Γιώργος Σιακαντάρης

Ξανά υπνοβάτες;

Ποιος κυβερνά την υφήλιο;

Το φιλόξενο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ με προσκάλεσε να συμμετάσχω σ’ αυτήν εδώ την έκδοσή του με τίτλο «Πού πάμε; Προβλήματα της εποχής μας που απαιτούν επειγόντως επίλυση». Ομολογώ πως για να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να γνωρίζω τι κυβερνά σήμερα την υφήλιο και στο πώς αντιδρούν οι πολίτες σ’ αυτό που τους κυβερνά. Αναρωτιέμαι μήπως επιστρέφουμε στην εποχή, την οποία με έξοχο τρόπο περιέγραψε ο Αυστραλός ιστορικός Κρίστοφερ Κλαρκ, καθηγητής Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Κέιμπριτζ, στο βιβλίο του Οι Υπνοβάτες που δημοσίευσε το 2012 και έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Αυτός στο βιβλίο του τόνιζε ότι ο μεγάλος υπεύθυνος για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι επαμφοτερίζουσες πολιτικές του «διλήμματος της ασφάλειας», όπου το ένα κράτος αυξάνοντας τα μέτρα για την ασφάλειά του οδηγούσε τα άλλα στην ανασφάλεια και από εκεί στην προετοιμασία για το χειρότερο. Κάπου εδώ μήπως δεν είμαστε και σήμερα με τον πόλεμο στο Ιράν; Αλλά κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει και στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία;

Προτού όμως ο Κλαρκ γράψει τους Υπνοβάτες του, με το θέμα είχε ασχοληθεί η λογοτεχνία με δυο κυρίως έργα. Ήταν Οι Υπνοβάτες, το τρίτομο έργο του Αυστριακού Χέρμαν Μπροχ, στο οποίο ο συγγραφέας παρακολουθεί, μέσα από τη μυθιστορηματική του αφήγηση, την πορεία 30 χρόνων (1888-1918) της Γερμανίας προς τον μιλιταρισμό και τον καταστροφικό εθνικισμό. Και φυσικά ήταν και το Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ, στο οποίο παραπέμπει πολλές φορές και ο Κλαρκ, όπου εδώ περιγράφεται η ανεμελιά των «ανθρώπων χωρίς ιδιότητες», χωρίς δηλαδή συναίσθηση της κρισιμότητας των στιγμών. Οι ήρωες του Μούζιλ, τη στιγμή που ερχόταν ο πόλεμος ασχολούνταν αποκλειστικά και μόνο με τον εορτασμό του Ιωβηλαίου του επικεφαλής της Αυστρουγγρικής Αυτοκρατορίας. Μήπως εκεί ακριβώς βρισκόμαστε και σήμερα; Μήπως συνεχίζεται η υπνοβασία μας; Να το θέμα του παρόντος κειμένου.

Γιατί δεν συγκινούν πλέον οι δημοκρατίες;

