Βασιλική Πέτσα

Προμηθέας 2.0

Όταν, το 1951, o Τζούλιαν Χάξλεϊ περιέγραφε τον διανθρωπισμό (transhumanism) ως απόπειρα σύλληψης της ανθρωπότητας με όρους «διαρκούς προσπάθειας υπέρβασης των εγγενών της ορίων και πορείας προς μια πληρέστερη πραγμάτωση των δυνατοτήτων της» μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας,[1] ίσως και να μη μπορούσε να διανοηθεί ούτε τις σύγχρονες επεξεργασίες του ομώνυμου φιλοσοφικού ρεύματος και κινήματος ούτε τις κατευθύνσεις και τις επιπτώσεις των υλικών πραγματώσεών του –υπήρξε άλλωστε συνιδρυτής της WWF–, και πάντως ασφαλώς δεν συμμεριζόταν τον τεχνο-πεσιμισμό του μυθιστοριογράφου αδελφού του, Άλντους.

Από μία άποψη και σε ορισμένο βαθμό, ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος είναι ήδη εδώ – ή μήπως υπήρξε ανέκαθεν; Διότι η επιδίωξη βελτίωσης των ανθρώπινων δυνατοτήτων, διεύρυνσης των δεξιοτήτων και κατάργησης των φυσικών περιορισμών μέσω της χρήσης της τεχνολογίας δεν αποτελεί καινοφανή εξέλιξη· ο διακαής πόθος για την αθανασία, λόγου χάρη, μνημειοποιείται ήδη στο Έπος του Γκιλγκαμές, ενώ και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Ίκαρου απηχεί τους περισσότερο ή λιγότερο ευσεβείς πόθους υπέρβασης των ορίων του εφικτού από την ανθρώπινη επινοητικότητα. Πάντως, η ραγδαία εξέλιξη των NBIC πεδίων (νανοτεχνολογία, βιοτεχνολογία, τεχνολογίες πληροφορικής, γνωσιακή επιστήμη) και η αυξανόμενη μεταξύ τους σύγκλιση ορίζει πλέον έναν χώρο οργιώδους πειραματισμού με στόχο την επίτευξη, κατά περίπτωση, των τριών «υπερ»: της υπερ-μακροζωίας, της υπερ-ευφυΐας και της υπερ-ευεξίας,[2] των τριών πυλώνων της διανθρωπιστικής κοσμοθεωρίας, που ευαγγελίζεται πλείστες όσες εκδοχές του υπερ/δια-ανθρώπου. Η χωροχρονική διευθέτηση του διανθρωπιστικού φαντασιακού διαγράφεται ήδη από τα παραπάνω ευκρινώς με όρους ανοδικότητας και μελλοντικότητας: ο ουρανός, θα λέγαμε, (δεν) είναι το όριο· το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει. Με πολιορκητικό κριό την πίστη στην ορθολογικότητα και τις κατακτήσεις της τεχνο-επιστήμης, οι πιονέροι της μετα-ανθρωπινότητας, με φρενήρεις ρυθμούς, συγκεράζουν ανθρώπους και μηχανές, ψηφιοποιούν και μεταλλάσσουν το γονιδίωμα, φιλοδοξούν να αποικίσουν το διάστημα και καταλύουν εδραιωμένα δίπολα και όρια, ορίζοντας μια νέα φάση της (μετα)ανθρώπινης διανοητικής και πολιτισμικής ιστορίας, τον «ντοπαρισμένο Διαφωτισμό».[3]

Το 1936, στην πρώτη του διάλεξη στο Ινστιτούτο Γκάλτον, ο Χάξλεϊ ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, σαφώς πιο αμφιλεγόμενων ή και αδιαμφισβήτητα ρατσιστικών απόψεων, ότι η επικέντρωση στη βελτίωση του κοινωνικού περιβάλλοντος είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ανθρώπινης φύσης — ο Χάξλεϊ ασπαζόταν, τότε τουλάχιστον, τον φιλελεύθερο σοσιαλισμό.[4] Οι σημερινοί θιασώτες ή/και υλοποιητές του διανθρωπισμού ως νοοτροπίας, φιλοσοφικού ρεύματος και επιστημονικών εφαρμογών και εγχειρημάτων με στόχο την ενίσχυση του ανθρώπινου είδους και την αναβάθμιση της εμπειρίας του μέσω της τεχνο-επιστήμης και με οδηγό ποσοτικοποιημένους δείκτες φαίνεται να (εννοώ: υποκρίνονται πως) λειτουργούν εν πολλοίς σε ένα ιδεολογικό και πολιτικο-κοινωνικό κενό. Ως πεδίο επόπτευσης της δράσης τους ορίζεται ένα επιστημονικά, και άρα ορθολογικά, διαμορφωμένο, μετα-υλικό μέλλον, απαλλαγμένο από κρατικούς περιορισμούς και προορισμένο για βελτιστοποιημένα όντα που θα προκύψουν μέσω διεπαφών ανθρώπου-μηχανής: μια τεχνο-ελευθεριακή ουτοπία.

