του πρωτείου της εσωτερικής πολιτικής… Η εσωτερική πολιτική καθορίζει βέβαια τα μέσα και τις μεθόδους της εξωτερικής πολιτικής, καθορίζει ποιος θα πάρει την εξωτερική πολιτική στα χέρια του χρησιμοποιώντας την παράλληλα και για την επίτευξη σκοπών στο εσωτερικό – όμως η αναγκαιότητα να ασκηθεί εξωτερική πολιτική (με σκοπό τη συντήρηση και εδραίωση της ισχύος της εκάστοτε πολιτικής κοινότητας στο πλαίσιο του εκάστοτε ενδιαφέροντος πολιτικού σύμπαντος) προηγείται από την απόφαση για το ποιος θα είναι ο συγκεκριμένος υπεύθυνος φορέας της εξωτερικής πολιτικής. Η αναγκαιότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής με την παραπάνω έννοια συνιστά λοιπόν μια ανεξάρτητη σταθερά. Όποιος κατευθύνει την εξωτερική πολιτική είναι αναγκασμένος να υπηρετήσει τον σκοπό που προαναφέραμε, όμως δεν μπορεί να τον υπηρετήσει αλλιώς παρά μόνο με τα μέσα και τις μεθόδους που προσιδιάζουν στον κοινωνικοπολιτικό του χαρακτήρα. Ανεξάρτητα από τους λόγους, οι οποίοι γεννούν καθ’ εαυτήν την επιδίωξη ισχύος στην εξωτερική πολιτική, η επιδίωξη τούτη αρθρώνεται σε μορφές ανταποκρινόμενες στον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή της κυρίαρχης ομάδας ή τάξης στο εσωτερικό του».[22]

Άρα οι πόλεμοι που διεξήγαγε η Αμερική τον 21ο αιώνα έχουν μεγάλη σχέση με την εσωτερική κατάστασή της. Οι πόλεμοι του Τραμπ συναρτώνται ευθέως με τη βαθιά αταξία της δημοκρατίας, που γεννήθηκε από την αυτοκρατορική εκφύλιση. Αποτελούν το αποκορύφωμά της. Η κοινωνία κατακερματίζεται, οι θεσμοί ξεφτίζουν, οι δημόσιες και οι ιδιωτικές εξουσίες συγκρούονται. Παράγονται σχιζοφρενικές καταστάσεις, για την εκτόνωση των οποίων η οργή των εξεγερμένων πρέπει να οδηγηθεί προς τα έξω μήπως και διασωθεί το εσωτερικό[23], παρά τις πολλές και γνωστές διακηρύξεις του προέδρου Τραμπ ότι ο εχθρός δεν είναι πλέον εξωτερικός αλλά εσωτερικός, όχι μια ξένη δύναμη αλλά αυτοί που ψηφίζουν το άλλο κόμμα. Οι ΗΠΑ, κατά Τραμπ πάντα, βρίσκονται σε έναν ψυχρό εμφύλιο πόλεμο, που χαρακτηρίζεται από την βαθιά αποσταθεροποιητική επιδίωξη να απομακρυνθεί ο εχθρός από την κοινωνία, από την ιδέα ότι δεν μπορούμε πλέον να ζούμε με ανθρώπους που έχουν αντίθετη ιδεολογία. Συνεπώς οι ΗΠΑ κινούνται πολύ γρήγορα προς μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης. Όλα αυτά επιταχύνονται από την εισβολή των ψηφιακών τεχνολογιών. Υποδαυλίζουν ένα ήδη φθαρμένο κοινωνικό πλαίσιο, δημιουργούν τοξικούς εθισμούς και σκοτώνουν τη συζήτηση ενώ προσποιούνται ότι τη διεγείρουν[24].

 Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτό που κατά Gramsci αντιστοιχεί στην κοινωνία των ιδιωτών –societa civile) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν άδειοι, κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα εκκλησιαστικά δρώμενα, στις συνεδριάσεις του δημαρχείου, στην αίθουσα του συνδικάτου. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Το ποσοστό των ανθρώπων χωρίς πτυχίο πανεπιστημίου έχει υπερακοντιστεί.

Ένα από τα χαρίσματα του Τραμπ είναι ότι έχει καταφέρει να καταργήσει τον νόμο της λογικής αντίφασης, έχει την ικανότητα να επινοεί γεγονότα και να μην υφίσταται συνέπειες. Ο πρόεδρος έχει επίσης τη δύναμη να συγχέει και να παραμορφώνει την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα σύμφωνα με τη θέλησή του, ένα αμφίβολο δώρο που έχει βραχυκυκλώσει συστήματα πολιτικής λογοδοσίας. Παραληρεί ακατάπαυστα και προσπαθεί επίμονα να αποκτήσει ανοσία απέναντι στις ίδιες του τις σκέψεις.