Όσοι βλέπουν σ’ όλα αυτά αντιστοιχίες με το σημερινό παγκόσμιο περιβάλλον, ορθώς τις βλέπουν. Η πολιτική των τραμπικών ΗΠΑ και της πουτινικής Ρωσίας κάπου στο 1913 οδηγεί. Θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε, όπως ο νομπελίστας ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς «τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας», τα οποία αυτός ανάγει σε οκτώ κινδύνους που απειλούν την ανθρωπότητα: 1) Υπερπληθυσμός, 2) Ερήμωση περιβάλλοντος, 3) Ανταγωνισμός, 4) Αισθητηριακή εντροπία, 5) Γενετικός μαρασμός, 6) Ρήξη παράδοσης, 7) Αυξανόμενη ευαισθησία (έλλειψη αντοχής), 8) Πυρηνικά όπλα; Θα μπορούσαμε όμως να εστιάσουμε και σε πολλούς άλλους κινδύνους, όπως την άνοδο των εθνικολαϊκισμών, την πτώση του βιοτικού επιπέδου των πληθυσμών της Δύσης, την ανάληψη της διακυβέρνησης από τους πλούσιους, τους οποίους ψηφίζουν οι φτωχοί, τη ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων, την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας και του κράτους δικαίου, την απαξίωση της πολιτικής και των δημοκρατιών, όπως και των κομμάτων ως συστατικού στοιχείου των δημοκρατιών, τον υπερατομικισμό, τον αυταρχικό λαϊκισμό, την εργαλειοποίηση της αγανάκτησης, την αποθέωση της ελεύθερης αγοράς, την ενοχοποίηση των φτωχών και πολλά άλλα ακόμη. Αυτό που όμως διατρέχει εγκάρσια όλους αυτούς τους κινδύνους, είναι αυτό που έλεγε ο Μπρεχτ, για τους λαούς. «Ο λαός έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης/ Δε θα ’ταν τότε πιο απλό, η κυβέρνηση / Να διαλύσει το λαό / Και να εκλέξει έναν άλλο;» Σήμερα όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και οι «δημοκρατίες» δεν εμπιστεύονται τους λαούς τους. Θα κληθούν και αυτές να εκλέξουν άλλους λαούς; Και οι λαοί με τη σειρά τους δεν συγκινούνται από το αν θα ζουν σε δημοκρατίες ή όχι. Τους ενδιαφέρει να ζουν καλύτερα και στρατεύονται υπό τη σημαία οποιουδήποτε ακροδεξιού υπόσχεται κάτι παρόμοιο. Πώς άλλωστε εκλέχθηκε ο Τραμπ;

Και γιατί οι δημοκρατίες έχουν απωλέσει την εμπιστοσύνη των πολιτών τους; Όπως υποστηρίζει στην έρευνα της η OXFAM για το 2024, ο συνολικός πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ δημιουργήθηκαν 204 νέοι δισεκατομμυριούχοι. Πρόκειται για έναν μέσο όρο σχεδόν τεσσάρων νέων δισεκατομμυριούχων ανά βδομάδα! Ο ρυθμός αύξησης των δισεκατομμυριούχων το 2024 ήταν τρεις φορές ταχύτερος από ό,τι το 2023. Ενώ το χάσμα πλουσίων και φτωχών μεγαλώνει, οι φτωχοί δεν βλέπουν να υπάρχει πάτος σ’ αυτή την εξέλιξη∙ 3,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Και από πάνω βλέπουν τις ελίτ να τους κοροϊδεύουν, όταν τους μιλούν για τον μύθο του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία. Για τη φτώχεια τους φταίνε οι ίδιοι οι φτωχοί, λένε οι ελίτ και οι οργανικοί τους διανοούμενοι. Φταίει η ανικανότητά των φτωχών και γι’ αυτό είναι φτωχοί, τους λένε και το πιστεύουν πολλοί εξ αυτών. Γι’ αυτό και ψηφίζουν πλούσιους, μήπως αυτοί τους βοηθήσουν να γίνουν πλούσιοι. Οι κοινωνίες μας είναι «αξιοκρατικές», σ’ αυτές φτωχοί είναι οι ανάξιοι αποτυχημένοι. Αποτυχημένοι καταναλωτές κατά τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ό,τι χειρότερο σε μια καταναλωτική κοινωνία. Οι κοινωνίες χωρίζονται σε σμήνη από καταναλωτές και σε σμήνη από «αποτυχημένους καταναλωτές». Οι ανεπαρκείς καταναλωτές είναι απόρροια της ίδιας τους της ανικανότητας. Με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: και η φτώχεια δεν υφίσταται ως αντικειμενική πραγματικότητα και όσοι ανήκουν στην underclass είναι θύματα της απροθυμίας τους να είναι καταναλωτές.