Ενστάσεις για την κυριαρχία της αλγοριθμικής λογικής ως κυρίαρχης, αν όχι και αποκλειστικής, κινητήριας δύναμης για τη διαμόρφωση του μέλλοντος εγείρονται από διακριτές φιλοσοφικές και ηθικές κατευθύνσεις. Από τη σκοπιά του βιοσυντηρητισμού, λόγου χάρη, ο Φράνσις Φουκουγιάμα εντοπίζει το θεμέλιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε έναν κοινό βιολογικό παράγοντα που τίθεται υπό διακινδύνευση από την εμβιομηχανική, ενώ προειδοποιεί για τις ταξικές ανισότητες που ενδέχεται να προκύψουν στη βάση κλιμακούμενων βαθμών βελτίωσης του ανθρώπινου είδους.[5] Άλλοι εστιάζουν στην ανεπίλυτη αντίφαση ανάμεσα στην επιστημολογική βεβαιότητα και επιθυμία διεύρυνσης και εξέλιξης της ορθολογικότητας που πρεσβεύουν οι διανθρωπιστές, και την υπονόμευση του αυτόνομου φιλελεύθερου υποκειμένου που ντε φάκτο εφαρμόζουν από τη μια, αλλά και στη θεωρητική διατήρηση του τελευταίου ως φορέα επιλογής της διαθέσιμης γκάμας επιλογών αναβάθμισης,[6] η ενδεχόμενη ανορθολογική διάσταση του οποίου αντίκειται εξάλλου στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, μεταθέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο παράλληλα και τη συζήτηση περί ηθικής στην κλίμακα της προσωπικής επιλογής και αποτίμησης.

Βεβαίως, η τελεολογική οπτική του διανθρωπισμού και η μελλοντολογική του έμφαση, αλλά και η απόλυτη προσήλωση στη βελτιστοποίηση της (εργαλειακής) ορθολογικότητας ως διαχρονικής αξίωσης του ανθρώπινου είδους συσκοτίζουν την ιδεολογική λειτουργία του διανθρωπισμού και τις πολιτικές επιπτώσεις του στα συμφραζόμενα του προηγμένου τεχνο-καπιταλισμού. Οδεύουμε προς ένα «Ράιχ των Σπασίκλων» (Nerd Reich), προειδοποιεί o δημοσιογράφος Gil Durán,[7] ισχυριζόμενος πως η τεχνο-αναρχία και ο ελευθερισμός που κραδαίνει ως παντιέρα το στρατηγείο της Σίλικον Βάλλεϊ δεν αποτελεί παρά προπέτασμα καπνού για την εντεινόμενη και διευρυνόμενη διείσδυσή τους στα δίκτυα (και κυβερνητικής) εξουσίας, με απώτερο στόχο την μετατροπή των σύγχρονων δημοκρατιών σε αυταρχικά ψηφιακά φέουδα. Επανατοποθετώντας τον διανθρωπισμό στο πλαίσιο του προηγμένου καπιταλισμού, ο Alexander Thomas εισάγει τρεις θεμελιώδεις έννοιες για να περιγράψει αρχόμενες διαδικασίες εμπνεόμενες από, και εναρμονιζόμενες με, τη διανθρωπιστική κοσμοθεωρία: τον ολοκληρωτισμό των δεδομένων (data totalitarianism), που συμπεριλαμβάνει την αλγοριθμική διακυβέρνηση και την ασύμμετρη εμπορική αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων, την υπερβατική συμμόρφωση (transcendent conformity), που αναφέρεται στην κανονικοποίηση και τυποποίηση της προσωπικής αναβάθμισης στο πλαίσιο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, και τη συστημική απανθρωποποίηση (systemic dehumanization), η οποία προκύπτει μέσω της εγκαθίδρυσης νέων μορφών ανισότητας και ιεραρχιών, ενορχηστρωμένων από τις τεχνολογικές ελίτ, αλλά και την περιστολή της ανθρώπινης πολυπλοκότητας, με τη μετατροπή των ανθρώπινων όντων σε εμπορεύσιμα προϊόντα δεδομένων.[8]