Σε ένα έθνος που έχει ήδη κλονιστεί από το τέλος του αμερικανικού ονείρου, στο οποίο επτά στους δέκα Αμερικανούς δεν πιστεύουν πλέον, η πολιτική του Τραμπ είναι μια αντίδραση σε αυτή την κρίση ταυτότητας, αλλά δεν πρόκειται να επιτύχει κανέναν από τους στόχους που έχει θέσει. Επί της ουσίας αποτελεί ένα μετέωρο βήμα στο κενό.

Οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν ότι η χώρα κατευθύνεται προς τη λάθος κατεύθυνση. Η πλειοψηφία θεωρεί τον Τραμπ ως απειλή για τη δημοκρατία και εύχεται να κυβερνούσε με περισσότερη αυτοσυγκράτηση. Κάθε εβδομάδα τα μέσα ενημέρωσης είναι γεμάτα με ιστορίες ίντριγκας για το «παλάτι», με καβγάδες, εντάσεις, ζήλιες, προδοσίες, ακόμη και γροθιές μεταξύ των διαφόρων χαρακτήρων στον κόσμο των MAGA. Ορισμένα ρεπορτάζ αναφέρουν «γνώστες» και «ειδικούς» που γνωρίζουν ότι, βαθιά μέσα του, ο Τραμπ φοβάται μήπως χάσει τις ενδιάμεσες εκλογές, γι’ αυτό και προχωρά τόσο γρήγορα με την αυταρχική εδραίωση της εξουσίας του. Υπάρχει στα μυαλά όλων το ερώτημα πώς θα συμπεριφερθεί ο Τραμπ αν χάσει τις ενδιάμεσες εκλογές ή αν θεωρήσει ότι δεν έχει πιθανότητα να τις κερδίσει.

Το καυτό και κρίσιμο ερώτημα επομένως, που μας αφορά όλους, είναι το ακόλουθο: ο διεξαγόμενος –χωρίς όπλα– εμφύλιος πόλεμος στις ΗΠΑ πού μπορεί να οδηγήσει τις εξελίξεις στον πλανήτη; Μέχρι τώρα έχει οδηγήσει σε αλλεπάλληλους περιφερειακούς πολέμους. Μπορεί να υπάρξει αναβάθμιση; Το σίγουρο πάντως είναι ότι:

«Όπως ξέρουμε, οι μονομάχοι χαιρετούσαν κατά την είσοδό τους στην αιματοβαμμένη αρένα, τον Καίσαρα με τα λόγια: “Mortituti tesalutant” (Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν). Μερικοί από τους Καίσαρες ασφαλώς πίστευαν ότι είναι πράγματι αθάνατοι, σαν τους θεούς. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν πιο σωστό οι μονομάχοι να κραυγάζουν: “Mortituti moriturum salutant” (Οι μελλοθάνατοι χαιρετούν τον μελλοθάνατο)»[25].


[1] D. Ganser, Breve storia dell’ impero Americano, Fazi Editore, 2021.

[2] M. Hardt – A. Negri, Αυτοκρατορία, μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδ. Scripta 2002, σ. 232.

[3] Για μια σφαιρική αναφορά στην έννοια της ηγεμονίας δες: Perry Anderson, Η λέξη από «Η». Η περιπέτεια της ηγεμονίας, μετάφραση: Γιώργος Θ. Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2017.

[4] Κ. Μελάς, Το οικοδόμημα της Δύσης, Φρέαρ τχ. 16, https://mag.frear.gr/to-oikodomima-tis-dysis/

[5] A. Gramsci, Quaderni del carcere, Edizione Einaudi 1975 (τρεις τόμοι).

[6] Για μια συστηματική αναφορά στην έννοια της ηγεμονίας στον Gramsci, δες L. Gruppi, Il concetto di egemonia in Gramsci, Roma, Editori Riuniti,. 1972. Για μια διερεύνηση της έννοια της ηγεμονίας στον Gramsci δες: Giuseppe Cospito, Interpretazioni del concetto di egemonia in Italia e in Francia (1948-1975). Για μια κριτική τοποθέτηση στην έννοια της ηγεμονίας στον Gramshi, δες: Perry Anderson, «The Antinomies of Antonio Gramsci», New Left Review, n° 100/1977, σσ. 5-78.