Κυριαρχεί το περιβόητο trickledown effect. Βοηθάμε δηλαδή τους «καινοτόμους» επιχειρηματίες να συγκεντρώσουν τον πλούτο στα υψηλά πατώματα και μετά περιμένουμε τα ψίχουλα που θα πέσουν από τα ψηλά στα χαμηλά. Είναι επίσης και τ’ ότι ενώ παλαιότερα οι πλούσιοι «καθοδηγούσαν» τους πολιτικούς που εξαρτώντο από το πολιτικό χρήμα, σήμερα οι πλούσιοι δεν αρκούνται σ’ αυτό. Δεν αρκούνται στο να ελέγχουν την εκλογή των «κυβερνητών», κυβερνούν οι ίδιοι. Δεν είναι όμως μόνο τ’ ότι κατηγορούνται οι φτωχοί για τη φτώχεια τους, αλλά και τ’ ότι θεωρείται πως ο μόνος παράγοντας παραγωγής πλούτου είναι οι «ικανότητές» των πλουσίων και όχι ο μόχθος της εργασίας.

Η απαξίωση της εργασίας

Είναι όμως και η απαξίωση και η εργαλειοποίηση της ίδιας της εργασίας. Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα αυτός που δεν εργαζόταν ήταν κοινωνικά αποκλεισμένος και ο εργαζόμενος σε συνθήκες ελαστικών και κακοπληρωμένων εργασιών ήταν οικονομικά φτωχός. Είναι όμως διαφορετικό πράγμα να είσαι φτωχός σε μια παραγωγική κοινωνία καθολικής απασχόλησης, όπως ήταν αυτή της πρώιμης νεωτερικότητας, και κάτι το τελείως διαφορετικό να είσαι φτωχός σε μια καταναλωτική κοινωνία, όπως αυτή της ώριμης νεωτερικότητας ή της μετανεωτερικότητας, η οποία δεν χρειάζεται την εργασία. Σήμερα και να εργάζεται κάποιος, αυτό δεν του εξασφαλίζει πως θα ζει υποφερτά, πως δεν θα είναι φτωχός. Απλώς ο παλιός διαχωρισμός «κοινωνικά αποκλεισμένοι» και «εργαζόμενοι» παραχωρεί τη θέση του σ’ ένα νέο διαχωρισμό. «Εργαζόμενοι σε καλές θέσεις εργασίας» και «κοινωνικά αποκλεισμένοι», είτε εργαζόμενοι είτε μη εργαζόμενοι. Η εργασία, αν και ο σημαντικότερος παράγοντας τόσο για την οικονομική ανάπτυξη όσο και για την ηθική και ψυχολογική στήριξη των ανθρώπων, αντί ν’ αναβαθμίζεται, συνεχώς υποτιμάται και υποβαθμίζεται. Δεν είναι άσχετες με αυτή την κρίση οι λογικές, οι οποίες επιμένουν πως οι αγορές και η κερδοφορία του κεφαλαίου δίνουν τον τόνο στην ανάπτυξη των κοινωνιών. Εξ ου και τα προγράμματα ενίσχυσης των οικονομιών (βλέπε προτάσεις Χριστόφορου Πισσαρίδη, το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας) επικεντρώνονται στην ενίσχυση των μεγάλων εταιρειών. Τα κράτη αναλαμβάνουν την εξυπηρέτηση των ρυθμών των Μεγάλων Τεχνολογικών Εταιρειών και φαίνονται ανίσχυρα ν’ αντιμετωπίσουν τις καθημερινές ραγδαίες αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη.