Η επίκληση σε έννοιες θετικά σημασμένες, όπως η πρόοδος, η ορθολογικότητα, η βελτιστοποίηση, η αναβάθμιση και η ενίσχυση, η θελκτικότητα της ισχύος και της αίσθησης προσανατολισμού στην εποχή της διάβρωσης των μεγάλων αφηγημάτων και η σκιαγράφηση ενός ορίζοντα μελλοντικής προοπτικής στη μετανεωτερική συνθήκη της ριζικής αβεβαιότητας εξηγούν την απήχηση του διανθρωπισμού, ίσως όχι ως κίνημα, αλλά ως σύνολο ιδεών, αξιών και κατευθύνσεων, σε μια ευρεία γκάμα κοινωνικών πρακτικών, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τομέων έρευνας. Η σταδιακή ιδεολογική του επικράτηση καθιστά επομένως σαφές ότι δεν αρκεί η θεσμοθέτηση ρυθμιστικών μηχανισμών ή η κατάρτιση πρωτοκόλλων ορθής πρακτικής· απαιτείται μια συνολικότερη αλλαγή παραδείγματος, μια ριζική επαναπροσέγγιση οντολογικών, επιστημολογικών και ηθικών βεβαιοτήτων, απαλλαγμένη, προφανώς, από αμυντικές τάσεις τεχνοφοβικής αναδίπλωσης και προσαρμοσμένη στην εποχή της μετα-ανθρωπινότητας.

«Είμαι γήινη (terran). Δεν είμαι αστρικοποιημένη (astralised)» δηλώνει εμφατικά η Donna Harraway,[9] η οποία μπορεί μεν να μη συναινεί ρητά στην κατάταξή της στο φιλοσοφικό ρεύμα του «κριτικού μετανθρωπισμού», εκφράζοντας αμηχανία απέναντι στη χρήση του και αντιπροτείνοντας τους όρους «κομ-ποστ» (λογοπαίγνιο που παραπέμπει σε μια από κοινού χοϊκότητα) και «humus» (αντί του, αποικιοκρατικών συνδηλώσεων, «homo»),[10] μπορεί ωστόσο αυτονόητα να ενταχθεί σε μια κατωφερή πολιτική κατεύθυνση. Διότι η καταλυτική επίδραση των τεχνολογικών εξελίξεων, που διατέμνει εγκάρσια την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, επιτάσσει τον εμπλουτισμό της παραδοσιακής χωροθέτησης των ιδεολογικών οριζουσών στον οριζόντιο άξονα (δεξιά-αριστερά) με έναν επιπλέον, κάθετο (άνω-κάτω), που όμως, επιπλέον, αντικαθιστά την ανθρωποκεντρική εστίαση με μια βιοκεντρική (και τον άνθρωπο με τη Ζωή).[11] Αν, ουσιαστικά εμμένοντας στον ανθρώπινο εξαιρετισμό, το ανωφερές στρατόπεδο προωθεί την ιεραρχία, τον αποκλεισμό, τη συσσώρευση, την επιτάχυνση και την καινοτομία, το κατωφερές, εμμένοντας στη συμβιωτικότητα ανθρώπινης και μη ανθρώπινης ύλης, εστιάζει στον εξισωτισμό, στη συμπερίληψη, στον από κοινού διαμερισμό, στην επιβράδυνση και την ευθύνη. Το σημαντικότερο ή πρωταρχικότερο, ίσως: αν το πρώτο ομνύει στην ευφυία ως καθοδηγητικό μοχλό και στόχο της εργαλειακής στρατηγικής του, το δεύτερο πρεσβεύει τη σοφία ως προσδιοριστικό χαρακτηριστικό σύνθετων βιο-οικο-συστημάτων και βασικό αξίωμα για την επιβίωση, αντιτάσσοντας στον ασύδοτο homo instrumentalis τον homo humilitas της αυτοσυγκράτησης.[12]

