Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
ΣΕΙΣΜΟΣ
Ξύπνησα και το χώμα των ονείρων έλειπε κάτω απ’ το κρεβάτι μου.
Μια τυφλή στήλη στάχτης ταλαντευόταν στη μέση της νύχτας,
και σε ρωτάω: πέθανα;
Δώσ’ μου το χέρι σου σε τούτη τη ρωγμή του πλανήτη
καθώς τώρα του μενεξεδένιου ουρανού η ουλή γίνεται άστρο.
Αχ! Θυμάμαι όμως, πού είναι; πού είναι όλοι;
Γιατί βράζει η γη και γεμίζει με θάνατο;
Ω προσωπεία μες στα γκρεμισμένα καταλύματα, χαμόγελα
που δεν πρόλαβαν τη φρίκη, όντα κομματιασμένα
κάτω από τα δοκάρια, σκεπασμένα από τη νύχτα.
Και σήμερα χαράζεις, ω γαλάζια μέρα, και είσαι ντυμένη
για χορό, με τη χρυσή ουρά σου
πάνω από τη σβησμένη θάλασσα των μπάζων, είσαι πύρινη,
και των άταφων νεκρών να βρεις τη χαμένη όψη γυρεύεις.
[Από την ποιητική συλλογή Canto General (1950).]
❧
ΤΟ ΠΛΟΙΟ
Αλλά αν έχουμε ήδη πληρώσει τα εισιτήριά μας σε αυτόν τον κόσμο,
γιατί, γιατί δεν μας αφήνουν να καθίσουμε να φάμε;
Θέλουμε να δούμε τα σύννεφα,
θέλουμε να κάνουμε ηλιοθεραπεία και να μυρίσουμε το αλάτι·
ειλικρινώς δεν πρόκειται να ενοχλήσουμε κανέναν,
είναι τόσο απλό: είμαστε επιβάτες.
Όλοι περνάμε, και ο χρόνος μαζί μας:
η θάλασσα περνά, το τριαντάφυλλο λέει αντίο,
η γη περνάει απ’ τη σκιά και από το φως,
και εσείς και εμείς περνάμε, επιβάτες.
Τότε τι τους συμβαίνει;
Γιατί είναι τόσο εξοργισμένοι;
Ποιον γυρεύουν κρατώντας περίστροφο;
Δεν ξέραμε
ότι τα είχαν πιάσει όλα:
τα κύπελλα, τις καρέκλες,
τα κρεβάτια, τους καθρέφτες,
τη θάλασσα, το κρασί, τον ουρανό.
Τώρα προκύπτει
ότι δεν έχουμε τραπέζι.
Δεν μπορεί, πιστεύουμε.
Δεν μπορούν να μας πείσουν.
Ήταν σκοτάδι, όταν γεμίσαμε το πλοίο.
Ήμασταν γυμνοί.
Από το ίδιο μέρος φτάσαμε όλοι.
Ήρθαμε, γυναίκες και άντρες, ήρθαμε όλοι.
Ήμασταν όλοι πεινασμένοι και είχαμε τα δόντια μας έτοιμα.
Σε όλους μας μεγάλωσαν τα χέρια και τα μάτια
για να δουλέψουν και να ποθήσουν ό,τι υπάρχει.
Και τώρα μας λένε πως δεν μπορούμε,
πως δεν υπάρχει χώρος στο σκάφος,
δεν θέλουν να μας χαιρετήσουν
δεν θέλουν να παίξουν μαζί μας.
Γιατί τόσα οφέλη για εσάς;
Το κουτάλι ποιος τους τό ’δωσε, προτού ακόμα γεννηθούν;
Δεν είναι ευχαριστημένοι εδώ,
δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα.
Δεν μου αρέσει στο ταξίδι
να συναντάω στις γωνιές τη θλίψη,
χωρίς αγάπη τα μάτια, πεινασμένο το στόμα.
Δεν υπάρχουν ρούχα για τούτο το φθινόπωρο που μεγαλώνει
και ακόμα πιο λίγα, πιο λίγα, πιο λίγα για τον χειμώνα που ’ρχεται.
Και χωρίς παπούτσια πώς θα γυρίζουμε
στον κόσμο, με τόσες πέτρες στους δρόμους;
Χωρίς τραπέζι πού θα φάμε,
πού θα καθίσουμε, αν δεν έχουμε καρέκλα;
Αν είναι σαχλό αστείο, αποφασίστε, κύριοι,
να το τελειώσετε σύντομα,
για να μιλήσουμε τώρα σοβαρά.
Κι έπειτα η θάλασσα είναι σκληρή.
Και βρέχει αίμα.
[Από την ποιητική συλλογή Navegaciones y Regresos (1959).]
❧
ΓΑΜΟΙ
Τι χρειάζεται το αρσενικό ελάφι δίχως ελαφίνα,
ο σκύλος δίχως σκύλα τι χρειάζεται,
η μέλισσα χωρίς τον μέλισσό της,
η τίγρισσα χωρίς τον τίγρη της,
ή η καμήλα άνευ του καμήλου,
ή μια φάλαινα χωρίς να έχει φάλαινο
ή κάποιος ρινόκερος εργένης;
Τι χρειάζεται ο γάτος δίχως γάτα,
αηδόνι αρσενικό χωρίς αηδόνα,
η περιστέρα δίχως τον περίστερό της,
άλογο χωρίς φοράδα,
κάβουρας δίχως καβουρίνα,
μια τρύπα που δεν έχει ρίζες;
Να παντρευόσαστε, ψάρια της θάλασσας,
κι εσείς πούματα στις ζούγκλες των πουμάτων,
αλεπούδες με τις ουρές σας τις παμπόνηρες,
ψύλλοι πεινασμένοι
επαρχιώτες – να παντρευόσαστε!
Και να γεννάτε! Λέει η γη
με τόσο αόρατη φωνή
που τη βλέπουν και την ακουμπάνε όλοι
και όλοι την ακούν και περιμένουν.
[Από την ποιητική συλλογή Fin de mundo (1969).]