Στις κοινωνίες ανθεί ο ακροδεξιός μισαλλόδοξος εθνικολαϊκισμός, ενώ μέχρι το 1980 αυτός ήταν ασήμαντη δύναμη. Και από την άλλη, ο λαϊκισμός ταυτίζεται με την κριτική των ελίτ. Λαϊκισμός είναι η κριτική των ελίτ, υποστηρίζουν όλο και περισσότεροι διανοητές και πολιτικοί. Αλήθεια; Από πότε η σοβαρή και εμπεριστατωμένη κριτική των ελίτ είναι λαϊκισμός; Τ’ αντίθετο ήξερα, η μη κριτική των ελίτ βλάπτει σοβαρά τις δημοκρατίες. Βεβαίως με την απαραίτητη σημείωση πως αυτή η κριτική θα είναι εμπεριστατωμένη, με πραγματικά στοιχεία και όχι μια συνωμοσιολογία και τίποτα άλλο. Αλλά και μια κριτική που δεν θα παραλείπει να επισημαίνει ποιοι είναι οι αυτουργοί της εκτεταμένης πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς που παρατηρείται σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Είναι λαϊκισμός να ειπωθεί πως γι’ όλα αυτά φταίνε οι ελίτ και όχι οι φτωχοί; Μήπως επίσης είναι λαϊκισμός η παροχή υποδομών και στέγασης, η ασφάλεια από το έγκλημα και τις φυσικές καταστροφές, η ασφάλιση ενάντια στην ανέχεια, την ανεργία, τα γηρατειά, την αρρώστια, αλλά και δράσεις όπως η στήριξη της μόρφωσης, της επιστημονικής έρευνας, του πολιτισμού, των τεχνών και των δημόσιων ειδησεογραφικών οργανισμών; Και δεν είναι λαϊκισμός η άποψη που θέλει την ιστορία να την κάνουν οι ισολογισμοί και οι κοινωνίες να μην υπάρχουν; Υπάρχουν μόνο τα άτομα και οι οικογένειες; Ναι, απαντούν οι νεοφιλελεύθεροι. Εξ ου και η θεωρία πως οι οικονομίες των κοινωνιών πρέπει να διευθύνονται όπως οι οικονομίες των οικογενειών και των ατόμων. Λαϊκισμός είναι και το να απαξιώνουμε την έννοια του λαού, απαξιώνοντας έτσι και την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας που είναι ο πυρήνας αυτού που ονομάζουμε φιλελεύθερη δημοκρατία.

Καπιταλισμοί των προσόδων και βιαστικός καπιταλισμός

Επίσης ζούμε την επιστροφή του καπιταλισμού των προσόδων. Σύμφωνα με τον Μάρτιν Γουλφ επιστρέφουμε σε εποχές καπιταλισμού, όπου τα κέρδη δεν προέρχονται από το παραγωγικό κεφάλαιο, αλλά από προσόδους αντλούμενες από τη σχέση του πλούτου με τις κυβερνήσεις, από τη φοροδιαφυγή και τις οφσόρ. Η επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, ο ανισόρροπος αντίκτυπος των καινούργιων τεχνολογιών, οι δημογραφικές αλλαγές και η άνοδος της Κίνας επιτείνουν τα προβλήματα που γεννιόνται από τον καπιταλισμό της οικονομίας της προσόδου. Σ’ αυτόν τον καπιταλισμό ένα μικρό ποσοστό ατόμων καταφέρνει να αποσπά προσόδους από την οικονομία και εκμεταλλεύεται τους πόρους που αντλεί για να κατέχει και να ελέγχει το πολιτικό και νομικό σύστημα.