[7] Στις 27 Ιουνίου 1954, ο Συνταγματάρχης και Πρόεδρος της Γουατεμάλας Χάκομπο Άρμπενς Γκουσμάν εκθρονίστηκε από μισθοφόρους εκπαιδευμένους και χρηματοδοτούμενους από την Ουάσιγκτον, μετά από μια αγροτική μεταρρύθμιση που απείλησε τα συμφέροντα της ισχυρής αμερικανικής εταιρείας United Fruit Corporation (αργότερα Chiquita Brands). Το 2003 οι ΗΠΑ αναγνώρισαν επίσημα τον ρόλο της CIA σε αυτό το πραξικόπημα, στο όνομα του αγώνα κατά του κομμουνισμού.

Από τις 15 έως τις 19 Απριλίου 1961, 1.400 αντικαστρικοί μαχητές εκπαιδευμένοι και χρηματοδοτούμενοι από τη CIA επιχείρησαν να αποβιβαστούν στον Κόλπο των Χοίρων, 250 χιλιόμετρα από την Αβάνα, αλλά απέτυχαν να ανατρέψουν το αριστερό καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο, προκαλώντας περισσότερους από 100 θανάτους και από τις δύο πλευρές.

Το 1965, επικαλούμενες μια «κομμουνιστική απειλή», οι ΗΠΑ έστειλαν πεζοναύτες και αλεξιπτωτιστές στον Άγιο Δομήνικο για να καταστείλουν μια εξέγερση υπέρ του Χουάν Μπος, ενός αριστερού προέδρου που απομακρύνθηκε από τους στρατηγούς το 1963.

Τα επόμενα χρόνια, η Ουάσιγκτον υποστήριξε αρκετές στρατιωτικές δικτατορίες, θεωρώντας τες προπύργιο ενάντια στα αριστερά ένοπλα κινήματα σε έναν κόσμο διχασμένο από τις αντιπαλότητες του Ψυχρού Πολέμου.

Οι αμερικανικές δυνάμεις υποστήριξαν ενεργά τον Χιλιανό δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 εναντίον του αριστερού προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το 1976 ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ υποστήριξε τη χούντα της Αργεντινής, ενθαρρύνοντάς την να τερματίσει γρήγορα τον «βρώμικο πόλεμό» της (στον οποίο εξαφανίστηκαν τουλάχιστον 10.000 Αργεντινοί αντιφρονούντες), σύμφωνα με αμερικανικά έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν το 2003.

Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, έξι δικτατορικά καθεστώτα (στην Αργεντινή, τη Χιλή, την Ουρουγουάη, την Παραγουάη, τη Βολιβία και τη Βραζιλία) ένωσαν τις δυνάμεις τους για να εξαλείψουν τους αριστερούς αντιπάλους στο πλαίσιο της «Επιχείρησης Κόνδωρ», με τη σιωπηρή υποστήριξη των ΗΠΑ.

 Το 1979, η εξέγερση των Σαντινίστας ανέτρεψε τον δικτάτορα Αναστάσιο Σομόσα στη Νικαράγουα. Ανησυχώντας για την ευθυγράμμιση της χώρας με την Κούβα και την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν εξουσιοδότησε κρυφά τη CIA να παράσχει 20 εκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια στους Νικαραγουανούς αντεπαναστάτες, τους Κόντρας, η οποία χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από παράνομες πωλήσεις όπλων στο Ιράν. Ο εμφύλιος πόλεμος της Νικαράγουας, ο οποίος έληξε τον Απρίλιο του 1990, στοίχισε τη ζωή σε 50.000 ανθρώπους.

 Ο Ρέιγκαν έστειλε επίσης μια σειρά στρατιωτικών συμβούλων στο Ελ Σαλβαδόρ για να καταστείλει την εξέγερση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί, μιας ακροαριστερής ομάδας, σε έναν εμφύλιο πόλεμο που διήρκεσε από το 1980 έως το 1992 και είχε ως αποτέλεσμα 72.000 θανάτους.