Θα αντέτεινε, ωστόσο, κανείς ότι η εμμονή στην καταστροφολογία, στην τρωτότητα, στη διακινδύνευση, στον θάνατο εντέλει, που διέπει τον κατωφερή στοχασμό οδηγεί μοιραία στη μοιρολατρία, την ηττοπάθεια, την καθήλωση. Όχι ακριβώς· διότι χειραφετητικά προτάγματα και πολιτικές της αντίστασης, που δεν αποδέχονται απλώς την ευαλωτότητα, αλλά τη θέτουν στο επίκεντρο μιας λιγότερο βλαπτικής πράξης, έχουν ήδη αρχίσει να αρθρώνονται: λ.χ., η Rosi Braidotti κάνει λόγο για την υπέρβαση της καθήλωσης μέσω της μετάπλασης της ευαλωτότητας σε μια καταφατική ηθική της μελλοντικής προοπτικής,[13] οι Erika Cudworth & Steven Hobden, συντάσσοντας το τεραϊστικό (terraist) μανιφέστο τους, εστιάζουν στη «ζωή ως πλάσμα» (creaturely life), στην αρμονική/συνεργατική συμβίωση ζωικού και ανθρώπινου και στην οικοδόμηση εναλλακτικών μετα-ανθρώπινων κοινοτήτων από τα κάτω,[14] χωρίς να παραλείπουν αναφορές σε ανάλογες εμπειρικές πραγματώσεις. Αναρωτιέται, ωστόσο, κανείς: Δεν παραμένει αμυντική, οχυρωματική, μια παρόμοια πολιτική στάση; Επαρκεί η εστίαση στη μικρο-κλίμακα; Ιδωμένη η παρούσα συνθήκη με όρους πολιτικής οικονομίας, δεν προκύπτει ότι ο «γνωσιακός καπιταλισμός»,[15] o τεχνο-καπιταλισμός, συνίσταται σε ένα πολύπλοκο, ολιστικό δίκτυο δομών εξουσίας που επιπλέον προσεταιρίζονται την καθαυτό πολιτική εξουσία, απέναντι στο οποίο οι μικρο-εστίες αλληλεγγύης και συμ-βιωτικής συνύπαρξης προβάλλουν μάλλον ανίσχυρες ή απελπιστικά εντοπισμένες; Με άλλα λόγια, αρκεί να βγάζεις βόλτα τον σκύλο ή να κολυμπάς με δελφίνια –ενδεικτικά παραδείγματα συγκρότησης μετανθρώπινων μικρο-κοινοτήτων σύμφωνα με τους Cudworth & Hobden– όταν ο Έλον Μασκ χρηματοδοτεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και εργάζεται για την αμερικανική κυβέρνηση;

Το μέλλον θα δείξει, αν υπάρξει· κάποιοι, πάντως, θα το δουν με

[1] Julian Huxley, “Knowledge, Morality and Destiny”, Psychiatry, 14(2) (1951), σ. 139.

[2] Brietbart, Peter & Vega, Marco, “Posthumanism: An Introduction to Transhumanism”. YouTube, British Institute of Posthuman Studies. 5 Νοεμβρίου 2013. Το αξιακό πλαίσιο και η στοχοθεσία του διανθρωπισμού με άξονα τα τρία «υπερ» αναλύονται διεξοδικότερα από τον (θιασώτη τους) Nick Bostrom. Βλ. ενδεικτικά Nick Bostrom, “Transhumanist Values”, Journal of philosophical research, 30(9999)(2005), σσ. 3–14.

[3] James Hughes, ‘Politics’, στο Ranisch, R. & Sorgner, S. (επιμ.), Post- and Transhumanism: An Introduction, Peter Lang, 2014, σ. 133.

[4] David Hubback, “Julian Huxley and Eugenics”, στο Keynes, M. & Ainsworth Harrington, G. (επιμ.), Evolutionary Studies. A Centenary Celebration of the Life of Julian Huxley, Palgrave MacMillan, 1989, σσ. 194-206.

[5] Francis Fukuyama, “Transhumanism”, Foreign Policy, 144 (Σεπτ. – Οκτ., 2004), σσ. 42-43.

[6] James Hughes, “Contradictions from the Enlightenment Roots of Transhumanism”, Journal of Medicine and Philosophy, 35(6) (2010), σσ. 622– 40.

[7] Gil Durán, The Nerd Reich. Silicon Valley Fascism and the War on Democracy, Simon and Schuster, 2026.

[8] Alexander Thomas, The Politics and Ethics of Transhumanism, Bristol University Press, 2024.

[9] Donna Harraway, Manifestly Haraway, University of Minnesota Press, 2016, σσ. 272-3.

[10] Sarah Franklin, “Staying with the Manifesto: An Interview with Donna Harraway”, Theory, Culture & Society 0(0) (2017), σσ. 1-15.

[11] Daniel Zimmer, “A New Political Compass”, Noema, 10 Ιουνίου 2025 [https://www.noemamag.com/a-new-political-compass/] (πρόσβαση στις 3 Απριλίου 2026)· Alexander Thomas, “Up/Down Politics and Techno-Human Relations: Utopias, Dystopias and Pluralistic Futures”, Rivista Italiana Di Filosofia Politica, (8)(2025), σσ. 117–137.

[12] Alexander Thomas, The Politics and Ethics, ό.π., σ. 126.

[13] Rosi Braidotti, “Affirmation versus Vulnerability: On Contemporary Ethical Debates”, Symposium: Canadian Journal of Continental Philosophy,10(1) (Καλοκαίρι/Άνοιξη 2006), σσ. 235-254.

[14] Erica Cudworth & Steven Hobden, The Emancipatory Project of Posthumanism, 2018, Routledge.

[15] Yann Moulier-Boutang, Le Capitalism Cognitif, Éditions Amsterdam, 2008.

Κύλιση στην κορυφή