Από την άλλη, σε παγκόσμιο επίπεδο δεν φαίνεται να υπάρχει μια προοδευτική διακριτή εναλλακτική πρόταση υπέρ των μεσαίων και των αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Κυριαρχεί η ιδέα της στήριξης του μεγάλου πλούτου και των Μεγάλων Εταιρειών στον χώρο της τεχνολογίας και των ορυκτών καυσίμων. Αυτή η ιδέα θεωρεί το κράτος πρόνοιας συμπλήρωμα της ανάπτυξης και όχι μοχλό της. Οι ισολογισμοί και όχι η ευημερία των πολιτών είναι το κυρίαρχο δόγμα της, γι’ αυτό και οι δαπάνες θεωρούνται το μέγιστο πρόβλημα. Σε κάθε πρόβλεψη για την άλφα ή τη βήτα κοινωνική δαπάνη, ακούγεται το ερώτημα: Είναι κοστολογημένη; Ελάχιστοι ρωτούν για το αν υπάρχει κοστολόγηση των εσόδων από τον μεγάλο πλούτο. Κυρίαρχο δόγμα γίνονται τα οικονομικά της προσφοράς, σύμφωνα με τα οποία η ανάπτυξη, η «φτηνή» κατ’ ουσίαν ανάπτυξη, στηρίζεται στις μεγαλύτερες φοροελαφρύνσεις και φοροαπαλλαγές, σε χαμηλότερους μισθούς και σ’ εντελώς ελαστικές μορφές εργασίας. Η δημοκρατία εκλαμβάνεται ως μια πολιτική έννοια που εκφράζει μόνο τις ελευθερίες της εκλογής και του εκλέγεσθαι. Μόνο τον πλουραλισμό. Έχει παραγκωνιστεί η ιδέα πως η δημοκρατία χωρίς κοινωνική συμμετοχή και κοινωνικό κράτος είναι δώρο άδωρο. Έχει ξεχαστεί η αρχή που επιδίωκε ν’ ανανεώσει το πνεύμα της πλουραλιστικής δημοκρατίας με το πνεύμα της ισότητας, να παντρέψει δηλαδή το πρωτείο της δημοκρατίας με αυτό της ισότητας. Έτσι αυτο-ανοήτως ο λαϊκισμός εκλαμβάνεται ως η μεγαλύτερη απειλή για τις δημοκρατίες, αφού πρώτα βαπτίζονται λαϊκισμός ακόμη και τα σωστά λαϊκά αιτήματα για προστασία και ασφάλεια από την ανεξέλεγκτη αγορά.

Στον χώρο της παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων τείνει να κυριαρχήσει μια απολύτως ναρκισσιστική περσόνα (ινφλουένσερ) που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι πόσους μπορεί να επηρεάσει, ώστε να υπάρχουν όλο και περισσότερες διαφημιστικές πωλήσεις. Ενώ οι αλγόριθμοι και η γρήγορη εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης εξαφανίζουν τους ρυθμούς και τους κανόνες της ζωής του «δημοκρατικού καπιταλισμού», όπως τον ξέραμε. Γράφουν οι και : «οι αλγόριθμοι έχουν γίνει πανταχού παρόντες στις κοινωνίες μας. Σκεφτείτε τα διοικητικά καθήκοντα της ιατρικής διάγνωσης, της κατανομής των μαθητών σε σχολεία ή του καθορισμού του δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση και επιδόματα απασχόλησης. Τέτοια καθήκοντα μπορούν σαφώς να βελτιωθούν τόσο σε ποιότητα όσο και σε αποτελεσματικότητα – αλλά είναι προφανές ότι οι συνέπειες των ανακριβών αλγορίθμων μπορούν να αποδειχθούν καταστροφικές. Το γνωρίζουμε αυτό, δυστυχώς, μέσω της σκληρής εμπειρίας σε περιπτώσεις όπου η διαφάνεια και ο έλεγχος δεν έχουν διατηρηθεί. Οι ζωές ανθρώπων έχουν τεθεί σε κίνδυνο, οι κυβερνήσεις έχουν (δικαίως) υποστεί τις συνέπειες μέσω παραίτησης και η κυριαρχία έχει παραδοθεί οικειοθελώς σε μη δημοκρατικούς ιδιωτικούς οργανισμούς. Δεν μπορούμε πλέον να προσποιούμαστε ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε κάποια μακρινή, “ψηφιακή” σφαίρα. Συμβαίνουν ακριβώς εδώ, στην καρδιά της κοινωνίας μας». Από το 2021 και μετά όλο και αυξάνουν αυτοί και αυτές που βλέπουν με θετικό μάτι την αντικατάσταση των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων από την εξοπλισμένη με πρόσβαση σε δεδομένα πολιτών AI. Ζούμε στην εποχή που οι boss των Μεγάλων Εταιρειών, κυρίως των τεχνολογικών, δια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλουν απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ στον πρώην Ευρωπαίο Επίτροπο Τιερί Μπρετόν, καθώς και σε άλλα τέσσερα πρόσωπα, ως μέρος αντιποίνων για τους ψηφιακούς κανονισμούς της ΕΕ που δυσκολεύουν τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας. Ο μεγάλος εχθρός τους είναι τα «αριστεροκρατούμενα» ευρωπαϊκά δικαστήρια που εντέλλονται να ελέγχουν τ’ αν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί εφαρμόζονται. Εσχάτως πυρά δέχθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ λόγω της άρνησής του να εγκρίνει τους δασμούς του Τραμπ.