Στις 25 Οκτωβρίου 1983, Αμερικανοί πεζοναύτες και ειδικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο νησί της Γρενάδας μετά τη δολοφονία του πρωθυπουργού Μορίς Μπίσοπ, εν μέσω της κατασκευής του νέου διεθνούς αεροδρομίου της χώρας με βοήθεια από την Κούβα, ενδεχομένως και για τη φιλοξενία στρατιωτικών αεροσκαφών. Κατόπιν αιτήματος του Οργανισμού Κρατών της Ανατολικής Καραϊβικής (OECS), ο Ρέιγκαν ξεκίνησε την Επιχείρηση Επείγουσα Οργή, με τον δηλωμένο στόχο της προστασίας 1.000 Αμερικανών πολιτών. Η επιχείρηση έληξε στις 3 Νοεμβρίου, με πάνω από 100 θύματα και ευρεία καταδίκη από μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Τέλος, μετά από αμφισβητούμενες εκλογές το 1989, ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους διέταξε στρατιωτική επέμβαση στον Παναμά, η οποία οδήγησε στην παράδοση του Στρατηγού Μανουέλ Νοριέγκα, πρώην πράκτορα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και καταζητούμενου. Περίπου 27.000 στρατιώτες συμμετείχαν στην Επιχείρηση «Δίκαιος Κώδικας», η οποία επίσημα άφησε 500 νεκρούς, αν και αρκετές μη κυβερνητικές οργανώσεις εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών είναι σημαντικά υψηλότερος. Ο Νοριέγκα θα περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες στη φυλακή στις ΗΠΑ για διακίνηση ναρκωτικών, προτού εκτίσει περαιτέρω ποινές στη Γαλλία και στη συνέχεια στον Παναμά.

Πηγή : Wikipedia

[8] Κ. Μελάς, «MAGA και Τραμπ: μια συμβιωτική σχέση αλλά ποιας μορφής;», Φρέαρ τχ. 17: https://mag.frear.gr/maga-kai-tramp-mia-symviotiki-schesi-alla-poias-morfis/

[9]S. P. Huntington, Ποιοι είμαστε; Η αμερικανική ταυτότητα στην εποχή μας, μετάφραση: Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου,Εκδόσεις ΑΑ. Λιβάνη, Αθήνα 2005.

[10]Κ. Μελάς, Νεοσυντηρητικοί. Σχεδιάζοντας την παγκόσμια κυριαρχία, Εκδόσεις Αντίλογος, 2007.

[11] Jill Lepore, The whites of their eyes: the Tea Party’s revolution and the battle over American history, Princeton, N.J. : Princeton University Press, 2010.

[12] https://www.britannica.com/topic/MAGA-movement

[13] Το Πνεύμα του Κακού χλεύασε: «Έτσι έπρεπε να γίνει!». / Και πάλι το Πνεύμα της Θλίψης ψιθύρισε: «Γιατί;» (Τόμας Χάρντι).

[14] https://apps.dtic.mil/sti/pdfs/AD1163645.pdf

[15] Military Intervention Project del Center for Strategic Studies https://sites.tufts.edu/css/?page_id=682

[16]https://bpb-us-e1.wpmucdn.com/sites.tufts.edu/dist/0/7319/files/2023/04/Combined-Case-Narratives_MIP.pdf

[17] Λίγο πριν εισβάλει στο Ιράκ, ο τότε Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ διαβεβαίωσε το Κογκρέσο ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε μόνο λίγους μήνες, ενώ ο αναπληρωτής του, Πολ Γούλφοβιτς, ορκίστηκε στο Κογκρέσο ότι η ανοικοδόμηση θα πληρωνόταν εξ ολοκλήρου από τα έσοδα του ιρακινού πετρελαίου!

[18] Brown University’s Thomas J. Watson Jr. School of International and Public Affairs, Costs of War , https://costsofwar.watson.brown.edu/costs/economic/us-federal-budget

[19] Peter G. Peterson Foundation, National Debt Projected to Hit 175% GDP; Interest Totals $99 Trillion https://www.pgpf.org/article/national-debt-projected-to-hit-175-gdp-interest-totals-99-trillion/?utm_campaign=PGPF%20Newsletters&utm_medium=email&_hsenc=p2ANqtz–RFy9YUIBJW0yqjce4xeEQxXaiOE2NzfKVJabMT1Jy9NJP3aetKzTntN0i3QeoNXTpWFB0OwebkJef4-m1lWFYhPPniQ&_hsmi=409844907&utm_content=409844907&utm_source=hs_email

[20] Όπως υποστηρίζει ο Robert W. Cox, «Gramsci, Hegemony and International Relations. An Essay in Method», Millenium: Journal of International Studies, 2/1983, σ. 162.

[21] Cox, R. W. & Sinclair, T.J., Approaches to World Order, Cambridge: Cambridge University Press, 1996, σ. 68.

[22]Π. Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σ. 16.

[23] Πόσο θυμίζει τον λαϊκιστικό αποικιακό ιμπεριαλισμό του Cecil Rhodes…

[24] A fari spenti nella note, Editoriale del numero di Limes 2/26, «L’America ingolfa il mondo».

[25] Norbert Elias, Η μοναξιά των ετοιμοθάνατων, μετάφραση: Μηνάς Κοντός-Γιώργος Μερτίκας, Κουκίδα, Αθήνα 2021, σ. 9.

Κύλιση στην κορυφή