Οι τεχνολογικές εταιρείες ζητούν να επιταχυνθούν οι διαδικασίες εφαρμογής της Τεχνητής Νοημοσύνης και να μην υπάρχει καμία ανάμειξη σ’ αυτές «της πολιτικής και των πολιτικών» και της δικαιοσύνης. Κι αν υπάρξει, να είναι μόνο διευκολυντική προς τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Οι ψηφιακές τεχνολογίες, και ειδικότερα οι αλγόριθμοι, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν κανέναν έλεγχο, γιατί αυτό που προέχει είναι η γρήγορη συσσώρευση και όχι η «κοινωνικοποίηση» των εφαρμογών τους. Ονομάζω αυτό το φαινόμενο «βιαστικό» καπιταλισμό. Αυτός δεν θέλει να τον ελέγχουν, όταν επιχειρεί να ψαλιδίσει τα εργασιακά δικαιώματα (13ωρα κ.λπ.) και όταν επιδιώκει να καταργήσει κατακτήσεις του «δημοκρατικού καπιταλισμού» και του παλιού σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου, κάτι που κατά τη γνώμη του γράφοντος είναι, σχεδόν, το ίδιο. Τα κέρδη του «βιαστικού καπιταλισμού» θα είναι πολύ μεγαλύτερα και θα έρχονται γρηγορότερα, αν αυτός δεν έχει πάνω από το κεφάλι του τις αργές δημοκρατικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ακόμη και αν τα κοινοβούλια πλέον δεν διαπνέονται από κανένα αντικαπιταλιστικό πνεύμα. Ο καπιταλισμός σήμερα δεν ζητά μόνο λιγότερο κράτος, αλλά ένα κράτος στο οποίο η δικαιοσύνη δεν θα λειτουργεί ως αντίβαρο. Ενώ και η εισβολή Τραμπ στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, τα όσα απαράδεκτα δηλώνει για την Γροιλανδία και τις άλλες χώρες του «ημισφαίριού» του, σηματοδοτούν την κατάργηση του διεθνούς δικαίου. Του δικαίου προέχουν τα πράγματα να γίνουν γρήγορα, ακόμη και χωρίς δικαιοσύνη.

Όλα αυτά όμως δεν οφείλονται σε κάποια κακιά ειμαρμένη, σ’ ένα κακό πεπρωμένο, στην κακή μας μοίρα. Είναι απόρροια της αδυναμίας των δυνάμεων της προόδου να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις. Και το κακό ξεκινά από τη στιγμή που αυτές οι δυνάμεις εγκλωβίστηκαν στον μύθο των αντιπάλων τους που θέλει να μην υπάρχει ο διαχωρισμός προόδου-συντήρησης, να μην υπάρχει ο διαχωρισμός Αριστεράς-Δεξιάς. Αν δεν είναι υπνοβασία αυτή η κατάσταση, τότε τι είναι;

⸙⸙⸙

[Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, συγγραφέας.]

Κύλιση στην κορυφή